(Τάσος Πορφύρης, Η Δοντάγρια, Διηγήματα. Εκδόσεις Σοκόλη, 2006)

tassos1.jpg
Η ΔΟΝΤΑΓΡΙΑ

ΔΥΟ μερόνυχτα δεν μπορούσαμε να ησυχάσουμε ούτε να ξεμυτίσουμε. Το ορειβατικό μας πυροβολικό έβαζε συνέχεια από την απέναντι λοφοσειρά στέλνοντας τις οβίδες του στο ύψωμα του Άι-Λια του χωρίου μας. Οι οβίδες σφύριζαν περνώντας πάνω από τα σπίτια του χωρίου κι έσκαγαν στην κορυφή του λόφου.

Φαίνεται πώς οι Ιταλοί είχαν φτάσει μέχρις εκεί και το πυροβολικό μας με τις συνεχείς βολές του τους είχε καθηλώσει. Τις νύχτες, τα τσομπανόσκυλα πού φύλαγαν τα πρόβατα στις στάνες πού ήταν σπαρμένες στους πρόποδες του λόφου χάλαγαν τον κόσμο με τις φωνές τους. Δεν μας έπιανε ύπνος από τους κρότους, τα αλυχτήματα και το φόβο. Ακούγοντας τα σκυλιά προσπαθούσαμε να μαντέψουμε την ταυτότητα τους. Αυτός ό μπάσος πρέπει να ‘ναι ό γερο-καρβούνης του Γκιολέκα, ό άλλος με το βαριεστημένο αλύχτημα ό γιαβρούσης του Μπουσιέλη και η πριμαντόνα της συναυλίας η Μπουλίκω του Σιούζιου.

Έτσι διασκεδάζαμε το φόβο μας, καταλήγοντας και στο συμπέρασμα πώς οι Ιταλοί τη νύχτα δεν αποφάσιζαν να κινηθούν προς το χωριό, γιατί φοβόνταν ενέδρες κοντά στις στάνες.
Ξημέρωσε ή τρίτη μέρα χωρίς καμιά φωνή πολέμου. Μια πυκνή αντάρα ανέβαινε κουτσαίνοντας από το Λόγγο. Είχε φτάσει στα πρώτα σπίτια του χωρίου κι απειλούσε να καταλάβει καί τα υπόλοιπα. Μπορούσε να κάνει τα μαγικά της εξαφανίζοντας τοπία, αφήνοντας το υψηλό καμπαναριό να κρέμεται στο κενό καί τίς κορφές των δέντρων να ταξι­δεύουν σε μιαν ήρεμη άσπρη θάλασσα, ώσπου οι πρώτες ηλιαχτίδες να δώσουν τέλος στην παράσταση της.

Ό τσοπάνος του χωρίου —γνωρίζοντας σπιθαμή προς σπιθαμή στράτες καί μονοπάτια πού οδηγούσαν στο ξω­κλήσι— ξεκίνησε για το λόφο. Σέ λιγότερο από μία ώρα γύρισε κουτρουβαλώντας μες στο χωριό, πήγε στο μαγαζί —ψιλικατζίδικο, μπακάλικο, κουρείο καί προπαντός καφε­νείο— πού κρατούσε ό μπαρμπα-Όδυσσέας, τον ξεσήκωσε να το ανοίξει, βγήκε στο μεσοχώρι, καί, αντί να φωνάξει όπως όλες τίς μέρες —εκτός από τίς δύο προηγούμενες— «Βγάλτε τα γίδιααα!», φώναξε: «Ελατέ, χωριανοί, στο μαγαζίίίί!!!».

Σέ λίγο το μαγαζί γιόμισε κόσμο κι όλοι ρωτούσαν τι συμβαίνει. Ηταν όλοι τους εκεί εκτός από τον Μιχάλη Κιτσώνα πού ήταν κατάκοιτος· υπέφερε από ποδάγρα.

