ΌΡΘΡΟΣ

Ήρθε ένα πρωινό μια μέρα
Ή μήπως
Δεν έχω αποφασίσει ακόμα
Τι συνέβη
Στο πρώτο ξύπνημα
Ο χρόνος
Με τους στίχους
Παίζουν περίεργα
Παιχνίδια
Μεταξύ τους

Κι ήταν ο χρόνος
Μια κατάξερη
Κοιλάδα
Όλη σπαρμένη
Μάτια πεθαμένα
Μ’ όλες τους
Τις σκιές να
Ξαγρυπνάνε
Κι ήταν οι στίχοι
Μια Παρηγοριά
Που στοργικά
Μας φόρεσε το
Σχήμα της

Σ’ αυτό το πρώτο
Άυπνο ξύπνημα
Είδα τη σκόνη
Που έλαμπε
Πάνω στη φέτα
Από λεμόνι
Δεν συμφωνούσαν
Μεταξύ τους
Κι ήμουν η σκόνη
Και το κίτρινο
Μαζί
Κι ήμουνα τίποτα
Απ’ τα δυο τους
Σαν τον παράδεισο
Που χάθηκε
Στα μάτια του παιδιού
Που έγινε
Άντρας

Τα πρωινά χρειάζονται
Ομοφωνία
Έτσι θα γίνει μέρα
Θα έρθει φως
Να συμφωνείς με
Την ανάσα σου
Να ξεχωρίσεις ποια
Είν’ απ’ όλες
Μόνο η δική σου
Η σκιά που
Περιμένει
Να μην δανείζεσαι
Σκιές των άλλων
Ποιητών
Ή των γνωστών σου
Εν γένει
Το πρωινό μια μηχανή
Που ξεκουφαίνει
Μετά την ησυχία
Ονειροκρίτη ύπνου

Όταν σου λένε
Πήγε κιόλας
Μεσημέρι
Μην εμπιστεύεσαι
Κανέναν
Στο ’χω πει
Γίνονται οι σκιές
Βυθός φωταγωγού
Να καταπιούν το σώμα
Που τις τρέφει
Τα μεσημέρια
Όχι τα βράδια
Που φοβούνται
Οι πολλοί

Κοιτάς να γίνει
Πέντε παρά πέντε
Το απόγευμα
Να φτάσει πέντε
Στα ρολόγια
Το απόγευμα
Να φτάσει πέντε
Σ’ όλα τα ρολόγια
Αναρωτιέσαι αν είναι
Άνοιξη
Ή
Δευτέρα

Πόσο φριχτή η ώρα που
Βραδιάζει
Σαν γίνει πέντε
Σ’ όλα τα ρολόγια
Κι ο Φεντερίκο
Κλαίει
Τον Ιγνάθιο
Χτυπώντας με τη
Γλώσσα του
Το κέρατο
Του ταύρου

Τα πρωινά
Χρειάζονται
Ομοφωνίες
Νεογέννητες
Στο χρόνο
Του κενού
Να φεύγει
Η σκιά
Του χρόνου
Του δικού μας
Του ίσκιου μας
Του φόβου
Και της μοίρας
Γιατί κι αυτήν
Βαραίνει
Η κρυφή της η σκιά

Κι αν είναι μοίρα
Όπως λεν
Ο χαρακτήρας μας
Κι αυτός να φύγει
Δίχως
Να χαιρετήσει καν
Ας μείνει μόνο
Η σκιά
Από τη θλίψη
Της μητέρας
Ή έστω ο ίσκιος
Γύρω απ’ τα πόδια
Του πατέρα
Που επιστρέφει
Απ’ τη δουλειά
Που είχε με
Τον θάνατο

Τώρα που
Η σκιά μου
Βάφτισε
Το στήθος μου
Γίναμε ένα
Γίναμε χρόνος
Γίναμε ο χρόνος
Που εκείνον
Τον παλιό
Τον χρόνο μας
Περιέχει
Τα χρόνια
Από τις μέρες μας
Τις ώρες
Των προσώπων
Όλα μαζί
Μαζί κι η
Απουσία τους
Που ξέμεινε
Μαζί μας
Όλοι μαζί
Θα φτιάξουμε
Πρωινό
Εις μνήμην
Επιζώντων

