Άσμα ασμάτων

Τι ωραία που είνʼ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είνʼ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τʼ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μʼ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είνʼ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τʼ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Από το παράθυρό σου

Είμαι ένα παιδί της νύχτας
ένας ίσκιος μοναχός
ένα δάκρυ από φεγγάρι
της αυγής ένας καημός

Σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω
να σε βρω, γιατί το ξέρω
σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω
το φαρμάκι θα σου φέρω

Από το παράθυρο σου
πέρασε το καλοκαίρι
πέρασε κι η συννεφιά
πέρασε όλη μας η αγάπη
πέρασε όλη μας η πίκρα
πέρασε και η χαρά

Είμαι μια βροχή στον ήλιο
μια φωτιά μες στη βροχή
μια φωνή μες στον αγέρα
μια σιωπή μες στη σιωπή

Σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω
να σε βρω, γιατί το ξέρω
σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω
το φαρμάκι θα σου φέρω

Μην πιεις νερό

Οι μάνες μπήκανε στις πόρτες
και τα κορίτσια στο στενό
Έλα γλυκέ μου από το δρόμο
που ʽρχεσαι κάθε δειλινό

Μην πιεις νερό και με ξεχάσεις
μην πιεις νερό της λησμονιάς
Σύνεφο γίνε και σεριάνα
στον ουρανό της γειτονιάς

Πλυμένο το πουκάμισό σου
στολίζει ακόμα την αυλή
Ήταν γλυκό το καλοκαίρι
το ηλιοκαμένο σου κορμί

Ο Έκτορας και η Ανδρομάχη

Από το Τρωικό κάστρο η Ανδρομάχη
στον Έκτορα που κίναε για τη μάχη
φώναξε με φωνή φαρμακωμένη:

«Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει,
όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει.
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει,
στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει»

Έτσι κι εμένα η κόρη του Γαβρίλη
σαν έφευγα στις 20 τ’ Απρίλη
μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι:

«Στρατιώτη αν θες τη μάχη να κερδίσεις,
μια κοπελίτσα κοίτα ν’ αγαπήσεις.
Όποιος το γυρισμό του όρκο δεν κάνει,
στρατιώτη μου, τον πόλεμο το χάνει»

Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι

Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι
να γενεί νερό να ξεδιψάσεις

Σπέρνω την καρδιά μου στο λιβάδι
να γενεί ψωμάκι να χορτάσεις

Στη φωτιά τη ρίχνω την καρδιά μου
τα χεράκια σου έλα να ζεστάνεις

Στον αγέρα ρίχνω την καρδιά μου
να γενεί δροσούλα ν’ ανασάνεις

Πόσο μικρός είναι ο άνθρωπος Death Ride aka Haunted Highway the movie

Πόσο μικρός είναι ο άνθρωπος
κι ο πόνος τι μεγάλος
πόσο είναι ο κόσμος έρημος
σαν δεν σε νοιώθει ο άλλος.

Πόρτα κλειστή με σιδεριά
διπλά μανταλωμένη
Βρύση χωρίς σταλιά νερό
βρύση μαρμαρωμένη

Ελα πάλι, και δώσε μου το χέρι
μια γωνιά, να μπω να ζεσταθώ

Στάλα βροχής ο άνθρωπος
στέρνα γεμάτη ο πόνος
δρόμος ο κόσμος έρημος
κάθε διαβάτης μόνος.

Φύλακες με νεκρή ματιά
παράδεισος χαμένος
κήπος που γίνηκε όνειρο
κήπος παραμυθένιος.