Έχουν περάσει δυο χρόνια, εάν καλώς ενθυμούμαι, από τη σκέψη και την έξαψη που μου δημιούργησε η εκπομπή της κ. Τσουκαλά «Έχει Γούστο» στην κρατική τηλεόραση. Ήταν η παγκόσμια ημέρα της Ποιήσεως και καλεσμένοι της γνωστής παρουσιάστριας ήταν οι κ. Γιάννης Κοντός και Αντώνης Φωστιέρης. Σε δεδομένη στιγμή της συζητήσεως, η κ. Τσουκαλά ρωτούσε επιμόνως τον κ. Κοντό περί της χρησιμότητος της Ποιήσεως, όχι «για εσάς τους ποιητές» αλλά, προφανώς, για κείνους που δεν είναι ποιητές. «Τι χρησιμότητα έχει ένα λουλούδι;», αντέτεινε ο κ. Κοντός. Και η κ. Τσουκαλά απάντησε: «Το λουλούδι προΰπάρχει. Δεν είναι ανθρώπινο δημιούργημα». Για τις όποιες αποκλίσεις από τις ακριβείς εκφράσεις ζητώ προκαταβολικώς συγγνώμη, καθότι, ευάλωτος στην απάτη της, αποτείνομαι αποκλειστικώς στη μνήμη, τούτη την ώρα των επερχόμενων αράδων.
To ζήτημα της παρήχησης με έχει πολυαπασχολήσει. Ο φθόγγος που επιμένει τοποθετείται συνήθως μέσα σε λέξεις που εκφέρονται. Όμως οι λέξεις που εκφέρονται έχουν κουραστεί, γιατί δεν υπάρχει κοινό να μην τις ακούει από εκείνους που στερούνται την αίσθηση. Γιʼ αυτό κι εγώ αναζητώ ένα ποίημα μεστό παρηχήσεων, με τους επιμένοντες φθόγγους να λιάζονται μέσα σε λέξεις που παραλείπονται, εξίσου, όμως, υποχρεωτικές με τις λέξεις που εκφέρονται. Προκειμένου να πετύχω το μονόδρομο προς τον υπαινιγμό, εντός του οποίου κρύβονται οι λέξεις-αντηχεία των εκφερομένων, πρέπει να δεχθώ ότι διαθέτω την αίσθηση. Μόνο αν διαθέτω την αίσθηση μπορώ να ενισχύσω την ένταση των λέξεων που εκφέρω, χρησιμοποιώντας τις παρηχήσεις τους με λέξεις που δεν εκφέρω, αλλά εννοώ. Δέχομαι ότι διαθέτω την αίσθηση σημαίνει πως εννοώ λέξεις που, ώσπου να τις εννοήσω, έχουν μέσα στα στήθη των ανθρώπων υπόσταση γνώριμου ρίγους, αναγόμενου στη φυσική ροπή στρέψης προς τον ήλιο (δέχομαι τον ήλιο, επομένως, σημαίνει δέχομαι τον ηλιοτροπισμό). Κείνον που αποφάσισε τις αναστομώσεις της ομορφιάς μέσα στους ιστούς του Ωραίου δεν τον γνωρίζω-είμαι, βέβαιος, όμως, πως, αν υπάρχει, αυτός αποφάσισε την έλξη της ομορφιάς ως αποτύπωμα κύματος θαλάσσης, τουτʼ έστιν ως φαινόμενο με αδελφά αποτελέσματα, αλλʼ ουδέποτε όμοια. Όταν με κυριεύει ο φόβος της εκπεμπόμενης ασυναρτησίας (ή, τελοσπάντων, της αντιαισθητικής χασμωδίας), συχνά επιστρατεύω παράδειγμα. Καθώς, λοιπόν, ο πατέρας (ή η μάνα) παρακολουθεί το φιλμ, μπορεί να ταραχθεί από μια φαινομενικά απλή απεικόνιση του γνώριμου (μόνο η καρδούλα του σκηνοθέτη ξέρει την αγωνία αυτής της απλότητας). Όταν επιστρέψει στο σπίτι, η μάνα (ή ο πατέρας) ενδέχεται να προσφέρει ένα άγγιγμα απαλό στα μαλλιά του παιδιού της (πού ξεφύτρωσε ένα άγγιγμα που ως το ποίημα ήταν ξεχασμένο;). Όσο η ανθρωπότητα γίνεται σοφότερη, εκτιμά ολοένα και περισσότερο τέτοια ισχνά στην όψη αλλά ποιοτικώς και αθροιστικώς σωτήρια νεύματα. Δε με πιστεύετε; Ρωτήστε τις ασφαλιστικές εταιρείες, να μάθετε πώς μεταλλάσσεται το συμφέρον, όταν το ίδιο διαπιστώνει ότι βάλλεται από την αντίληψη του