Ο Θοδωρής Βοριάς διαβάζει 12 ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Ιθάκη

Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
η από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.

Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.

Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…

Τώρα επιστρέφω με μίαν ύποπτη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μίαν ασωτία ιδιωτική.

Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά.
Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;

(Από τη συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων» )

Τύψεις

όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες –
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή ξενυχτισμένη και χλομή

(Από τη συλλογή «Ξένα γόνατα»)

Το έγκλημα της μοναξιάς

Κάθε που πέφτει επικίνδυνα το βράδυ,
ξυπνάει η φωνή σου μέσα μου και με ρημάζει∙
κι όταν η νύχτα όλες τις γλυκιές εικόνες διώχνει,
προβάλλει εντός μου η βρώμικη ομορφιά σου
και σβήνει από τα μάτια τη λάμψη του Θεού.

Και τότε δίνομαι στο έγκλημα της μοναξιάς,
που χρόνια τώρα μέσα μου το ετοιμάζω,
και πια δεν έχει ουράνιο φεγγοβόλημα,
δεν έχει πια παιδικές χορωδίες,
μονάχα μια προσπάθεια για σπασμούς,
νυχτερινά χαρτονομίσματα τσαλακωμένα.

(Από τη συλλογή «Ξένα γόνατα»)

Εκείνοι Που Μας Παίδεψαν Steppin: The Movie dvdrip

Riders movie

Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ,
όμως η δική σου τρυφερότητα πόσο καιρό ακόμα θα βαστάξει;
Ό,τι μας γλύκανε, το ξέπλυνε ο χρόνος κι η συναλλαγή,
εκείνοι που μας χαμογέλασαν βουλιάξαν σε βαθιά πηγάδια
και μείναν μόνο κείνοι που μας πλήγωσαν,
εκείνοι που αρνήθηκαν να τους υποταχτούμε.
Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ…

(από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστος Καημός»)

Ρημαγμένο νταμάρι

Welcome to the Dollhouse rip

Έρχονται ώρες που τι να σου κάνουν πια και τα χαμόγελα,
πέφτουν ένα ένα σαν τα εφτά πέπλα της Σαλώμης,
και στο τέλος απομένεις γυμνός, και τότε αρχίζουν όλα να
κραυγάζουν•
τα μάτια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που ρουφήξαμε τόση
ομορφιά,
τα χέρια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που συντελέσαμε στην
υποταγή,
το σώμα κραυγάζει: εγώ είμαι που συσπάστηκα στην
κτηνωδία του καλοκαιριού,
οι στίχοι διαλαλούν τα μυστικά μας,
γίναμε πια σαν ιδιωτικό ημερολόγιο σε ξένα χέρια.

Έτσι είναι, δεν ωφελούν πια τα χαμόγελα, όσο κι αν είναι
ανοιχτόκαρδα,
ούτε ωφελεί να κρατάς το στόμα κλειστό όταν όλα κραυ-
γάζουν•
και τι να την κάνεις τη διπλομανταλωμένη αξιοπρέπεια
της σιωπής
τώρα που όλοι ξέρουν ποιους ικετέψαμε, σε ποιες αγκαλιές
συσπειρωθήκαμε,
κι είναι το πρόσωπό μας σα νταμάρι ρημαγμένο
κι είμαστε σαν ψημένα κάστανα που εύκολα τα ξεφλουδί-
ζει κανείς.

(Από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστος Καημός»)

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
να χορτάσω κι απόψε την έξαψή μου
να σκοτώσω κι απόψε την απόγνωσή μου,
δεν αντέχω πια αυτά τα δρομολόγια,
αυτό τον παιδεμό πίσω από ξένα ίχνη.

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
δεν εξετάζω αν το στήθος είναι όμορφο,
αν τα μπράτσα είναι ψημένα στη δουλειά
ούτε και νοιάζομαιι για των ματιών το χρώμα,
όνομα, επάγγελμα και ηλικία.

Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
έστω και για μισή ώρα, για ένα δεκάλεπτο∙
σου τάζω πρώτα πρώτα το κορμί μου,
σου τάζω το μέλλον μου,
σου τάζω κάτι περισσότερο: την ψυχή μου –

χάρισέ μου ένα κορμί.