Ό Σωκράτης —ό τσοπάνος— άρχισε:

— Πήρα τη γιδόστρατα πού βγάζει στο πίσω μέρος του Άι-Λιά. Περβατουσα προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο. “Εσκυβα για να μη δίνω στόχο” με κάλυπταν οι κρανιές καί οι γράβοι. Μονάχα ό Γορμός ακουγόταν να κατρακυλάει τα νερά του κάτω στον γκρεμό. Σάν εφτακα το -πλάτωμα, ξά­πλωσα κάτω καί σύρθηκα ως το φουντωτό πουρνάρι, άπ’ οπού μπορούσα να δω όλη την περιοχή. Με τη βοήθεια της γκλίτσας παραμέρισα ένα κλαρί πού μου έκρυβε τη θέα καί το χέρι μου απόμεινε σ’ αυτή την κίνηση της προσπάθειας. Είχα αποσβολωθεί από το θέαμα πού αντίκρισα. Στήν αργή νόμισα ότι οι Ιταλοί στρατιώτες, άλλος καθιστός, άλλος ανάσκελα, άλλος ακουμπώντας με το κορμί του στον γερτό κορμό της βελανιδιάς, ξεκουράζονταν υστέρα από την ταλαιπωρία της μάχης. “Οταν όμως είδα τα δυο κορ-μ,ιά πεσμένα μπρούμυτα, πλακωμένα από τον κορμό της βελανιδιάς, κατάλαβα πώς όλοι ήταν σκοτωμένοι. Καμιά κίνηση, κανένα βογκητό τραυματία.

»Ένας κόμπος μου στάθηκε στο λαιμό από το θέαμα καί δεν μπορούσα να καταπιώ. Τότε πρόσεξα και την πόρτα του Άι-Λια’ δηλαδή ό,τι είχε απομείνει από πόρτα. Μια οβίδα —φαίνεται— την είχε ξεχαρβαλώσει.

»Κομμάτια σανίδες ανακατεμένα με σιδεριές και μεντεσέδες ήταν σκορπισμένα κοντά στην είσοδο. Προχώρησα διστακτικά ως εκεί. Θαρρούσα πώς τα μάτια των σκοτωμένων ήταν στραμμένα πάνω μου εκλιπαρώντας με να τους βοηθήσω. Προσπάθησα να κοιτάξω στο εσωτερικό. Στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα, καθώς τα μάτια μου ήταν συνηθισμένα στο έξω φως. Προχωρώντας άρχισα να διακρίνω. Βοήθησε και το λιγοστό φως πού έμπαινε από τα τζάμια των μικρών παραθύρων. Στην αρχή ήταν ένας ακαθόριστος όγκος, αλλά σιγά σιγά ξεχώριζε ένα κορμί πεσμένο στα γόνατα. Το κεφάλι σκυμμένο, σχεδόν αόρατο από τη μεριά πού τον έβλεπα, από τα χέρια του φαίνονταν μονάχα τα μπράτσα κι οι αγκώνες. Τα καρφιά και οι σόλες των αρβύλων του ξεχώριζαν σαν μικρά αστεράκια σε μολυβένιο ουρανό. Νόμισα πώς προσευχόταν. Προχώρησα ως το στασίδι του αριστερού ψάλτη και κοίταξα δεξιά. Μας χώριζε μια απόσταση δύο μέτρων το πολύ. “Θεέ και Κύριε” προσπάθησα να πω, άλλα ή φωνή μου δεν έβγαινε” είχε στεγνώσει το σάλιο. Τα χέρια του, με ενωμένες τις παλάμες στις πλάκες του δαπέδου, προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα σπλάχνα που ξεχείλιζαν ένα γύρο. Μεγάλο θραύσμα οβίδας φαίνεται του έκανε τη ζημιά. Θα πρέπει να υπέφερε πολύ πριν πεθάνει. Ζεστός όπως ήταν όταν χτυπήθηκε, θα ‘τρεξε μέσα σαν πληγωμένο αγρίμι. Πόσο παιδεύτηκε; Ποιες λέξεις βγήκαν από το στόμα του και ποιος τον άκουσε; “Έφυγα σαν κυνηγημένος και κουτρουβάλησα ως εδώ». Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα, και να σου ένας ανθυπολοχαγός του στρατού μας.

— Γεια σας.
— Καλώς τον λεβέντη.
— Μου επαναλαμβάνεις, σε παρακαλώ, όσα είπες;
— Μετά χαράς, απάντησε ό Σωκράτης και ξανάπε τακαθέκαστα.

— Θα σου ζητήσω μια χάρη. Θα μας οδηγήσεις στον Άι-Λια;

— Δεν είναι κόπος, κάθε μέρα κάνω το δρομολόγιο με τα γίδια.

