Captain Scarlett

ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ

…ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ
θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα
αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη.
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Κάποιος σεισμός θα πέρασε από δω.
Κάποιος σεισμός – και ποιος
και πώς, και πόσο
να περιμένει
τους φύλακες με το μαχαίρι ν’ ανανήψουν
– φύγανε όλοι, δες
ερμιά
μονάχα ο κάμπος
πνιγμένος στην ομίχλη
και τούτο το γυμνό τ’ αλώνι
όρθιο
κι εμείς
–θεατές της Απουσίας–
πατώντας από πέτρα σε πέτρα
–πώς περπατάει κανείς στο δρόμο–
και μη γνωρίζοντας
ποιοι θεατρίνοι
το ανάστησαν.

Πόσο κρατάει ένας σεισμός κανείς δεν ξέρει
πότε οι Κρηνίδες ντύνονται ονόματα βασιλικά
και πλάθουν ένδοξα νομίσματα και πότε
βουλιάζουν μες στην πρωινήν ομίχλη του χειμώνα
προσεχτικά ακούγοντας τη φωνή του Ρωμαίου κότσυφα
που ψάχνει άσημους σπόρους διαλαλώντας
μάχες μεγάλες που χαθήκαν
μαζί τραβώντας νικητές και νικημένους.

Πολλοί σεισμοί περάσαν από δω
μα στοίχειωσαν και δε σαλεύουν
μονάχα τα δεσμά μας.
……………………………………………………………………………….

Το λοιπόν, αδελφοί
πάλιν ερώ, χαίρετε
– πέτρινοι αδελφοί μου,
απρόσβλητες σκιές του κάμπου
πάλιν ερώ
αφήστε μας
να περπατάμε
–πέτρα την πέτρα– όπως πολλοί
περιπατούσι
και ων το τέλος
απώλεια.
(Οψόμεθα, αδελφοί μου,
θεοί παλιοί, θεοί καινούργοι
και δεσμοφύλακες και στρατηγοί κι απόστολοι,
σ’ αυτούς εδώ τους πέτρινους σωρούς
πνιγμένοι στην ομίχλη του πιο σίγουρου σεισμού
που δρασκελάει ατάραγος τον κάμπο
οψόμεθα).
(Το δέρας, 1994)

ΛΑΥΡΙΟ

Ο ήλιος ανατέλλει απ’ τη Μακρόνησο
είναι σα μια μεγάλη κόκκινη πληγή
καράβια που ’χουν τ’ όνομά τους λησμονήσει
αναγελούνε τις ριπές του ανέμου

καπνοί σημαίνουν την ενταύθα παρουσία μας
και για όσους φύγαν μαρτυρούν
τόνοι σκουριάς.

Ο ήλιος ανατέλλει απ’ τη Μακρόνησο
τους δρόμους μελετά κάθε πρωί
που φτάνουν στο νησί του
όλοι περνούνε από τούτη τη γωνιά
–απέναντι είναι το Λαύριο–

εξόριστοι ποιητές
μας είδανε και το ’παν
στον αιώνα τους.

Ο ήλιος ανατέλλει απ’ τη Μακρόνησο.
Ο Ήφαιστος κουτσός και στριμωγμένος
ανάμεσα στον Ποσειδώνα και την Άρτεμη
οξειδωμένα όνειρα
η γη σκυμμένη μελετάει τα κενά της
κανένας ήλιος δεν τα φτάνει
βάθρα που αποτινάζουνε τ’ αγάλματά τους
γραμμές που χάσανε τα τρένα τους

πράγμα περίεργο
στο Λαύριο
κανείς δεν είναι απόψε ο τυχερός.
(Το δέρας, 1994)

Η ΜΗΔΕΙΑ
(ΑΠΟΚΡΥΦΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗ)