Ήρθε ένα πρωινό
Μια μέρα
Και γλίστρησε ο
Επάνω ουρανός
Τόσο μικρός
Συννεφιασμένος

Στεκόμουν
Στη σκιά
Του σύννεφου
Κι ήμουν σκιά του
Και το σύννεφο
Μαζί
Κι ήμουνα τίποτα
Απ’ τα δυο τους
Σαν την σκιά
Που διώξαμε
Κι εξόριστη
Δεν βρίσκει
Τόπο σε σώμα
Να σταθεί

Μα πες εσύ
Πώς γίνεται
Να είμαστε
Μονάχοι
Όταν ακούμε
Όλοι μαζί
Να πέφτει
Νύχτα
Η βροχή

 

 

*********

Μ» ΌΠΩΣ ΑΦΡΟΔΊΤΗ

 

Πάντα κάποιος φεύγει ξαφνικά.

Δεν ξέρω για που.

Πάντα κάποιος φεύγει μ’ έναν μυστικό τρόπο νομίζω, γιατί δεν καλοβλέπω πια και ξεχνάω τώρα τελευταία και μου διαφεύγουν πρόσωπα, γεγονότα, μέχρι και τον θάνατο ξεχνάω και ξεχνάω μετά ότι τον ξέχασα.

 

«Προσέξτε τα χέρια του!», ήταν η πρώτη φράση που τινάχτηκε από μέσα μου καθώς τα έβλεπα να σπαρταράνε στο κράσπεδο. Όλος ο υπόλοιπος νεκρός, φέρτε μου πιο κοντά το μικρόφωνο. Τα χέρια του μιλούσαν, ναι, όπως σας το λέω, και μου θύμισαν εκείνο που έγινε με τα μάτια ενός φίλου, που τον χάσαμε σε δυστύχημα καιρό τώρα. Αυτονομήθηκαν απ’ το σώμα που έφευγε! « Κοιτάχτε, νέος ετών 28 πετάει», φώναξα. Τι είχε συμβεί;

 

Πέσανε καταπάνω του
Του κοριτσιού τα μάτια
Τα κοίταξε τον πέταξαν
Σε μια κλειστή στροφή

Κοιτάζει τώρα από ψηλά
Τα όμορφα τα μάτια
Των κοριτσιών που πέθαιναν
Για ένα δικό του βλέμμα
Αυτός εδώ, όμως, τα είχε φάει τα ψωμιά του κάτι ψίχουλα απέμεναν σκορπισμένα στο δρόμο. Τον χτύπησε πλαγιομετωπικά το μηχανάκι.

« ΘαπάμεκατευθείανναμαςκάνουντηζωήμαςΚόλασηεκείπάνω», πρόλαβαν να μου πουν οι ώμοι του, αλλ’ εγώ έμαθα εντωμεταξύ μας τα πάντα.

Ότι είχε ερωτευθεί παράφορα μια μυθική καλλονή, τι τύχη να ’χει ένας μικρομεσαίος της ομορφιάς; Αυτή βέβαια τον έστειλε από ΄κει που ’ρθε, σε μια σελίδα χαρτιού ,δηλαδή, με μόνη του παρέα μια φωνή σαν μήκος κύματος να τον παρηγορεί.

 

L’ amour ne disparait jamais
Ψιθύριζε
Κι όμως την πίστευε
Γιατί
Ανάμεσα σ’ εκείνον
Και το θάνατο
Έστεκε πάντα
Ένας αμίλητος
Αέρας
Που κάποτε
Ερωτεύτηκε
Ήξερε πολύ καλά Γαλλικά, Παρίσι δεν είχε πάει ποτέ του ώσπου ξαφνικά πήγε. Πήγε κατευθείαν εκεί να την δει. Βράδυ περπατούσε και μουτζούρωνε τους τοίχους έγραφε παντού « Τέλος!», γιατί

Τέλος
Σημαίνει
Ν ’αντιγράφεις
Συνεχώς
Τον εαυτό σου
Και γέμιζε τους τοίχους και δεν ήξεραν ποιος.