Αφήνοντας πίσω τους τα τελευταία σπίτια του χωρίου, ό ανθυπολοχαγός ακούμπησε σε μια ξερολιθιά καί σφύριξε συνθηματικά, βάζοντας στα χείλη του ενωμένα το μέγα δάχτυλο με το δείκτη. Αμέσως παρουσιάστηκαν —θαρρείς ξεφύτρωσαν— οι άντρες της διμοιρίας ακροβολιστών μπροστά τους. Τους εξήγησε πώς έπρεπε να φτάσουν στο λόφο, να παραμείνουν αθέατοι μέχρις ότου τους χρειαστεί —αν τους χρειαστεί—, ή να ενεργήσουν με δική τους ευθύνη, αν υπάρξει ανάγκη. Εξαφανίστηκαν στο δευτερόλεπτο. Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν οι δυο τους. Κρανιές, γράβοι, πουρνάρια καί θεόρατα σκέμπια τους έκρυβαν καθώς προχωρούσαν σκυφτοί. “Έφτασαν στο ίδιο σημείο πού ‘χε πρωτοφτάσει ό Σωκράτης καί παραμέρισαν τα κλωνάρια του πουρναριού. Έμειναν αμίλητοι. Τίποτα δεν τάραζε την ησυχία του πρωινού. Ούτε ένα κελάηδισμα πουλιού. Ό ανθυπολοχαγός γύρισε προς τον τσοπάνο και του ψιθύρισε:

Θυμάσαι τί μου είπες; Ή περιγραφή δεν συμφωνεί με ό,τι βλέπω.

Ό τσοπάνος έτριβε τα μάτια του. Ό Ιταλός πού ακουμπούσε στον κορμό του δέντρου κείτονταν στο έδαφος ανάσκελα με ξεκούμπωτο χιτώνιο, ό άλλος, πού φαινόταν να ξεκουράζεται, ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, και, στην πόρτα του ‘Αι-Λια, εκείνος ό μάρτυρας με τα σπλάχνα ανάμεσα στα συντρίμμια, χωρίς χιτώνιο κι αρβύλες. Μονάχα οι δυο οι πλακωμένοι από τον κορμό της βελανιδιάς δεν είχαν αλλάξει —ή σωστότερα—, δεν τους είχαν αλλάξει θέση. ψηλά στον ουρανό άρχισαν να φέρνουν βόλτες τα όρνια ισορροπώντας με ανοιχτά φτερά. Ένας παράξενος θόρυβος ακούστηκε σαν κάποιος να ‘τριζε τα δόντια του. Γύρισαν τα κεφάλια τους προς τη μεριά του θορύβου και τον είδαν. Ήταν σκυμμένος πάνω από κάτι —φαινόταν πεσμένος στα γόνατα— και από την κίνηση των ώμων του συμπέραινε κανείς πώς τα χέρια του ήταν απασχολημένα. Ένα σκραπί τον μισόκρυβε. Μια πέτρα, από την πίεση της αρβύλας του ανθυπολοχαγού, πήρε τον κατήφορο κατρακυλώντας στον γκρεμό. Ορθώθηκε κρατώντας στο αριστερό χέρι ένα σακί και στο δεξί μια δοντάγρια. Το βλέμμα του κυνηγημένου αγριμιού την ώρα πού κατασπαράζει το θύμα του και αντιλαμβάνεται κάποιον κίνδυνο να το απειλεί, έτοιμο να σαλτάρει για να ξεφύγει.

Ένα «ψηλά τα χέρια» ακούστηκε εκείνη τη στιγμή από έναν ακροβολιστή πού ‘χε φτάσει χωρίς να γίνει αντιληπτός —έρποντας— πλάι του και τώρα τον απειλούσε με προτεταμένο το μάλινχερ. Ή δοντάγρια έπεσε πάνω στο σκραπί και το τσουβάλι μπροστά του. Ό ανθυπολοχαγός πλησίασε. Άδειασε το σακί και το περιεχόμενο του πάνω στην επίπεδη μεγάλη πέτρα, εκεί πού καθόμασταν στο πανηγύρι την τρίτη ήμερα του Πάσχα και κοιτάζαμαν εκείνους πού ‘παιζαν γκουντούλιαρο. Δαχτυλίδια, βέρες, χρυσοί και ασημένιοι σταυροί, ρολόγια τσέπης, χαρτονομίσματα, φωτογραφίες, χρυσά δόντια, ανάμεσα σε χιτώνια και αρβύλες. Πλούσια ή σοδειά του πρακτικού οδοντογιατρού, του πεταλωτή, του σιγαροποιού και του σίδερα. Μ’ όλα τα επαγγέλματα καταπιανόταν ό δράστης. Ένας ένας έρχονταν δίπλα μας οι ακροβολιστές. Δύο απ’ αυτούς, υπακούοντας στη διαταγή του ανθυπολοχαγού, τα πήραν μαζί τους και τα παραδώσαν στο Τάγμα. Στους υπόλοιπους είπε να ψάξουν τους σκοτωμένους για ταυτότητες και ό,τι έγγραφο τυχόν βρουν επάνω τους. Στο μεταξύ, τα όρνια πλήθαιναν. Έφερναν κύκλους πάνω από τον ‘Αι-Λια σε μεγάλο ύψος με πολύ αργό ρυθμό, σχεδόν ακίνητα —με τις μεγάλες τους φτερούγες ανοιγμένες—, θαρρείς καρφιτσωμένα στο γαλανό τ’ ουρανού.

