
Τρεις επικίνδυνες ενότητες με θέμα τον ήλιο
ΙΙΙ
Τι βλέπει ο ήλιος
Ο ήλιος βλέπει καθημερινά
το δρόμο με τον τυφλοπόντικα
Μαζί χωμένους στα στενά τους δρόμους
του σκληρού ασπάλακα και του τερμίτη
Ο ήλιος βλέπει όλους τους δρόμους
που τρέχει ανυπόμονη η καταστροφή
κʼ εκεί πʼ ακούγεται οργισμένη η έκρηξη
όλοι ή κανένας όλοι ή κανένας όλοι
Ο ήλιος βλέπει από πολύ κοντά πολύ
τεράστιες πολιτείες κι άγρια δάση
τα παραμορφωμένα πρόσωπα της αγωνίας τους
ένοχο τον αέρα που φυσάει σε πόλεμο
και διεφθαρμένα τα μεγάλα όνειρα
Ο ήλιος βλέπει με κάτι άγρια μάτια πάλι
τα μάτια εκείνων που ακόμη δε χορταίνουν
που δε χορτάσαν την ελπίδα την ειρήνη…
Βλέπει ο ήλιος πριν βουτηχτεί στη δύση του
τα μαύρα φτερωτά ποντίκια των συνοικιών-
όλα σʼ ετοιμασία όλα σʼ ετοιμασία όλα…
Αμέτρητες οργές μες στην ψυχή θα βλέπει
Ο ήλιος που κι αυτή τη νύχτα ακόμη βλέπει!
(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 46-48, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1958, σελ. 45)
Στα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα
Τώρα βρίσκομαι μʼ όλα τʼ άρρωστα κι αδύναμα πουλιά μαζί
πάλε τη στέγη ράγισε η σιωπή για τη θλιμμένη ανάμνησή μου.
Τʼ άλλα που θα διηγηθώ είναι οράματα-
Τις νύχτες ενώ δεν ταράζει τον ύπνο μας η συννεφιά ή τʼ όνειρο
ξυπνούμε πολλές φορές – τα πουλιά στη φωλιά τους
κι εγώ στο κρεβάτι μου και κλαίμε.
Μένουν μονάχα τους κι αυτά – και ξέρουν
πόσο κρυώνει ένα πουλί έξω από τη φωλιά του.
Posted by Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Ανοιξιάτικο επεισόδιο Γ’
(Εἶναι μεσονύχτι — Σαββατόβραδο τοῦ Πάσχα)Ποτὲ πρὶν δὲν ἀκούστηκαν οἱ θεῖες καμπάνες νὰ χτυποῦν
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν
Ποτὲ πρὶν δὲν ἄναψαν οἱ γιορτινὲς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
γι’ αὐτοὺς ποὺ γιὰ πάντα λείπουν
Ποτὲ πρὶν σὰν ἀπόψε δὲν κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νεῖκος
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἀποδημητὲς στὴ χώρα τοῦ πολέμου
Ποτὲ πρὶν
Αὐτοὶ τὴν ἁρμονία δίνουν στὶς καμπάνες
Ἀνάβουν τὶς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
Νικοῦν τὸ θάνατο μὲ τὴν αἰωνιότητά τους.Τοὺς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Γυρίζουν πολὺν καιρὸ σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία
Ζητοῦν ἀπόψε μιὰ θέση στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ μας
Χωρὶς ὕπνο γιὰ νὰ τοὺς πεῖς νεκροὺς
τυλίγοντας τὴν κλωστὴ τοῦ κεριοῦ στὰ δάχτυλά τους
ψάχνουν νὰ βροῦν τὴν πόρτα μας
ψάχνουν νὰ βροῦν ἁγνὴ τὴ θύμησή τους
σ’ ὅλων μας τὴ μνήμη
Κάθονται στὸ τραπέζι τοῦ δείπνου μας θλιμμένοι
σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ τόσα χώματα πλημμυρισμένα
Ὡραῖοι σὰν τὸ θαῦμα τοῦ Εὐαγγελίου
Σὰ μία κραυγὴ χαρᾶς:
Χριστὸς Ἀνέστη!Κι αὐτὲς οἱ θεῖες καμπάνες
εἶναι τὰ λόγια τους
Κι αὐτὲς οἱ κόκκινες λαμπάδες
εἶναι τὸ βλέμμα τους
Κι αὐτὴ ἡ λεπτὴ κλωστὴ στὰ δάχτυλά τους
εἶναι ἡ ζωή μας —Ὅλοι —νεκροὶ καὶ ζωντανοὶ
γύρω στὸ γιορτινὸ τραπέζι τῆς Λαμπρῆς — Στὴν κεφαλὴ
τοῦ τραπεζιοῦ ὁ Ἀναστάς Χριστὸς. Μᾶς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μαςΤὸ δεῖπνο μας πῆρε ἄλλο νόημα καθὼς ἔμπαινε
στὰ πληγωμένα βλέφαρα τὸ φῶς τοῦ θείου του λόγου
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε ἕνα στρωμένο τραπέζι γιὰ τὴ δικαιοσύνη
Ἕνα ἥσυχο σπίτι σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία καμωμένο ἀπὸ ἀγάπη. Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε χίλια διαμάντια στὶς καρδιὲς
νὰ θυμίζουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ κόσμου.( Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ,
«Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης»
Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.)Ιάσων Δεπούντης (7.8.1917-23.6.2008). Ο Ιάσων Δεπούντης γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Αποφοίτησε από την καλλιτεχνική σχολή Προσαλέντη και ήρθε στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε μαθήματα κοινωνιολογίας, παιδαγωγικής, ψυχολογίας και δικαίου. Το 1954 έφυγε στο Παρίσι για μαθήματα εφαρμοσμένης ψυχολογίας και από το 1970 ως το 1972 έζησε στη Ζυρίχη, όπου παρακολούθησε μαθήματα μοντέρνων μαθηματικών. Από το 1969 ζει στην Ελβετία. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε από τις σελίδες του περιοδικού “Φιλολογικά Χρονικά” το 1946. Δύο χρόνια αργότερα εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, που είχε τίτλο “Από τη θάλασσα”, ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη μελέτη, την πεζογραφία και τη λογοτεχνική μετάφραση. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά και τα γερμανικά. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από το δημοσίευμα Αργυρίου Αλεξ., “Ιάσων Δεπούντης”, Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.310-311. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 (στη σειρά “Ελληνική ποίηση Ανθολογία – Γραμματολογία”). (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.). Παίρνοντας ενεργό μέρος στη μετατροπή της κηδείας του Παλαμά σε πράξη αντίστασης κατά των κατακτητών (1943), ο Ιάσων Δεπούντης ξεκινά ουσιατικά από τότε τη μακρά κι επώδυνη πορεία του με την ποίηση. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1948 με την ποιητική συλλογή “Ακατοίκητη νύχτα”. Στη συνέχεια δημοσίευσε στο περιοδικό “Επιθεώρηση Τέχνης” -του οποίου υπήρξε συνεργάτης με ανταποκρίσεις από την Κέρκυρα- τις ποιητικές ενότητες “Τρεις επικίνδυνες εικόνες με θέμα τον ήλιο” και “Το ξύλινο μαχαίρι” (στα τέυχη 46-48, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1958 και 57-58, Οκτώβριος 1959). Συνδέθηκε στενά με τους Νίκο Σπάνια και Μιχάλη Κατσαρό, με τους οποίους και συνεργάστηκε στα ποιητικά πράγματα της εποχής. Σπούδασε παιδαγωγικά στην Αθήνα και σύγχρονα μαθηματικά στην Ελβετία, όπου εγκαταστάθηκε αναγκαστικά από το 1969, εξαιτίας της χούντας των συνταγματαρχών, όταν υποχρεώθηκε να εγκταλείψει τη θέση του ως υπαλλήλου του ΙΚΑ (βλ. μαρτυρία του Μιχάλη Κατσαρού στην “Απογευματινή της Κυριακής”, 18.9.1988). Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1985 και από τότε μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Αθήνας, Κέρκυρας και Ζυρίχης. Φίλος του χαράκτη Νικόλαου Βεντούρα, προσπάθησε να καταστήσει γνωστό το έργο του, δωρίζοντας στην Εθνική Πινακοθήκη Κερκύρας ένα μεγάλο αριθμό χαρακτικών. Από το 1994 συνεργάζεται τακτικά με το λογοτεχνικό περιοδικό “Μανδραγόρας”, από τις εκδόσεις του οποίου εκδίδονται τα έργα του. Από τους σημαντικούς δημιουργούς της Α Μεταπολεμικής γενιάς, ο Ιάσων Δεπούντης σχεδιάζει τα “ποιητικά” του κείμενα μέσα από την πάγια διατυπωμένη θέση του για την αποδόμηση της ποιητικής τέχνης, που σημαίνει την ουσιατική διάσωση, δικαίωση, απελευθέρωσή της και ταύτισή της με τη ζωή. Μέσα από έναν τυπικά δοκιμιακό λόγο της ποίησης, που ο ίδιος (όχι άδικα) επιμένει να ορίζει συνολικά ως ποίηση -όπου συνεκτιμάται η εικόνα, το κολάζ, η φωτογραφία, τα αποκόμματα των εφημερίδων, το πληροφοριακό του υλικό, η θέση και η διάσταση του ποιητικού του σχεδιασμού-, συνεχίζει να συνθέτει το έργο του με τον ίδιο ανήσυχο, νεανικό και αντισυμβατικό τρόπο. Το Σύμπαν, η σχέση της πυκνότητας της ύλης με τη μάζα της, ο Πλούταρχος, ο Ηράκλειτος, ο Όμηρος, ο Ιάννης Ξενάκης, ο Γούντι Άλλεν, ο Εμίλ Ζολά, ο Αϊνστάιν, η εκμηδένιση του χρόνου, το όνειρο, η Σύλβια Πλαθ, η έννοια της κλωνοποίησης, ο Κερκυραίος γλύπτης Νικόλαος Βεντούρας, ο Νίκος Καρούζος, περνούν με συχνότητα μέσα από τα κείμενα του Ιάσονα Δεπούντη, συνεπικουρώντας τις θέσεις του, τις λέξεις και τα νοήματα που επιχειρεί να διατυπώσει. (Πηγή: Περιοδικό “Μανδραγόρας”, δελτίο Τύπου, 20.1.2005)










Ευχαριστούμε, ειλικρινά, γι’ αυτήν την πρώτη ανάρτηση ποιημάτων του Ιάσωνα Δεπούντη, αυτής της “ευγενούς κι αξέχαστης μορφής”, κατά τη μαρτυρία τής br.