Χρόνους πολλούς μετά
την τελευταία Πράξη
γριά η Μήδεια, μη γνωρίζοντας
αν ζει ακόμα ο Ιάσονας, ποιους δρόμους
πήρε ο μύθος
καλά κρυμμένη πίσω απ’ τα σημάδια του καιρού
αγνώριστη, περαστική –ποιος άνεμος την έφερε;–
απ’ της Ιωλκού τα μέρη
σκύβοντας να περάσει
το ρεύμα ενός χειμάρρου
πήρε το μάτι της στη άκρη του νερού
ανάμεσα σε φύλλα καφετιά των πλατανιών, ξύλα και πέτρες
πήρε το μάτι της ένα σανδάλι, μόλις που φαινόταν
χρόνια στη θέση εκείνη, φαγωμένο απ’ τα νερά
σχεδόν χωρίς ιμάντα
άγνωστο γιατί, από ποια παρόρμηση
έσκυψε και το τράβηξε απ’ τα χώματα, το ξέθαψε
τέλος το πήρε
το κράτησε στα δυο της χέρια κι άρχισε
να το κοιτάζει επίμονα
ποιος ξέρει ποιος το πέταξε και πότε
μπορεί και να ’ταν το σανδάλι ενός νεκρού
μα ο νους της γύριζε σ’ άλλα σκοτάδια
κάτι μιλούσε μέσα της για των θεών τα αδόκητα
για την πικρή μας μοίρα και πώς γράφεται
παράξενα με γράμματα λοξά καμιά φορά
στο ρεύμα, στο γοργό νερό
ενός απόμερου χειμάρρου

και τώρα η Μήδεια έρημη, γριά, χωρίς πατρίδα
μάγισσα σκληρή με τα παιδιά της απ’ την ίδια
στα δώματα του Άδη, στο τέμενος της Ήρας
η Μήδεια έχοντας πράξει ανόσια, φρικτά, έχοντας διαβεί
το δύσβατο χρόνο
κάθεται εδώ πλάι στη κοίτη
ενός μικρού χειμάρρου
κάθεται εδώ, κοιτάζει
επίμονα μα ωστόσο αφηρημένα
ένα αστείο σανδάλι φαγωμένο απ’ τον καιρό
–κάπως μικρό, παλικαράκι θα το φόραγε–
ακούγοντας μονάχα τη βουή απ’ το νερό
που τρέχει αδιάφορο στη θάλασσα

γιατί σαν να ’στρεψε άξαφνα –για μια στιγμή–
ανάποδα το ρεύμα
μ’ ανάστροφη βουή ο Άναυρος λες ήθελε να ξαναμπεί
στη μήτρα των πηγών του ανέβαινε
το Πήλιο αγκομαχώντας, σέρνοντας
μες σε θολά νερά πέτρες και ξύλα, πάθη
των ανθρώπων, δίκιο κι άδικο

σωπαίνοντας κοιτούσε η Μήδεια
κοιτούσε κλείνοντας τα μάτια
και δεν μπορούσε –ας το ’θελε– τραγούδι
να κινήσει, μοιρολόι – τι να ωφελούσε
ψέλλιζε ιώ, ιώ, σκορπούσε
της οιμωγής το σύννεφο σε δεύτερους, σε τρίτους ουρανούς
κι έπεφτε αργά το σούρουπο μες στο βαθίσκιο ρέμα
κι άρχισε ανάμεσα απ’ τις φυλλωσιές των πλατανιών
γλυκά ν’ ακούγεται του πρώτου αηδονιού
ο απόκοσμος θρήνος.
(Τα αιφνίδια άστρα, 1997)

ΑΓΡΙΝΙΟ

Τρέμαν ωχρά τα φώτα μακρινά
μια αβέβαιη τομή σ’ αυτή τη νύχτα
τη νύχτα που ’ψαχνα να βρω αν είναι τωρινή
ή μήπως έβγαινε από μακρινούς βυθούς
μην έβγαινε και μ’ έφερνε μαζί της
μαζί της από κει που μ’ ήβρε ξεχασμένον

τρέμαν ωχρά τα φώτα μακρινά
έσβηνε η πόλη στα βαθιά της μνήμης
η πόλη που ήταν τα φτερά μου κι πληγή μου

η πόλη που ήταν κάποτε
χρυσή γραμμή στις νύχτες μου
στις νύχτες μου τις παιδικές μίλια μακριά της
δρόμος ανοιχτός, θύρα του κόσμου

τρέμαν απόψε πάλι αυτά τα φώτα μια γραμμή
μίλια μακριά μου όμως γνώριμα στενά
λαβύρινθοι, μακρόσυρτοι χειμώνες