Πήγε αλλ’ εκείνη είχε τελειώσει τη βάρδια της στο μουσείο καθόταν στο μπιστρό για έναν καφέ και μετά ξανά μέσα να βγάλει τη νύχτα έτσι άστεγη που την είχαν καταντήσει, την παραφύλαγε κι ανυποψίαστη άκουγε να της συστήνεται ο άγνωστος:

 

Ανέγγιχτή
Είμ’ ό,τι απόμεινε
Από τα χέρια εκείνου
Που κάποτε
Σε σμίλεψε
Ένα καλέμι που
Το σκούριασε ο χρόνος
Εσύ αθάνατη
Κι εγώ γέρος
Και μόνος
Σε λένε ακόμα
Αφροδίτη;
Είμαι ο Μήλος!
Το « η» με ήτα
Όμως σαν ήττα το ’γραψαν
Σαν λογοπαίγνιο ταυτότητας να μοιάζει»
Κατάλαβε μεμιάς ποια ήταν τα χέρια που αιώνες περίμεναν αδίκως στην εξώπορτα του Λούβρου τα χέρια που την έφτιαξαν και τώρα του χρωστούσε τη ζωή της.

Σ’ αυτόν, έναν αυτόκλητο της μοναξιάς.

Τα χέρια του βουβά μ’ όλη τη στάχτη μέσα του καιρού της έκοψαν τα χέρια τα πήραν τα ταξίδεψαν κρυφά τα βάλαν στο κρεβάτι να έχει κάποιον δίπλα του τις νύχτες, κάποιον που θα τον παίρνει αγκαλιά.

Τον εκδικήθηκαν. Τρελός από έρωτα βγήκε να πάρει δαχτυλίδι αρραβώνων στα πιο μαρμάρινα δάχτυλα της γης δεν πρόσεξε το μηχανάκι όρμησε και του ’κλεψε τα χέρια.

Έκτοτε η Αφροδίτη, ημίγυμνη κι ανέκφραστη σχεδόν κοιτάει αυτούς που την κοιτάνε χωρίς χέρια, γιατί τα χέρια που θα βλέπανε είναι επάνω.
Στον δημιουργό
Τον Πυγμαλίωνα του ανέφικτου.
Σ’ αυτόν που του ’κλεψαν τ’ όνομα και τα χέρια βαφτίζοντας ένα νησί του Αιγαίου.
Αυτή είναι η αλήθεια!

Εσείς, αλήθεια, ποιαν απ’ όλες τις αλήθειες πιστεύετε;

Εσείς αλήθεια πού κοιτάτε;

Ρίξτε μια
Τελευταία ματιά
Εκεί ψηλά
Ζήτημα χρόνου
Να εξορίσουνε
Τον ουρανό

 

****

ΣΤΑ ΚΡΥΦΆ

 

Συνωμοτώ συχνά

Μ’ ένα μικρό

Χαμόγελο

Εγώ

Ο αυτοδίδακτος

Της λύπης

 

 

 

 

 

 

*******************

Ο Νίκος Μπουρσινός κατάγεται από την Αμοργό. Σπούδασε ιατρική στην Ιταλία και ειδικεύτηκε στη ψυχιατρική, χώρος στον οποίο εργάστηκε για κάποια χρόνια, πριν τον εγκαταλείψει προσωρινά ασκώντας τη δημοσιογραφία στον περιοδικό και ημερήσιο τύπο, κυρίως όμως στο ραδιόφωνο, που υπήρξε η μεγάλη του αγάπη. Έχει βραβευτεί για τις ραδιοφωνικές του εκπομπές. Επέστρεψε, πρόσφατα, στην ψυχιατρική. Στο παρελθόν, ποιήματά του είχαν δημοσιευτεί στα περιοδικά Τραμ και Πολιτιστική. Το «Και ο άνεμος του παίρνει το πρόσωπο» είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή, που θα κυκλοφορήσει στις αρχές Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.