εαυτού του. Μπορεί να φαντάξει επικερδής η υποχώρηση σε αυτό που εισπνέεται ή σε κείνο που καταπίνεται, ώσπου το ανυποχώρητο να αποδειχθεί επικερδέστερο. Αυτό, λοιπόν, κάνει η ποίηση: υπαινίσσεται, μέσα σε δευτερόλεπτα, μέσα σε κλάσματα, αν χρειαστεί, των πιο ανεπαίσθητων δευτερολέπτων, το χάδι στο παιδικό κεφάλι. Του χορταριού τη βρώση. Την παύση του ψεκασμού του χορταριού με βιοκτόνα, ώσπου χορτάρι πια να μη μοιάζει (αν δεν ακούστηκε το αύριο της παρήχησης, παρακαλώ σας να ακουσθεί ο συνειρμός). Μη λησμονούμε ότι η ανθρωπιά, ως μέγεθος καταγόμενο από τον μύθο, έχει πολλές μονάδες μέτρησης: το φιλί, την αγκαλιά, το δάκρυ, τη βροχή, τη μητέρα του Ηρακλή, την Περσεφόνη-πόσοι θα έτρωγαν καννίβαλοι τη γη δίχως της ποίησης τʼ αμόνι; Προς Θεού, δεν εννοώ ανθρώπους. Οι άνθρωποι δημιουργούν φυλακές για τους εαυτούς τους-δεν μπορούν να σπάσουν την αλήθεια περισσότερο. Η ποίηση δημιουργεί μια κόλαση, στα καζάνια της οποίας βασανίζει συμπεριφορές-γιατί για την ποίηση, όλοι οι άνθρωποι είναι αθώοι.
Σφυριά-σφυριά στο αμόνι της ποίησης, η ανθρωπιά συντηρείται και ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό της. Γίνεται βρέφος ανθρώπου, που, μέσα από την κούνια, δάχτυλο ανθρώπου σφίγγει. Η ποίηση ορίζει τον εαυτό της σʼ αυτή την τάση της χειρός: ανάπτυξη επιφωνήματος, ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου, αντήχηση ανθρωπιάς εξ υπαινικτικής παρήχησης φθόγγων υφάλμυρου ύδατος. Μπορεί, πράγματι, αρχικώς, να φαίνονται σημάδια στο χαρτί, χρώματα στο πανί, φωνές στην οθόνη (ενοχλεί, φαίνεται, την εποχή ο τρόπος που στεκόμαστε όρθιοι), αλλά σκεφτείτε: τι επίδραση ασκεί στις οικογένειες, στις απελπισίες, στις ασχήμιες η ζύμωση με την υποτιμημένη παρήχηση του υπαινιγμού που απλώνει από το νόημα το χέρι; Ποιο καθήκον χτίζεται από τα υλικά έστω και της στιγμιαίας έκδυσης της αλλοτρίωσης; Τι πίεση ασκεί στην εκτροπή και τη λήθη το σύμβολο του καλύτερου εαυτού; Τίνι τρόπω ο πολιτισμός απηχεί το περιεχόμενό του στα σπήλαια των ανθρώπινων κοινωνιών; Πόσο εκκωφαντικά πιο άνθρωποι περιφερόμαστε ανάμεσα στους ανθρώπους χάρη στη σκοτεινή δύναμη του μύθου; Γιατί η ποίηση είναι ο ήρωας που χρειαζόμαστε. Ο ήρωας που αξίζουμε. Ο μεστός οράσεως φύλακας. Ο Σκοτεινός Ιππότης.











Την τελευταία φορά που διάβασα δοκίμια από τ΄Ανοιχτά Χαρτιά του Ελύτη ,εκτός από τη συγκίνηση που ένιωσα για τον υψηλό λόγο των κειμένων αυτών, βίωσα και μια μελαγχολία νιώθοντας πως δύσκολα θα ξαναδούν τα μάτια μας ποίηση και δοκίμιο συναρμοσμένα σε έναν αδιάσπαστο και ισορροπημένο κειμενικό δεσμό.
Και να που ανοίγοντας τώρα τις σελίδες του αξιότιμου αυτού ιστοχώρου διακατέχομαι από σαφή , ξεχωριστή χαρά καθώς βλέπω πως υπάρχεις ανάμεσα μας , Δημήτρη, νεότατος και σοφότατος συνάμα.
Κρυστάλλλινος ο λόγος σου και θερμός , διαπνεόμενος από μια ακέραια , ειλικρινή αγάπη για την ποίηση δίνει την απάντηση εκεί που οι θώκοι και τα κρατικά βραβεία αναιρούν τον εαυτό τους καταφανώς.