φύγαν και μείναν και δε φεύγουνε ποτέ
σε ψάχνω πόλη
πίσω απ’ την υγρασία του ποτισμένου κάμπου
μια νύχτα απροσδιόριστη χωρίς
ελπίδα να σε βρω, ελπίδα να με βρεις

να σ’ έχω έξι χρόνια απ’ τη ζωή μου κατοικήσει.
(Αγγειογραφία, 2000)

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ

Τέλος, σε ερώτησή μας σχετική
με τις ποικίλες του –κατά καιρούς– επαγγελματικές ενασχολήσεις
απάντησε ως εξής:
Ναι, αυτό είν’ αλήθεια, έχω ασκήσει
στου βίου μου τη μακρά διάρκεια
κάμποσα επαγγέλματα
για να τα βγάλω πέρα, όπως λέμε, για να ζήσω.
Υπήρξα γεωργός, διαλογέας στα προγνωστικά του ποδοσφαίρου,
βοηθός φυσικοθεραπευτή, υπάλληλος σε διάφορα γραφεία
κι έκανα βέβαια κι αυτό το επάγγελμα του ποιητή.
Έβγαινε κάπως ένα μεροκάματο, μπορώ να πω
πως τα απαραίτητα καλύπτονταν.
Μόνο γι’ αυτή την έρημη δουλειά του ποιητή
κανένας δε με πλήρωσε ποτέ, όμως να ξέρεις:
εγώ κι αυτή την έκανα
μονάχα για να ζήσω.
(Αγγειογραφία, 2000)

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Και ξαφνικά ένα φως γύρω απ’ το κάστρο.

Μήνες κρατούσε η σκληρή πολιορκία
περίκλειστες οι πύλες, άβυσσος η τάφρος
άγρυπνοι στις επάλξεις οι υπερασπιστές
κύματα οι επιθέσεις τού εχθρού
αδιάκοπες στα τείχη οι μάχες
σαπίζαν αναρίθμητοι οι νεκροί στην τάφρο
έφτανε ως μέσα μέσα η μυρουδιά τους, έφταναν
τα βογγητά των λαβωμένων που ψυχορραγούσαν
πείνα και δίψα παίδευε τους πολιορκημένους
και χαμηλά η πεδιάδα, η θάλασσα μια θλίψη
πείνα και δίψα και σκληρές αρρώστιες
άκουγα επίμονα τόσων μηνών τους στεναγμούς, την οιμωγή τους
ολόκληρο ένα Σάββατο πρωί βαριά συννεφιασμένου Οκτώβρη

και ξαφνικά ένα φως γύρω απ’ το κάστρο
θα πρέπει εκείνη τη στιγμή να λύθηκε η πολιορκία.
(Ψηφιδωτό από άφαντες ψηφίδες, 2003)

ΘΑΝΑΤΟΣ

Όντως λαμπρά, μεγάλα ονόματα
Λυκούργου και Σωκράτους
Αναξαγόρα, Ικτίνου, πιο πέρα η Σοφοκλέους, δεν τελειώνουν
λεροί, πλην πολυσύχναστοι
κι οι τοίχοι μαυρισμένοι αν τους κοιτάξεις
οι τοίχοι μαυρισμένοι από καπνούς
αδιάκοπων αυτοκινήτων, τ’ άλλα
πέφτουνε κάπως μακριά, δε φαίνονται από δω
ποιος Ελαιώνας και ποια θάλασσα, μα ωστόσο
νιώθεις αχνά την παρουσία τους κι ο ήλιος
περνάει, κανείς μας δεν τον βλέπει, στάζουν
τα κλιματιστικά στα μισοπεζοδρόμια, όλοι
καιγόμαστε μεγάλα καλοκαίρια, οι κάργες
έχουνε μεταμορφωθεί σε περιστέρια