(Από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστος καημός»)

Τι γυρεύω

Τι γυρεύω εγώ σ’ αυτές τις νύχτες
οδεύοντας σε λασπωμένες ερημιές
μ’ ένα απαίσιο συνάχι και το παπούτσι να με χτυπάει
και το φεγγάρι να μη λέει να κρυφτεί
κι η νύχτα να με σφίγγει απ’ το λαιμό σαν τοκογλύφος –
τι γυρεύω εγώ αυτές τις νύχτες;

Τι γυρεύω εγώ σ’ αυτούς τους δρόμους
που άγρια τους φορολογεί η νύχτα;
Ελεεινά υποκείμενα δυναστεύουν τις γειτονιές,
γεμίσαν καθάρματα τα ξεροπόταμα,
σπίτια που είδαν πολλούς ξυλοδαρμούς –
τι γυρεύω εγώ σ’ αυτούς τους δρόμους;

Γυρεύω να επενδύσω την καρδιά μου∙
δεν τα αντέχω πια αυτά τα βλέμματα,
στοιβάχτηκαν πολλά παράπονα στα μάτια μου,
τα χαμόγελά μου πικρίζουν,
το πρόσωπό μου έγινε ολοκαύτωμα –
γυρεύω να επενδύσω την καρδιά μου…

(Από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστος καημός»)

Η νύχτα το ‘χει απόψε

Η νύχτα το ‘χει απόψε να εκμαυλίζει
μπερδεύοντας τα βήματα στη μουσική της.

-Τρέξε κι απόψε, τρέξε απελπισμένα,
πάρε τους δρόμους που οδηγούνε στην ψευδαίσθηση
(κι οι άλλοι ας δημιουργήθηκαν,
ας παντρευτήκαν, ας έκαναν παιδιά,
ας αποχτήσαν σπίτι κι αυτοκίνητο,
κι εσύ ας είσαι έρημος και μόνος,
ας στάζει από τα μάτια σου το παράπονο,
ας περιμένει η μάνα σου να δει από σένα προκοπή,
να φάει γλυκό ψωμί στα γερατειά της),

τρέξε κι απόψε, τρέξε απελπισμένα,
πάρε τους δρόμους που οδηγούνε στην απόγνωση.

Η νύχτα το ‘χει απόψε να εκμαυλίζει…

(Από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστος καημός»)

Τσαϊράδα

Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε.
Τ’ αγκάθια τσιμπούν και τα τριβόλια κολνούν
και προδίνουν.
Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό,
δεν μοιάζει τα ολοκάθαρα ρυάκια του χωριού σου.

Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε.
Έχτισαν κι άλλο σπίτι, βλέπω φως στο παράθυρο.
Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας.
Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό.

Εδώ δεν είναι τόπος να ησυχάσουμε.
Αυτό το ρεμπέτικο μού χάλασε όλο το κέφι.
Βουρκώνει το μέσα μου καθώς σ’ αγκαλιάζω.
Μου κάνει κακό ν’ ακούω για ξενιτεμούς.

Εδώ δεν είναι τόπος για μας.
Ακόμη κι η εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.

(Από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστος καημός»)

Απόγευμα

Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατέλειωτη
συζήτηση στο πεζοδρόμιο.
Τα πουλιά κελαηδούσαν, οι άνθρωποι πέρναγαν,
τ’ αυτοκίνητα τρέχανε.
Στο απέναντι παράθυρο το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα
και το κορίτσι του διπλανού μας τραγούδαγε το ντέρτι του.
Φυλλορροούσε η ακακία κι ευώδιαζε το γιασεμί
και μες στην Τάπια τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι
και τα κορίτσια γύρναγαν σχοινί –
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από θάνατο,
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από τύψη,
κι εγώ τους αγάπησα πολύ τους ανθρώπους εκείνο το
απόγευμα,
δεν ξέρω γιατί, πολύ τους αγάπησα, σαν ένας μελλοθάνατος.

(από τη συλλογή: «Ο Αλλήθωρος»)

Εγκαταλείπω την ποίηση

Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία,
δε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο για τη συναλλαγή.
Τέλειωσαν πια τα πρελούδια, ήρθε η ώρα του κατακλυσμού.
Όσοι δεν είναι αρκετά κολασμένοι πρέπει επιτέλους
να σωπάσουν,
να δουν με τι καινούριους τρόπους μπορούν να απαυδήσουν
στη ζωή.

Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Να μη με κατηγορήσουν για ευκολία, πως δεν έσκαψα
βαθιά,
πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκαλα.
όμως είμαι άνθρωπος κι εγώ, επιτέλους κουράστηκα,
πως το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;

Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί
την καταστροφή του.

(από τη συλλογή: «Ο Αλλήθωρος»)

Το Δάσος

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά
κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαηδούνε.
Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει.
Ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν,
όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας,
λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν.
Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν.

(από τη συλλογή: «Ο Αλλήθωρος»)