“Αυτό, λοιπόν, κάνει η ποίηση: υπαινίσσεται, μέσα σε δευτερόλεπτα, μέσα σε κλάσματα, αν χρειαστεί, των πιο ανεπαίσθητων δευτερολέπτων, το χάδι στο παιδικό κεφάλι. Του χορταριού τη βρώση. Την παύση του ψεκασμού του χορταριού με βιοκτόνα, ώσπου χορτάρι πια να μη μοιάζει (αν δεν ακούστηκε το αύριο της παρήχησης, παρακαλώ σας να ακουσθεί ο συνειρμός). Μη λησμονούμε ότι η ανθρωπιά, ως μέγεθος καταγόμενο από τον μύθο, έχει πολλές μονάδες μέτρησης: το φιλί, την αγκαλιά, το δάκρυ, τη βροχή, τη μητέρα του Ηρακλή, την Περσεφόνη-πόσοι θα έτρωγαν καννίβαλοι τη γη δίχως της ποίησης τʼ αμόνι; Προς Θεού, δεν εννοώ ανθρώπους. Οι άνθρωποι δημιουργούν φυλακές για τους εαυτούς τους-δεν μπορούν να σπάσουν την αλήθεια περισσότερο. Η ποίηση δημιουργεί μια κόλαση, στα καζάνια της οποίας βασανίζει συμπεριφορές-γιατί για την ποίηση, όλοι οι άνθρωποι είναι αθώοι”.
Ναι. Αυτό ΑΚΡΙΒΩΣ κάνει η ποίηση.
Και συ το ξέρεις , γιατί το κεντάς με την ποιητική σου γραφίδα. Και γι΄αυτό μπορείς και το λες με επάρκεια μαθηματική.
“Σφυριά-σφυριά στο αμόνι της ποίησης, η ανθρωπιά συντηρείται και ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό της. Γίνεται βρέφος ανθρώπου, που, μέσα από την κούνια, δάχτυλο ανθρώπου σφίγγει. Η ποίηση ορίζει τον εαυτό της σʼ αυτή την τάση της χειρός: ανάπτυξη επιφωνήματος, ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου, αντήχηση ανθρωπιάς εξ υπαινικτικής παρήχησης φθόγγων υφάλμυρου ύδατος…”
Έτσι. Με αυτή την τάση της χειρός αδράττεις το νόημα που εκκινά από την ποιητική σου αύρα και αναπτύσσεις πάνω στο χαρτί κείμενα μεστά αισθήσεων και αντηχήσεων …
Συγχαρητήρια για άλλη μια φορά .
Άπειρες ευχές για να περιφρουρείς πάντα την ποίηση και το λόγο με όραση μεστή ευαίσθητη και σκέψη διεισδυτική καλαίσθητη.
Υποκλίνομαι.
Το κείμενό σου,ιδιαιτέρως ερεθιστικό για σκέψη και προβληματισμό, θίγει πολλά, Δημήτρη ,μα εγώ θυμηθηκα εξ αφορμής του ένα κείμενο απ’το Εν λευκώ του Ο.Ελύτη.
Πιστεύοντας πως έχει τη θέση του εδώ,παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
“Το μυστικό στη ζωή αυτή,φαίνεται,δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι-καθόλου.Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο “”άρα”και να έχεις έτοιμη την απάντηση.Πολύ ωραία.Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το “άρα”στομώνει;
Το μυαλό μας κάνει μαιάνδρους απίθανους προκειμένου στο μέλλον να σταδιοδρομήσει στα εργαστήρια,οπουδήποτε οσφραίνεται όφελος χειροπιαστό.Προκειμένου όμως να καταλήξει σε μια συνειδητοποίηση του είναι παραμένει στην πρώτη του Δημοτικού.Γιατί;
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει-άρα;
Μηδέν ο μαθητής.-Ο ήλιος κυκλοδίωκτος ,ως αράχνη,μ’εδίπλωνε-άρα;Κενό.
Το τρανζίστορ μας,ναι,αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε σβήσε.
Όλα γίνεται να τα λύσεις και να τα επανασυνδέσεις,εκτός από τα λόγια που έγραψε ο ποιητής.Κάποια βίδα στο τέλος θα σε μπερδέψει.Μήτε που θα εφαρμόζει πουθενά,μήτε που χωρίς αυτήν θα λειτουργεί το μηχάνημα.Και ο ίδιος ο ποιητής,εάν κληθεί να δοκιμάσει,θ’αποτύχει….
…Την αδεξιότητά του,που εντούτοις ευστόχησε,δεν μπορεί παρά να τη δικαιολογήσει με κάποιο ψέμα.
Εκ των υστέρων,όλοι οι ποιητές,εξηγώντας τα ποιήματά τους,λένε ψέματα”.
Κατάλαβες Μπήλιω;…
Και για τους απαραίτητους συνειρμούς,να υπενθυμίσω ξανά το
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ
του Δ. Σολδάτου:
Από το βράδυ ως που να φέξει
Διαβάζω διάβαζε και Λέξη.
Κι αν βρέξει, απ’ την Ομπρέλα κάτου
να μπεις του Μάκη Αποστολάτου.
Αν θες να στείλεις τα γραφτά σου
για δημοσίευση στοχάσου:
o δρόμος προς τον ποιητή
περνάει απ’ τον συνδρομητή.