Οι ακροβολιστές τέλειωσαν την έρευνα, παρέδωσαν στον ανθυπολοχαγό ό,τι βρήκαν και κατηφόρισαν μαζί του εις φάλαγγα κατ’ άντρα προς το χωριό* δεν υπήρχε λόγος προφύλαξης πια. Στη μέση της διαδρομής Άι-Λια-χωρίου αντάμωσαν εκείνους πού ανέβαιναν επάνω.

Μπροστά πήγαινε ό παπάς με το σταυρό στο χέρι, πίσω του οί άντρες με κασμάδες, φτυάρια, τσεκούρια και σκεπάρνια. Ακόμα πιο πίσω, οι γυναίκες με μπουκάλια λάδι, ξύδι και καθαρά άσπρα σεντόνια. Έφτασαν στον Άι-Λια κι έπιασαν αμέσως δουλειά. Κάποιος έβγαλε νερό από τη στέρνα καί το κουβάλησε ως μέσα στο ξωκλήσι για τον καθαρισμό του. Ό καντηλανάφτης καθάρισε τα καντήλια, τα γιόμισε λάδι και τα άναψε. Ό παπάς ετοιμαζόταν μέσα στο ιερό μουρμουρίζοντας ψαλμωδίες. Οι γυναίκες έπλυναν τα πρόσωπα των νεκρών με νερό, τα σκούπισαν, τ’ άλειψαν με ξύδι και μετά τύλιξαν τα κορμιά τους στα σεντόνια. Οι άντρες τα τοποθέτησαν σε πρόχειρα φορεία φτιαγμένα από τα κλωνάρια της γκρεμισμένης βελανιδιάς και τα μετέφεραν μέσα στην εκκλησία. Ό Νεοκλής διάλεγε κλωνάρια από κρανιές και γράβους για να φτιάξει σταυρούς, κι οι υπόλοιποι έσκαβαν τους λάκκους. Ακούγονταν οι χτύποι του κασμά αντάμα με τους πένθιμους ήχους της καμπάνας. Σέ λίγο όλο το χωριό είχε κουβαληθεί στον Άι-Λια. Τα κορίτσια είχαν μάσει κυκλάμινα —πού ‘χαν φυτρώσει με τα πρωτοβρόχια— και τα απόθεσαν πάνω στα σεντόνια, στη θέση των σταυρωμένων χεριών. Οι ηλικιωμένοι άναβαν το κερί τους και προχωρούσαν προς τα στασίδια. Γεμάτη ή εκκλησία και ή φωνή του παπα-Βασίλη ανέβαινε πρώτα στο ταβάνι και μετά ερχόταν ν’ ακουμπήσει πάνω στα ρούχα των πιστών: «΄Αρα, τίς εστί; Βασιλεύς ή στρατιώτης;».

