mano010.jpg

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ «ΠΟΙΕΙΝ»
Στον φίλο Victor Lefevre.

Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στην σειρά

Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στην σειρά, κάπως άτακτα.
Όπως οι μύγες πάνω στο μπέικον της σελήνης. Σαν ένα μπουλντόγκ δεμένο στο κελάρι. Τι είναι αυτό που έπαψε να λειτουργεί· το κλισέ, ο ήχος των ζαριών στην κόλαση, ο θάνατος ακροβάτης
στο νήμα που έπρεπε να ʽχει κοπεί.
Μες στο χαρμάνι των χαμών που ασπρίζουν τα μαλλιά
της ψυχής μία παλιά κουρελιασμένη κούκλα.
παίζοντας λίγο πιάνο
μας κλέβει
τον βότρυν.

Ώδε

Για να αρκεστεί στην ύπαρξή του
στην όψη εκείνου που έκανε κόμπους το σκοτάδι
στην λύπηση του ερχομού
και της απόστασης των άκρων:

Τραβούσε στίχους οδυρμών
κρεμώντας στο επέκεινα το σκοτεινό φανάρι
για να ακουστεί ο άνεμος
«Where the bee sucks there suck I»

αστέρια ονομάζοντας
τα θρύψαλα που του ʽκοψαν τα πόδια.

Με δισταγμό
αφέθηκε σε ισχνά ιδεογράμματα
σαν τρίχες που ίδρωσαν νυχτιές σʼ ένα λαιμό γυναίκας

και φάνηκαν κορύβαντες κάτω από λάμπες
αστικές εκατοντάδων βατ
να ασελγούν στις μνήμες του που ήταν προφητικές

να αποπατούν στις δίνες του
που ήταν προφητεμένες.

Σκαρί

Το ποίημα ήταν κάποτε ένα ζεστό
νηφάλιο παιδί.
Ο ποιητής ποτέ δεν ήταν.
Ο θάνατος είναι μια ανάσα μεγάλη
μα στον θάνατο κρατούν την ανάσα τους
οι μπάσταρδοι.
(Ποιητές και μη.)

Αστέρια πέφτουν στην Αλαμπάμα

Λες κάτι και είναι ένα νεκρό ποίημα
Μην περιμένεις τίποτα.
Ούτε οι εφιάλτες δε μας ξυπνούν από αγένεια.
Στην ηλικία μου το ξανασκέφτονται οι θεατρίνοι.
Κάποιοι είναι τόσο επιπόλαιοι
Όσο η αγάπη μέσα στο αίμα.
Όσο αστέρια πέφτουν στην Αλαμπάμα.

Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλομό μου χέρι

Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλομό μου χέρι
εσωτερικά κόρνες γκονγκ καμπάνες
σαν ο ήλιος μετά την βροχή μια συγγνώμη
που δεν γίνεται δεκτή

μες στο κρανίο της θαλασσοταραχής·
εγώ εδώ
και εκεί οι ανοιχτοί της μηροί

τώρα η σιωπή ρίχτηκε σε μια γωνία
και το χέρι μου γράφει
αυτό που απʼ τον θεό λείπει

σκέφτομαι πια την αλληλογραφία
ταχυδρομικούς σάκους σε υδροπλάνα

βροχή άρχισε να πέφτει
η σιωπή μού σκουντάει ξανά το χέρι.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Ο Γιάννης Λειβαδάς γεννήθηκε το 1969 στην Καλαμάτα. Είναι ποιητής της σύγχρονης avant garde. Είναι μελετητής της νεότερης αμερικανικής ποίησης και της ποίησης της Άπω Ανατολής. Το 2003 χαρακτηρίστηκε ως «Ο Έλληνας Ποιητής της Τζαζ.» Η ποιητική του συλλογή «Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας» θεωρήθηκε έργο καμπής για την σύγχρονη ελληνική ποίηση. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί επίσης στον ελληνικό και τον αμερικανικό λογοτεχνικό τύπο. Zει στην Αθήνα.
Μεταφράσεις:
Η Μπιτ Ποίηση (εκδ. της Λίμνης 1995), Λ. Φερλινγκέττι – Εικόνες του Φευγάτου Κόσμου (εκδ. της Λίμνης 1995), Χαϊκού (εκδ. της Λίμνης 1995), Σειρά φυλλαδίων ποίησης: Ginsberg, Lamantia, Olson, Corso, Hirschman, Duncan, Levertov, Pound, Bunting, Norse, Wei (Άκρον 2000), Σαντόκα Τανέντα – Χαϊκού (Άκρον 2000), Ann Charters – Τζακ Κέρουακ [Βιογραφία] (Printa 2002), Ανθολογία Ιαπωνικής Ποίησης (Ροές 2002), Ανθολογία Μπιτ Ποίησης (Ροές 2003), Ανθολογία Κινέζικης Ποίησης (Ροές 2005), Τζακ Κέρουακ – Γραφές της αιωνιότητας (Απόπειρα 2006), Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή (Απόπειρα 2007), Άλλεν Γκίνσμπεργκ – Ουρλιαχτό [δίγλωσση έκδοση] (Ηριδανός 2007), Ποιητές του κόσμου (Έλευσις 2007), Τζακ Κέρουακ – Ποιήματα (Ηριδανός 2007), Ου. Κ. Ουίλλιαμς – Ποιήματα (Ηριδανός 2007), ε. ε. κάμμινγκς – Ποιήματα (Ηριδανός 2007), Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα (Ηριδανός 2007), Τσαρλς Μπουκόβσκι – Ποιήματα (Ηριδανός 2008), Ντενίς Λέβερτοφ – Ποιήματα (Ηριδανός 2008), Τζακ Κέρουακ – Η Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας (Απόπειρα 2008).

Έργα ποίησης:
Εξπρεσιονιστική Ανάδραση [πλακέτα] (Άκρον 2000), Απόδειξη Λιανικής Ποίησης (Άκρον 2002), Παράρτημα Εύκρατης Συγκίνησης (Ίνδικτος 2003), Νοέμβριος στον κόσμο / November In the World [πλακέτα] (Άκρον 2004), Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας (Μελάνι 2007), John Coltrane & 13 Ποιήματα για την Τζαζ [εκτός εμπορίου] (Απόπειρα 2007).