Φωστήρας γίνε με Φωστιέρη
τον Σκοτεινό Έρωτα που ξέρει
κι αθανασία πιες λιγάκι
απ’ Το Νερό του Πρατικάκη.
Βαλαωρίτη έχε για πλάνο
όχι τον γίγα, μα τον Νάνο –
να ‘σαι Του Τίποτα αθλητής
και ο Κοντός προπονητής.
Με το φαλλό να βγάζει μάτι
Στύσης Εγκώμιον του Γαλάτη
μελέτησε – κι ένα βραβείο
πάρε κι εσύ απ’ το υπουργείο.
Κι ένας φαλλός αν δεν σου φτάνει
πιάσε και του Υφαντή του Γιάννη
που “αιρετικός” έγινε – αλί! –
λέγοντας τον φαλλό καυλί.
Μες στην Στοά του Αρσακείου
η μασονία του βιβλίου.
Μέγας ο κάθε κακομοίρης
που προλογίζει ο Κώστας Μύρης.
Εδώ ανατέλλουν τόσα άστρα
ποιήτρια κι η κάθε γλάστρα.
Κι όπου η γλάστρα τελικώς
εκεί και ο Βασιλικός.
Μια θέση αν θες κι εσύ στον ήλιο
βρες τρόπο πήγαινε στην Μπήλιω.
Η ομιλία θα Έχει Γούστο
και βάθος μπρος σε τέτοιο μπούστο
σαν σε ρωτήσει, σταυροπόδι,
ε, ό,τι και την Έφη Θώδη.
Κάλλιο εν τέλει το καυλί
του Υφαντή απ’ το «γυαλί».
Σ’ αυτήν την κόλαση του Δάντη
ω ποιητή, πολιτικάντη,
γύρεψε έστω μια ρημαδο-
δάφνη – ό,τι πρέπει για στιφάδο –
και περιφέρσου άνω κάτω
στων σωματείων το αδελφάτο
κρατώντας μία συλλογή
στο χέρι σου γι’ ανταλλαγή.
Ως κατ’ αρχήν συμβολή μου στα προαναφερόμενα έστωσαν τα εξής: Ανήκω σ’ εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν σταθερά ότι η ποίηση δεν είναι κατ΄ ανάγκην παιδί της ταραγμένης ή μη εποχής της. Φρονώ μάλιστα ότι ως η κατ’ εξοχήν τέχνη του επαΐοντος – να υπογραμμίσω εδώ τον οξυδερκή ορισμό του Γουάλας Στίβενς «Poetry is the scholar’s art» – η ποίηση θα συνεχίσει και στα χρόνια που έρχονται να εκλύει οραματική σοφία, ανατέμνοντας και αναδιανέμοντας τη σκληρή ύλη της πραγματικότητας που μας περιβάλλει ενίοτε τόσο ασφυκτικά. Η ποιητική γραφή θα εξακολουθήσει να ασκεί το θεμελιώδες, σύμφυτο με τον εαυτό της προνόμιο, δηλαδή να προπορεύεται και να προβλέπει ή να προσβλέπει στα νέα τοπία του ανθρώπου.
Η φαντασία, ισχυρίζομαι, δεν είναι απλώς «η μαιτρέσα του κόσμου», όπως ισχυρίστηκε με έμφαση ο Πασκάλ, αλλά το στήριγμα και η αναβάθμιση ταυτόχρονα του ίδιου του κοσμοειδώλου. Στην εξαιρετικά δίσημη αυτή χρονική συγκυρία, όπου ο κόσμος, ηλεκτρονικά τουλάχιστον συρρικνώνεται, γίνεται ένα δυναμικό χωριό επικοινωνίας, η ποίηση αναλαμβάνει, ως εκ των πραγμάτων, το πρόσθετο βάρος να μεγαλώσει αντίθετα τον κόσμο, να τον διευρύνει εννοιολογικά, να του δώσει εντέλει την ορθή του διάσταση, δρώντας ως το κατ’ εξοχήν αντίβαρο στη μονοδιάστατη αγωγή των προσώπων ή των α-προσώπων.
Η πανάρχαια και βέβαια αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής ποίησης εγγυάται μεταξύ άλλων, ότι πέρα από την εμπειρία των αισθήσεων θα υπάρχει πάντα ακέραιη και ακαινοτόμητη η εμπειρία του Ποιητικού Νου, που έχει το χάρισμα να καταργεί είδωλα και ψεύδη φαινομένων, ό,τι δηλαδή είθισται να αποκαλείται με τον πλέον επιπόλαιο τρόπο «αξιωματικός ρεαλισμός». Είμαι πεπεισμένος ότι όσο ο κόσμος θα δείχνει απερίφραστα ότι διακατέχεται από τάσεις αυτοκαταστροφής, τόσο ανάστροφα θα δρα η ποίησης, ως τάση δηλαδή συντήρησης και επιβίωσης και αφαλκίδευτης αυτοβεβαίωσης του ανθρώπινου παράγοντα, που επιμένει να αντιστρατεύεται στον εξανδραποδισμό του.
