Πριν από είκοσι πέντε περίπου χρόνια πήγα καλεσμένος σε ένα σπίτι, όπου διάφοροι ποιητές θα διάβαζαν ένα έργο τους, και ο οικοδεσπότης θα σέρβιρε πράσινο τσάι με λεμόνι και βουτήματα κανέλας. Τώρα που το σκέφτομαι, από εκείνους τους ποιητές, σήμερα δε ζει κανείς. Θα ήταν λίγο-πολύ όλοι γύρω στα είκοσι πέντε, συνομήλικοί μου. Τον μεγαλύτερο σε ηλικία, και καλύτερο, τον έφαγε η κακιά αρρώστια. Καρκίνος. Ήταν ο Θέμης Τασούλης, παντρεμένος με μία συμπαθητική Γαλλίδα, και είχαν δύο κοριτσάκια, νομίζω. Χαμηλών τόνων ποιητής και χαμηλόφωνος άνθρωπος, δεν επέβαλλε την παρουσία του και δεν εκβίαζε καταστάσεις. Η δόξα και η φήμη δεν τον ενδιέφεραν. Είχε αρκετή γαλήνη μέσα του για να τη μεταλαμπαδεύσει και σε άλλους. Μου άρεσε να τον ακούω να διαβάζει. Έκλεινα, κατά το συνήθειό μου, τα μάτια και ταξίδευα σε κόσμους μακρινούς, σε κόσμους αιθέριους, όπου μόνο οι ποιητές και οι αγαπώντες την ποίηση έχουν πρόσβαση. Περνούσα τότε τη φάση του Ελύτη, και κάθε τι ονειρικά ελληνικό με «έστελνε», όπως λέγαμε τότε στην κοινή καθομιλουμένη. Στην ίδια παρέα ήταν κι ένας ποιητής, που δεν θα αναφέρω το όνομά του, για λόγους που θα αντιληφθείτε αμέσως παρακάτω. Ήταν μάλλον άχρωμος, κοντός, με ποντικίσια μάτια, κι ένα μουσάκι – ή μήπως ήταν μουστάκι; – σκόρπια διαδήλωση. Τίποτα επάνω του δεν απέπνεε την ευωδιά της Μούσας Ερατώς. Η φωνή του ήταν ανύπαρκτη και οι στίχοι του μάλλον αδιάφοροι. Είχε όμως μεγάλες φιλοδοξίες για το άτομό του, όπως έχουν πολλοί από αυτούς που μπαίνουν ασεβείς στο χώρο της Ποίησης. Λίγο καιρό μετά τον ξαναείδα, στο ίδιο σπίτι, με άλλους ποιητές, που δεν θυμούμαι πια τα ονόματά τους.

Εκείνες τις μέρες ανέβαινε στο Ηρώδειο του ορατόριο του ποιητή και ακαδημαϊκού Νικηφόρου Βρεττάκου «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» με αφηγητή τον μεγάλο ηθοποιό Μάνο Κατράκη. Ο ποιητής λοιπόν με τα ποντικίσια μάτια και την άχρωμη φωνή είχε μόλις εκδώσει το δεύτερο βιβλιαράκι του και πάσχιζε να το προωθήσει στους φιλολογικούς κύκλους. Ήταν μάλιστα πολύ απογοητευμένος, όπως μου εξομολογήθηκε, γιατί δεν μελοποιήθηκαν ακόμα τα δικά του ποιήματα και να παρουσιαστούν – μετά βαΐων και κλάδων – στο Ηρώδειο. Έμεινα άναυδος από την τόση προπέτεια, το θράσος το απροσμέτρητο, την έλλειψη αυτογνωσίας την απύθμενη. Σπεύδω αμέσως να σας δηλώσω, για να μην παρεξηγηθώ, ότι αγαπώ τους ανθρώπους, και τρέφω τρυφερά αισθήματα για όλους τους ποιητές, ανεξαρτήτως των επιτευγμάτων τους. Γιʼ αυτό γράφω κι αυτό το σημείωμα. Στη μνήμη ενός άδοξου ποιητή. Τον είδα λοιπόν κι άλλες φορές στο φιλικό σπίτι, το ίδιο επηρμένον πάντα, όμως, όσο περνούσαν τα χρόνια, και δεν γινότανε τίποτα, και δεν τον καλούσαν στην Ακαδημία Αθηνών να τον βραβεύσουν σε πανηγυρική τελετή, ο ποιητής μας αυτός σα να μαράζωνε και να χάνουν ακόμα πιο πολύ τη λάμψη τους τα ούτως ή άλλως άχρωμα μάτια του. Κάποια μέρα τον χάσαμε. Κι όταν μετά από καιρό τον αναζήτησα, ή κάποιος έφερε