borges001.jpg

*

Τώρα που απέκτησα
συγγενείς και φίλους
ανάμεσα στους νεκρούς,
ο γάτος μου
όλο και σκαλίζει το χώμα.

Τώρα που κάθε λουλούδι
ανθίζει μέσα στο πένθος,
κι οι γλάστρες μου φέρουν
το όνομα
εκείνων που έχουν πεθάνει,
ο γάτος μου
τριγυρνώντας από τη μια στην άλλη,
με τα μπροστινά πόδια του
σκάβει, με τα πίσω κλωτσάει,
γέμισε χώμα την ταράτσα μου,
κοκαλάκια και νεκροκεφαλές,
πειστήρια αγάπης ανθρώπων
που εκείνος δεν αγάπησε
επειδή δεν τους γνώρισε,
αλλά σήμερα μπήκε στον κόπο
και κουβάλησε ανάμεσα
στα δόντια του, απʼ τη βεράντα
και τον απέθεσε μπροστά
στα πόδια του γραφείου μου
τον Θανάση-αύριο ποιος ξέρει
ποιόν θα ξεθάψει.

*
Κάθεται ο γάτος μου
και χασμουριέται,
η μέρα δεν έχει δειλινό,
το κλάμα έχει στερέψει.
Τα δάκρυά μου
έκανε μαξιλάρι ο γάτος μου
και πάνω τους αποκοιμιέται.

*
Ο γάτος μου
σκαρφαλώνει σε κλαδιά
και χαμόγελα,
γραπώνει τα νύχια του
σε σελίδες βιβλίων,
που και που ανοίγει
κάποιο και το διαβάζει
μπροστά μου,
υπογραμμίζει τις ωραιότερες
φράσεις και δεν παραλείπει
ούτε έναν στίχο.

Ο γάτος μου
ανεβαίνει ένα-ένα
τα μυστικά μου,
από το ένα πετάγεται
κι από το άλλο πιάνεται,
απʼ όλα όσα έχω κρύψει
ποτέ του δεν πέφτει.

Ο γάτος μου
σιχαίνεται, αν έχετε καταλάβει,
τα γυμνά πρόσωπα,
τις λείες επιφάνειες,
τις αδιάφορες γυναίκες.