κοπάδια τα βαριά τα περιστέρια στη γυμνή πλατεία
πλήθουσα η αγορά, πλούσιες όλες οι μερίδες, πάνοπλοι
οι αστυνόμοι, πρεζόνια, τσιγαρούδες, μετανάστες
πάγκοι, περίπτερα μ’ εφημερίδες, βιαστικοί αναγνώστες
αγνώστου επαγγέλματος, κι όσο για κείνα τα κρεμμύδια
πάει καιρός που απάλυναν, σχεδόν δεν καίνε
φρουρές και μπάντες ξεχασμένα, οι τράπεζες πυκνώνουν
δεν έχει εδώ μπαλκόνια και ζουμπούλια, μόνο απλώνεται
ένα μεγάλο δάσος διασπασμένο, είναι φυτά εσωτερικού
χώρου και χρόνου, όλο θεριεύουν

να μη σου τα πολυλογώ, πες μου αν μπορείς
πες μου εσύ που ξέρεις απ’ αυτά, τώρα τι κάνουμε
μ’ αυτήν εδώ την Πρέβεζα στο κέντρο της Αθήνας;
(Η τελετή, 2006)

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΦΕΥΓΕΙ ΑΠ’ ΤΗ ΘΗΒΑ ΟΡΙΣΤΙΚΑ

Τον ρίξανε μωρό στον Κιθαιρώνα
έφτασε ως την Κόρινθο
γύρισε πίσω για ν’ ακολουθήσουν
τα φρικτά κι ανόσια
μ’ αυτούς που ’χανε μείνει.

Πήρε τα μάτια του, έφυγε
έφτασε ως το Άργος
γύρισε πίσω ν’ αλληλοσφαχτεί
μ’ εκείνον που ’χε μείνει.
(2006)

ΚΑΤΑΡΑΤΟΙ ΠΑΙΔΕΣ

Δεν έχω άλλον τρόπο χωρισμού
εξηγούσε η Μήδεια
να φύγω όπου προστάζει
ο πεθερός του, έφυγα κιόλας, έχω φύγει
μακριά, πολύ μακριά
έγνοια καμιά μ’ αυτόν, τον βλέπω
δεν τον βλέπω, ζει δε ζει, έγνοια καμιά
εύκολο τέλος
όμως
εκεί
εκείνα τα παιδιά
είμαστε οι δυο μας

και τα δυο
παιδιά είμαστε οι δυο μας το καθένα τους
μαζί, αξεχώριστοι οι δυο μας
συνέχεια, όλη την ώρα, τώρα
εγώ κι αυτός μαζί
εκείνα τα παιδιά
πώς να το αντέξεις

κι αύριο μεθαύριο, τρόμος
φεύγουν, φεύγουμε ανεξέλεγκτα
σκορπίζουμε μαζί μες στους αιώνες

δεν έχω άλλον τρόπο χωρισμού
θρηνούσε η Μήδεια
φέρτε το ξίφος.
(2007)

Η ΖΩΗ ΜΑΣ

Σαν ψέματα, μου λες,
μου φαίνονται όλ’ αυτά
σαν ένα ψέμα, απόμακρος
στην κλίνη σου
κοιτάζεις νοσοκόμες κι επισκέπτες

σε βλέπω
παιδί στο μακρινό χωριό σου
τελειώνει το σχολείο, ξεχύνεται
ο χείμαρρος βουητό στους δρόμους, τρέχεις
ξαναμμένος να προλάβεις το Γιωργή
σε βλέπω
κληρωτός στ’ αλβανικά βουνά
φωνάζοντας αέρα στον εχθρό
πάλι στο απόμερο χωριό σου, η Κατοχή,
ο Εμφύλιος, δύσκολα χρόνια, η φυγή
στην πόλη, ξάφνου η Νίτσα,
η γνωριμία, ο γάμος, τα παιδιά
οι έγνοιες κι οι χαρές τους,
η αγωνία τους, σταθερά
ο μόχθος για το μεροκάματο
αδέρφια συγγενείς γάμοι κηδείες
τρεχούμενο ο καιρός
νερό, τα πρώτα εγγόνια
ύστερα η σύνταξη, το καφενείο,
οι τελευταίοι φίλοι
φεύγουν ένας ένας

σαν ψέμα
ψιθυρίζεις
μου φαίνονται όλ’ αυτά
κι αλήθεια, σκέπτομαι, πού ξέρεις
μπορεί να ’ναι ψέμα.
(2007)