Η μεταφορά, αυτή η σημαίνουσα ρηματική τάξη, που ουσιώνει και στοιχειώνει μαζί την ποίηση, θα δίνει όλο και περισσότερα εχέγγυα διατήρησης της παμπάλαιας ισορροπίας, ότι δηλαδή το φαντασιακό υπάρχει στο βαθμό που υπάρχει ζωή στον πλανήτη Γη. Πάνω από τις θανάσιμα γραφικές κάποτε παραστάσεις της φαινομενολογίας του κόσμου, θα υπάρχει πάντοτε μέσω της ποιήσεως η μεγάλη δυνατότητα της διαστολής της συνείδησης, της ικανότητας δηλαδή να παραμείνουμε λειτουργικοί σε δεύτερο βαθμό θέασης.
Αναμφίβολα η ποίηση θα εξακολουθεί να ενεργεί παλίντροπα – από τη μια θα την έλκει και θα την ελκύει ο πόλος του πραγματικού και ό,τι αυτό μπορεί ενδεχομένως να σημαίνει, κι από την άλλη θα τη διεγείρει το φαντασιακό με όλη τη δυναμική του. Στο αναμφισβήτητο χάος που είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να ανοίξει μπροστά μας, χάος που υπονοούν και επαπειλούν μεταξύ άλλων οι πυρηνικοί εξοπλισμοί, με αφοπλιστική μάλιστα ειλικρίνεια, προοιωνιζόμενοι το βιολογικό μας τέλος, έρχεται η ποίηση αυτών των καιρών να μας βοηθήσει να δούμε με καθαρότερα μάτια την τάξη στη θέση της αταξίας, το ρυθμό στη θέση της αναρχίας και της αρρυθμίας.
Οφείλουμε «μέσα από την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών», όπως ορίζει ο περίφημος καβαφικός στίχος, να διασφαλίσουμε την ποιητική διάσταση του κόσμου. Η ελευθερία της λεκτικής δράσης, η ρηματική συναλληλία προκαθορίζουν με τον τρόπο τους τη συναντίληψη των όντων. Αν πράγματι «μόνο η φαντασία και όχι η επινόηση είναι η υπέρτατη κυρίαρχος της τέχνης, όπως και της ζωής», όπως διατείνεται ο Τζόζεφ Κόνραντ, τότε οι ευθύνες μας για τη διατήρηση του δικαιώματος να ονειρευόμαστε μέσα στο δάσος των λέξεων είναι τώρα ιδιαίτερα αυξημένες.
Είναι σαφές για μένα. Κι ευχαριστώ για την ανταπόκριση. Θυμάμαι και παλαιότερες κριτικές, προφορικές σας αποτιμήσεις, κ. Μίχο, εκεί, [οδός Πανεπιστημίου 10…] αρκετά χρόνια προτού μπει ο 21ος αιώνας…αν μη τι άλλο δεν έχετε αλλάξει κριτήρια ποιοτήτων-κι αυτό μετράει.
Kαταρχάς να ευχαριστήσω τη Fuji καθώς και τους κ. Μίχο, Βέη και Κυριαζή για την καλοσύνη τους να διαβάσουν το κείμενο αυτό και να το σχολιάσουν.
Ερώτημα: γιατί το περί χρησιμότητος τέχνης ερώτημα τίθεται αυτονόητα-από μια Μπήλιω, υπογραμμίζω-στον ποιητή για την τέχνη του, αλλ’ ουχί στο μουσικοσυνθέτη, τον τραγουδιστή, τον ηθοποιό, τον πεζογράφο, το σκηνοθέτη ή το ζωγράφο (όλοι τους πυκνόσυχνα σε μία Μπήλιω καλεσμένοι);
Κύριε Βέη, επιτρέψτε μου το ερώτημα: πώς προέκυψε η γνώση των επαϊόντων (scholars) ποιήσεως;
Κύριε Μίχο, επιτρέψτε μου το ερώτημα: γιατί το κέιμενο αυτό είναι μια δικαίωση του Ποιείν;
Γιάννη Κυριαζή, έχω την αίσθηση πως η Μπήλιω γνωρίζει το σημαντικό κείμενο που επισημαίνεις-γι’ αυτό και τονίζει: ΟΧΙ ΓΙΑ ΕΣΑΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ. Υπάρχει, λες, τέτοια περίπτωση;
Αυτό, λοιπόν, κάνει η ποίηση: υπαινίσσεται, μέσα σε δευτερόλεπτα, μέσα σε κλάσματα, αν χρειαστεί, των πιο ανεπαίσθητων δευτερολέπτων, το χάδι στο παιδικό κεφάλι.
αυτό το κρατάω , κια ιδιαίτερα το “υπαινίσσεται”..
εκεί νιώθω συνεχώς πως απέτυχα, όσες φορές προσπαθώ να υπαινιχθώ κάτι που τις περισσότερες φορές νιώθω πως το έδωσα με μια φλυαρία αφόρητη..