Όλα έγιναν όπως έπρεπε κι όταν όλο το εκκλησίασμα επανέλαβε το «Αιωνία ή μνήμη» και σταυροκοπήθηκε, ό μπαρμπα-Βασίλης, με δυό γιους πού υπηρετούσαν εκείνη τη στιγμή τη θητεία τους στα γύρω βουνά, ξεχώρισε πρώτος, τσαλακώνοντας με τα δάχτυλα την τραγιάσκα του, ν’ αποχαιρετήσει τους νεκρούς. Ακολούθησε όλο το εκκλησίασμα. Ύστερα οι άντρες άρχισαν να σηκώνουν τα φορεία με τους νεκρούς. Οχτώ νιόσκαφτοι τάφοι στη σειρά περίμεναν να δεχτούν τα κορμιά των Ιταλών στρατιωτών. Τα εναπόθεταν σιγά σιγά, αφήνοντας λάσκα τα σκοινιά έως ότου ακουμπήσουν στο χώμα” υστέρα τραβούσαν τα σκοι­νιά, τʼ άφηναν κοντά στον άλλο τάφο και φτυάριζαν χώμα για να σκεπάσουν τον νεκρό. Ό Νεοκλής έμπηγε ένα σταυρό λίγο πιο πάνω από εκεί πού βρισκόταν το κεφάλι.

Άρχισε να ρίχνει μια ήσυχη μαλακή βροχή, σαν μουρμούρισμα από παλιό παραμύθι. Ή Νεμέρτσκα, το Πάπιγγο είχαν, χαθεί στα σύννεφα. Ό ουρανός είχε γκριζάρει και είχε χαμηλώσει. Τότε ήταν πού ό μπαρμπα-Νίκος φάνηκε στο πλάτωμα —θαρρείς βγαίνοντας από τα χαμηλωμένα σύννεφα—, κρατώντας παραμάσχαλα το κλαρίνο. Υπέφερε από ρευματισμούς, δεν τον κράταγαν τα έρμα τα ποδάρια, γιʼ αυτό είχε αργήσει. Στάθηκε για λίγο να πάρει μιαν ανάσα και μετά προχώρησε κούτσα κούτσα ως την επίπεδη πλάκα. Η θειάκω η Λένη του πήγε λίγο νερό με το σιούκλο. Ήπιε, σκούπισε τα χείλια του με την ανάστροφη του χεριού του κι άρχισε να παίζει ένα μοιρολόι. Κι ωχ! Τί κόσμος και τί καημός χωρούσε μέσα του! Βουνά λύγιζαν, δέντρα χαμήλωναν και σίγουρα ή λαφίνα δάκρυζε στη φωλιά της. Λουλούδια βιάζονταν να βγουν από το χώμα κι ο άνεμος κρατούσε την ανάσα του, μην μπερδευτεί με το σκοπό και τον χαλάσει. Αγρίμια και πουλιά μαρμάρωσαν και το στήθος δεν άντεχε τέτοια τρικυμία μέσα του και ξέσπασε σ’ αναφιλητό. Σκιές προγόνων από τα πέρατα του χρόνου και ψυχές ταξιδεμένων από τα πέρατα του κόσμου συνάχτηκαν ένα γύρο στη μεγάλη επίπεδη πλάκα κρατώντας το ίσον στο κλαρίνο του μπαρμπα-Νίκου, καταργώντας το χρόνο καθώς γίνονταν ένα με το μοιρολόι, τους χωριανούς, τους σκοτωμένους στρατιώτες, τα γύρω βουνά και τον χαμηλωμένο ουρανό, πού έτσι να έκανες τα χέρια σου, αντάμωνες τα φτερά των αγγέλων του, πού χαμήλωναν ποθώντας λίγη γήινη θλίψη. Μια συντροφιά κάθισε σταυροπόδι γύρω από την πλάκα κι έπιακε το κιντόι:

«Καλότυχα είναι τα βουνά, καλότυχοι κι οι κάμποι

που Χάρο δεν άκαρτερούν, φονιά δεν περιμένουν,

μόν’ περιμένουν Άνοιξη, τ όμορφο Καλοκαίρι…».

Ή μπάσα φωνή του πάρτη ήταν εκατόχρονη βελανιδιά με χοντρό κορμό και φυλλωμένα κλωνάρια πού ‘κρυβαν άιτο-φωλιές, η συγκρατημένη του γυριστή απόκριση στις φωνές του δάσους, η πλουμιστή του κλώστη άνεμος πού κρυφομιλάει, πράσινος κισσός αγκαλιάζοντας το κορμί της βελανιδιάς από χαμηλά ως τα τελευταία φύλλα, οπού άκροζυγίάζονται οι σταγόνες της πρωινής δρόσου κι ή σταθερή συγκρατημένη οριζόντια του ισοκράτη, ό αχός του πόταμου πού κατρακυλάει τα νερά του στους γκρεμούς, κουβαλώντας την πραμάτεια του χρόνου.