την κουβέντα στο άτομό του, δεν θυμάμαι, άκουσα αποτροπιασμένος το μοιραίο (;) τέλος του. Είχε πεθάνει αργά και βασανιστικά σε κάποιο ράντζο νοσοκομείου έχοντας καταπιεί ποντικοφάρμακο, ή κάποιο γεωργικό δηλητήριο, δεν γνωρίζω… Πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής του, προσπαθώντας να μιλήσει, και κάθε φορά έβγαιναν από το πληγιασμένο στόμα του μπουρμπουλήθρες, φούσκες που πάνω τους ιρίδιζαν οι λιγοστές ακτίνες που έπεφταν από τις εκτυφλωτικά άσπρες λάμπες φθορίου. Ίσως αυτές οι μπουρμπουλήθρες να ήταν πιο καίριες από το ποιήματά του. Αποτυπώθηκαν ούτως ή άλλως πιο έντονα στη μνήμη μου από τους πενιχρούς του στίχους, και νιώθω την ανάγκη να γράψω γιʼ αυτή την εφιαλτική παράσταση, που έδωσε ο άτυχος ποιητής στο κρεβάτι του θανάτου. Γιατί τα γράφω όλʼ αυτά; Πρώτον, γιατί με κυνηγάει αυτή η εικόνα – η ανέκφραστη – τόσα χρόνια τώρα, δεύτερον από αληθινή συμπάθεια για τον πάσχοντα ποιητή, και τρίτον, για να προσγειωθούμε. Για να συνέλθουμε. Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να θαυμάσει τους στίχους μας. Η ανθρωπότητα έχει άλλες σκοτούρες από το να σταματήσει να αναπνέει ευθύς αμέσως μόλις εμείς δημοσιεύσουμε τα πονήματά μας. Ας μην ξεχνάμε ότι η λέξη «πήματα» στην αρχαία ελληνική σημαίνει «βάσανα». Έτσι λοιπόν και τα ποιήματα, μπορεί να είναι αδιάφορα σε αυτόν που τα διαβάζει, είναι όμως σίγουρα βάσανο και κατάθεση ψυχής γιʼ αυτόν που τα γράφει. Ας είμαστε λοιπόν πιο ταπεινοί. Ο Πεσσόα έλεγε ότι ο ιδιοφυής λογοτέχνης πεθαίνει παραγνωρισμένος και σε βαθιά απόγνωση. Αν πάλι, η καλή μας τύχη, και οι ευγενικοί άνθρωποι που μας ακούνε, θελήσουν να μας χειροκροτήσουνε, και να επικροτήσουνε το έργο μας, εγγράφως ή προφορικώς, πάλι να μην παίρνουμε τα επάνω μας, γιατί είναι πάντα κάποιος άλλος αυτός που γράφει με το χέρι μας, αυτό το Άγνωστο που μας κινεί και μας εμπνέει. Σε Αυτό λοιπόν αξίζει δόξα και τιμή, και όχι σε εμάς. Για πάρα πολλούς αιώνες οι καλλιτέχνες δεν υπέγραφαν τα έργα τους, και πολλά αριστουργήματα κυκλοφόρησαν από λογοτέχνες που χρησιμοποίησαν ψευδώνυμο. Πάμπολλα επίσης λογοτεχνήματα που μπήκαν στην παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας, δημοσιεύτηκαν μετά το φυσικό θάνατο του δημιουργού τους. Γιʼ αυτό λοιπόν, αγαπητοί ποιητές και συγγραφείς, ας πάρουμε χαλαρά το ανηφορικό μονοπάτι. Κι αν κανείς δεν μας περιμένει στην κορυφή να μας χειροκροτήσει, να μας επιβραβεύσει, να σφάξει το μόσχο του το σιτευτό για τον κόπο μας, δεν πειράζει! Εμείς αξιωθήκαμε αυτή την περιπέτεια, κι από το λοφίσκο όπου φτάνει ο καθένας μας, η θέα, φαντάζομαι – γιατί δεν έφτασα, βεβαίως, ακόμα– είναι υπέροχη και μοναδική. Να είστε καλά, και να γράφετε.

Υ.Γ. Σπεύδω να σας διευκρινίσω ότι το πρόσωπο του αυτόχειρα ποιητή το επινόησα, ή μάλλον το συνέθεσα από σκόρπια υλικά. Εξάλλου, ακόμα κι αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ο νεκρός δεδικαίωται! Πάντα, ή σχεδόν πάντα.