και κάτι ακόμη, η ποίηση , για μένα τουλάχιστον , είναι ένας τρόπος να καλύψω τη ρητορική μου ένδεια, τη φυσική συστολή και αμηχανία μου απέναντι σε επιχειρήματα λογικά, ένας τρόπος να
σιωπήσω γόνιμα..αυτό τουλάχιστον προσπαθώ, κι όσο τρίβομαι πάνω στις λέξεις κι όσο βλέπω πως και πάλι δεν το κατάφερα, τόσο πασχίζω ..
Δημήτρη,
έχει γούστο…(να το ξέρει…) 🙂
Aγαπητή Ειρήνη,
σε ευχαριστώ πολύ για την ανάγνωση και τις ωραίες και γνώριμες (σε μένα, εννοώ, ως προς προσωπική μου αναζήτηση των στίχων) παρατηρήσεις σου.
Αγαπητέ κ. Μίχο,
ομολογώ πως δεν έχω αναλογισθεί τους τρόπους και τους χώρους δημοσιότητος στους οποίους θα μπορούσα να δημοσιεύω τα κείμενά μου-από την απόκρισή σας, πάντως, αντιλαμβάνομαι ότι για να καταλάβω το γιατί το κείμενό μου δικαιώνει το Ποιείν, θα πρέπει υποχρεωτικώς να τους αναλογισθώ. Επιτρέψτε μου, πάντως, να παρατηρήσω ότι αν η δικαίωση του Ποιείν εκπορεύεται εκ της αναρώτησης των συνεργατών του επί του πού αλλού θα μπορούσαν να στέλνουν τις συνεργασίες τους, τότε το Ποιείν έχει ψυχισμό φιλανθρωπικού ιδρύματος.
Σας χαιρετώ και σας ευχαριστώ που τρέφετε το εσωτερικό μου διάλειμμα στο μονόλογο του έξω κόσμου.
Ως δεύτερη συνεισφορά μου στα όσα προηγήθηκαν και σχετικά με τη γνώση του επαΐοντος περί τα ποιητικά: κατ’ αρχήν ισχύει κι εδώ αυστηρά το «καθείς και τα όπλα του»- ένα από τα κατατεθέντα σήματα του Οδυσσέα Ελύτη. Στη συνέχεια των ιστορικών ανακαλύψεων του Αρθούρου Σοπενχάουερ για τη φύση της Βούλησης και στο βαθμό που κατά τον Φρόιντ « η ανθρώπινη μεγαλομανία δέχτηκε το τρίτο και το πιο οδυνηρό πλήγμα από την ψυχολογική έρευνα της εποχής μας, η οποία επιδιώκει να αποδείξει στο Εγώ ότι δεν είναι το αφεντικό ούτε μέσα στο ίδιο του το σπίτι, αλλά θα πρέπει να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι γνωρίζει ελάχιστα απ’ όσα συμβαίνουν ασυνείδητα μέσα στην ψυχή του», ο ποιητής, ο οποίος, οίκοθεν νοείται, επιμένει να σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να μελετήσει σε βάθος και σε πείσμα των καιρών το ποιητικό φαινόμενο, σε ικανό και αναγκαίο βάθος, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη – και στο μέτρο του δυνατού- την οικουμενική κλίμακα, σε συνάρτηση με τα μείζονα πνευματικά ζητήματα της συγκυρίας της οποίας αναγκαστικά είναι χρήστης. Ο οποιοσδήποτε ποιητής, απογαλακτιζόμενος κάποια στιγμή και παύοντας να θεωρεί τον εαυτό του μια λαμπρή μετενσάρκωση τουλάχιστον του Ρεμπώ ή του Καρούζου, αντιλαμβάνεται ότι ζει σε έναν κόσμο, όπου, μεταξύ άλλων, «η αποκρυπτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος» συνιστά κύρια συνθήκη της εν γένει πλανητικής ζωής. Δεν πρέπει να περάσει και μέσα από το συγκεκριμένο αυτό όνειρο; Να μην ξέρει τίποτε άλλο παρεκτός παιχνιδάκια με στιχάκια αμφιβόλου εν τέλει αισθητικού κύρους;
Αφήστε που όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότερο πείθομαι κι εγώ ότι «Η ποίηση (δυστυχώς) είναι ζήτημα των χώρων και όχι των ανθρώπων», όπως κάμποσα χρόνια προτού δω το φως της ημέρας είχε αποφανθεί ο Γουάλας Στήβενς. Και κάτι άλλο, τι θα πει «Ελληνίδα ποιήτρια-Έλληνας ποιητής», αν δεν μπορεί να σταθεί στοχαστικά δημιουργικά, έστω μια φορά το μήνα, γύρω από την ομηρική ετυμηγορία:« Οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών / φύλλα τα μεν τ’ άνεμος χαμάδις χέει, αλλά δε θ’ ύλη / τηλεθόωσα φύει, έαρος δ’ επιγίγνεται ώρη • / ως ανδρών γενεή η μεν φύει η δ’ απολήγει.»