Γιατί, όμως, η “Θέα από το Κάστρο 2” περιορίζεται στην εικονογράφησή της; Άς προταθεί, λοιπόν, η συνέχεια στο genesis.ee.auth.gr/dimakis/Delear/2/6.html
(… άν και όλα είναι σχετικά – ακόμα και η θέα καμμιά φορά…)
Ευχαριστίες και στο κο Λυκοτραφίτη για την επισήμανσή του . Το Κάστρο 2 στο :
http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Delear/2/6.html
για να πλουτίζει η θέα μας
Τον Δεπούντη τον γνώρισα πριν από τέσσερα χρόνια μέσω του φίλου Ν. Βαλαωρίτη στο πατάρι του “Κοραή”. Ποιητής ιδιαίτερα εμβρυθής και μυστικός. Γραφιάς των μετέωρων αναλογιών. Σπουδαίος ως ανήρ. Θλίψη μεγάλη ο θανατός του. Ως εδώ.
Αλίμονο. Μπορούμε γι’ αυτόν μερόνυχτα να πίνουμε.
Τώρα πρωσκωμοίσται μεία θηλαστικύ μανειέρα ος σχώλιο τοις κουβαιρνάντας που πηδά το αφαιντικώ.
Ζαν Μπλεσί μπον βουαγιάζ
Ετυχε να τον γνωρισω , μαζι με τον Μιχαλη
Κατσαρο , αλλα και μονο του στην Πατρα
στο συμποσιο ποιησης.Ευγενεστατος , ακμαιος
σαν παιδι και αεικινητος.Εξαιρετικος ανθρωπος
και σπουδαιος ποιητης , αλλα και πεζογραφος.
Ευγε και στις εκδοσεις Μανδραγορα , για την
εκδοση των βιβλιων του.
Ιάσων Δεπούντης
Τον γέννησε στη θάλασσα, ταξιδεύοντας η μάνα του, ίσως σε ωκεανό, βυθό. Συμπαντική των Γαλαξιών η καταγωγή του. Αυτό προέταξε ο ίδιος στη “Βιογραφία” του στο “Ελληνομουσείον” της “Ακτής” του 2005. Ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης.
Ο Ιάσονας Δεπούντης, περιπατητής ακούραστος σε Αστρικό Δρυμό πια, γεννημένος στον Ωκεανό στις 7.8.1919, επιζήτησε την έξοδο στο Σύμπαν/στο Πάμπαν, με αστρική ταφή στις 21.6.2008.
Συλλογή: Η ΟΡΑΤΗ (ΟΡΙΑΚΗ) ΥΠΕΡΒΑΣΗ,
εκδ. περιοδικό Μανδραγόρας, Αθήνα 1997
New York New York
Ο Ανδρέας Κάλβος και ο Νίκος Σπάνιας
τρέχοντας με αγωνιστικό oto car στην 5η λεωφόρο
(Μικρό σχόλιο πάνω σε ποίημα του Ν. Σπάνια με Α. Κάλβο)
Βάζει το πόδι του στο γκαζ και μετά στον διπλανό του
Με τα δυο χέρια πιάνει το τιμόνι. Όπως φτερά κύκνου
Στο άλλο κάθισμα, ο Ανδρέας Κάλβος, σχεδόν ελαφρύς
Ο Νίκος Σπάνιας, ερωτικός στον ίλιγγο, τον νιώθει
Αυτή η ηδονή του σώματος Ο ίλιγγος των στίχων τους
Ώσπου οι δυο τους, των επιψαυόντων κύκλων ομοιώματα
Κάποια στιγμή χάνονται πολλαπλασιάζονται
στο Άχανο/-
στο Σύμπαν (…)
Ο άλλος κόσμος χωρίς ποίηση; Με την ποίησή τους τώρα
Πώς να τους κράξεις; Οι δυο Ζακυνθινοί της διασποράς
έζησαν την περιπέτεια της ζωής, την τραγωδία της λέξης
(Σχολιάζω πως έγιναν ορατοί στην 5η Λεωφόρο της Κίρκης)
Όσο θʼ ακούγονται οι όσιες τούτες άγριες Ωδές
Όσο θα γίνονται οι λέξεις τα δηλητήρια που σώζουν
Όσο οι δύο μετανεκροί θα μας χαρίζουν ηδονές
Όσο ο κόσμος Όσοι έζησαν τις μεγάλες τους ταχύτητες.