[ Ιλιάς, Ζ, 146-149, και σε μετάφραση Ν. Καζαντζάκη- Ι. Θ. Κακριδή: «Καθώς των φύλλων, απαράλλαχτη κι η φύτρα των ανθρώπων: / άλλα απ’ τα φύλλα ρίχνουν οι άνεμοι στο χώμα, κι άλλα πάλε- το δάσος ξεπετά τ’ ολόχλωρο την άνοιξη. Παρόμοια / και των θνητών η μια ξεπέταξε κι η άλλη γενιά πεθαίνει.» Και κάτι ακόμη: δεν θα πρέπει ο επαΐων να είναι κάπως εξοικειωμένος με τους υποχρεωτικούς γείτονές μας, εννοώ ασφαλώς τους Λατίνους; Να μην μπορεί δηλαδή να αντιληφθεί π. χ. τη γοητεία των ρυθμικών λόγων: «sunt lacrimae rerum et mentem mortalia tangunt”; Δεν θα πρέπει ΠΡΟΤΟΥ ΠΡΟΒΕΙ ΣΤΗΝ «ΠΑΤΡΟΚΤΟΝΙΑ», την οποία δικαίως αναφέρει συχνά ο κ. Μίχος, ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΚΑΛΑ-ΚΑΛΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ; Τι θα «σκοτώνει» αλλιώς; Μήπως μύγες τον Αύγουστο; Είναι σαφής η πρότασή μου: Ποίηση ισούται με αγώνα γνωσιολογικού δρόμου-πρωτίστως.
Το ως άνω σπερματικό δοκίμιο του κ. Μουζάκη συνιστά φύσει και θέσει το έναυσμα για πολλά σχόλια ή και διεξοδικά δοκίμια-ο διάλογος προβλέπεται γόνιμος. Μόνο να δώσει ο καθένας, η κάθε μια τον ορισμό της ποίησης που αρμόζει στην ιδιοσυγκρασία του / της φτάνει…Ιδού ένας που μου δόθηκε το πρωί, προτού αρχίσω αυτό το κείμενο, κάτι ως ‘’ποίηση, η πιο βολική ου – τοπία με πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα ανά τους αιώνες, όπου βεβαίως, μεταξύ άλλων, αναπτύσσονται ασμένως στίλβοντα ποδήλατα‘’.
Η σκυτάλη τώρα:
[]
Aγαπητέ κ. Βέη,
βαθεία υποχρέωση αισθάνομαι για τη συνεισφορά σας στη συζήτηση. Σας ευχαριστώ.
Μιας και παραδώσατε τη σκυτάλη, θα ήθελα να περιγράψω τη δική μου αντίληψη του scholar artist. Βεβαίως και ο ποιητής-συμφωνώντας μαζί σας-φορά το βαρύ ένδυμα του γνωσιοθεωρητικού, η γνωσιοθεωρία του, όμως, είναι άνευ γνωστικού, κατά τη γνώμη μου, αντικειμένου, μιας και αντικείμενό της είναι το όλον. Νομίζω, επιπροσθέτως, ότι ο ποιητής που τοποθετεί την ουδό της έκφρασής του στο όλον είναι μοιραία ορφανός, μιας κι οι πατεράδες του είναι περισσότεροι απ΄όσους αντέχει η έννοια της πατρότητας, που ‘ναι υπερφροϋδική για τα δικά μου γούστα ανάλυσης.
Αν έπρεπε να καθηκοντολογήσω, λοιπόν, ενθυμούμενος τον Kant, δε θα έβαζα σε καμία περίπτωση τον πήχυ του καθήκοντος στους ρυθμούς της λατινικής στιχοπλοκής ή τη στιχοπλοκή της οικουμένης στο χώρο και το χρόνο. Η πενιχρή μου εμπειρία μέχρι στιγμής με διδάσκει ότι η ποίηση αναδιατάσσεται υπό χαώδεις συνθήκες ασκούμενων ερεθισμάτων: την περιγραφή του weltanschauung ως ρυθμιστικού της διαλεκτικής της ατομικής αντίληψης και της μαζικής/κοινωνικής συνείδησης, τη συναλματική προσέγγιση της φύσης και το φαινομένων που αυτή παρουσιάζει (displays) στον ανθρώπινο νου, την εξανθοσμία ως μέθοδο απομάκρυνσης αιθέριων ελαίων από φυτικούς οργανισμούς, τις ρώγες-πυξίδες της Αλουραίμ που με στέλνουν αλλού, τις κατά περίοδο παρανοϊκές ενοράσεις του Blake με ήρωα το Χριστό και άλλα τέτοια.
Με απλά λόγια και σε τόνο εξομολογητικό, θέλω να πω ότι η μελέτη των ποιημάτων είναι για μένα ένα μόνο κλωνί για να υπηρετηθεί η περίφημη scholar’s art. Aν καθήκον του ποιητή είναι το όλον και το όλον είναι ζωή, είναι κρίμα να κλείσουμε την περιπλάνησή του μόνο μέσα σε στίχους.
“Η ποίηση περιέχει ένα στοιχείο διδακτό κι ένα στοιχείο αδίδακτο. Το ερωτηματικό βρίσκεται στο ότι το διδακτό τείνει στην εκκάλυψη του αδίδακτου. Αυτό είναι το πρόβλημα της εποχής”.
Μπορεί, πράγματι, η εποχή να επιδεικνύει το “είσαι ποιητής επειδή είσαι scholar”, νομίζω, πάντως, ότι αν κοιτάξουμε καλά τον scholar, θα δούμε στο βάθος businessman με PR skills αξιοζήλευτα.
Σιγά μη γλίτωναν οι στίχοι από executives. Σε λίγο θα έχουμε και off shore ποίηση προς φοροαποφυγή.
Κι αν κοιτάξουμε βαθύτερα στο “scholar ” , θα δούμε πράγματι ότι είναι κι αυτό δικό μας, ετυμολογικά, παιδί! Δηλαδή επιστρεφουμε πάλι στο μεγάλο ΣΧΟΛΕΙΟ, στους “επαίοντες” του παπούλη μας του Σωκράτη, οπότε ξιαναπιάνουμε το νήμα από την αρχή! Τέλεια!
Aς αποπειραθώ να προεκτείνω τον ετυμολογικό πατριωτισμό:
η ελευθερία έχει κι αυτή στοιχείο διδακτό, αλλά και αδίδακτο: την τόλμη. Η αρετή δεν αρκεί.
Για να ανεβάσουμε κι άλλο τον πήχυ…Nota bene: “Tu Marcellus eris! Manibus date lilia plenis.” Μεταξύ άλλων, πρόκειται για παρήχηση, ηλικίας 21 ετών, ακριβώς. Μια και μιλάμε για ποίηση ακόμη…[Iδέτε Βιργιλίου “Αινειάδα”, VI,883]
Mα φυσικά και είναι ηλικίας 21 …αιώνων! Αλλά πόσο ασπαίρει!!!Πόσο είμαστε Εκεί/Εδώ…
Ακριβώς! κ. Μίχο! Αλλά όχι το θαυμάσιο εκείνο Labor omnia vincit improbus!!
Επισης, για τους γερμανομαθείς χρήστες του ποιείν-κάποιους πήρε το μάτι μου- εξαίρετες παρηχήσεις: “Und wenn dich das Irdische verga / zu der stillen Erde sag: Ich rinne / zu dem raschem Wasser sprich: Ich bin” Η παρήχηση, το “όργανον” του Ρίλκε…[Ιδέτε “Σονέτα στον Ορφέα”.]
Ως έφηβος πήγα φροντιστήριο για να γράψω έκθεση στις γενικές εξετάσεις.
Ο εκθεσάς με είχε υποχρεώσει, στο πλαίσιο της θεματικής ενότητας ΜΟΥΜΟΥΕ, να αναγνώσω το εξαίρετο σύγγραμμα της Μαρί Γουίν: Τηλεόραση-Ένας ξένος στο σπίτι.
Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου λεγόταν “Δεν πρόκειται για το τι βλέπεις”-επρόκειτο για μια αναλυτική επισήμανση του γεγονότος πως δεν πρέπει να στεκόμεθα στη βιαιότητα των τηλεοπτικών προγραμμάτων, την ακαταλληλότητα των πορνοταινιών κλπ, αλλά στη φύση της τηλεοπτικής εμπειρίας, τουτ’ έστιν την εθιστική αποχαύνωση.
Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, η Μπήλιω δε ρωτά σκηνοθέτες, πεζογράφους, μουσικούς ή ζωγράφους, αλλά ποιητές για τη χρησιμότητα της τέχνης τους.
Από την ποίηση εκλείπει εντελώς η αποχαύνωση. Κι αν μπήκε στις μπουάτ του πρόσφατου παρελθόντος, είναι γιατί ντύθηκε με νότες.
Το αίτημα του μέλλοντος: ποίηση με μυώδεις πρωταγωνιστές και computerised effects πολλών terrapixels. Δημιουργία poetry-stations από τη Nintendo και τη Microsoft.
Προοπτικές τρόμου-στην κυριολεξία!!
It’s been a privilige, gentlemen. Πάω για Spartan…tonight we write in hell.
Gesundheit!
κ.Βεη, τη μεταφραση παρακαλουμε, για τους μη γερμανομαθεις!!!
ευχαριστω εκ των προτερων…
Προς Ι. Φ.: Δεν έχω πρόχειρη μια αξιόπιστη απόδοση στη γλώσσα μας, δυστυχώς. Η αγγλική μετάφραση είναι έντιμη, αλλά καταστράφηκαν ολοσχερώς οι παρηχήσεις….Ιδού: “And if the earthly no longer knows your name, / whisper to the silent earth: I’m flowing. / To the flashing water say: I am”.