«Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ» της συνείδησής μας
«Όσο πληθαίνουν οι νόμοι, πολλαπλασιάζονται οι παράνομοι»
Λάο Τσε
Το πιο πάνω ρητό στροβίλιζε στο μυαλό μου, διαβάζοντας την πολύ υποσχόμενη νουβέλα του αξιόλογου κύπριου πεζογράφου Κυριάκου Στυλιανού, ο οποίος μας έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής με τη διηγηματική του συλλογή «Κλεμμένα παιχνίδια» (Αρμίδα, 2022) και τη νουβέλα «Ανάπηρος Ορίζοντας» (Αρμίδα, 2024).
Η ιστορία της εν λόγω νουβέλας αναφέρεται στον Ελευθέριο Ελευθερίου,έναν τριανταπεντάχρονο περίεργο και ατημέλητο τύπο, ο οποίος, αποφασίζει μια μέρα να κάνει κάτι το οποίο θεωρείται, από πολλούς, αδιανόητο: να καταγγείλει τον εαυτό του για μια τροχαία παράβαση σε έναν αστυνομικό σταθμό! Μαζί του κουβαλά μια μυστηριώδη μαύρη τσάντα, το περιεχόμενο της οποίας κρατείται από τον συγγραφέα, μυστικό. Φτάνοντας στο αστυνομικό τμήμα, θα περάσει από τα αδιάκριτα βλέμματα του φρουρού Κώστα και της καθαρίστριας Χρυστάλλας. Τα δύο αυτά πρόσωπα, ας σημειωθεί, είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, βιοπαλαιστές, άτομα που συναντάς εύκολα στη σημερινή σύγχρονη κοινωνία, τα οποία προσθέτουν αυθεντικότητα στην αφήγηση του Στυλιανού.
Φτάνοντας, λοιπόν, στο αστυνομικό τμήμα, ο Ελευθερίου θα συναντήσει το αδυσώπητο πρόσωπο του συστήματος εξουσίας στα πρόσωπα του Προϊστάμενου αστυνομικού, Παναγιώτη Οικονόμου, των Υφιστάμενων αστυνομικών Αντωνίου, Γεωργίου, Ιωάννου αλλά και του αστυνομικού Αντρέα, ο οποίος στο τέλος θα τον πετάξει έξω από το γραφείο, μετά από υποδείξεις του Προϊσταμένου του. Όταν, θα βρεθεί μόνος του ξανά ο Ελευθερίου, μέσα από τον μονόλογό του, που υφαίνει έντεχνα ο Στυλιανού, θα αποκαλυφθεί πως ο Ελευθερίου δεν είναι τόσο αθώος τελικά, διότι, ενώ δήλωσε πως παραβίασε το όριο ταχύτητας στον δρόμο κατά 20 χιλιόμετρα, στην πραγματικότητα είχε χτυπήσει, πριν μερικές μέρες με το αυτοκίνητό του, έναν άλλο οδηγό που προσπαθούσε στην άκρη του δρόμου, να αλλάξει το ελαστικό του αυτοκινήτου του που είχε σκάσει. Άρα, στην πραγματικότητα, το σύστημα εξουσίας που ο ίδιος ο Ελευθερίου είχε πρόθεση να διακωμωδήσει και να εξευτελίσει, αυτό το ίδιο νοσηρό σύστημα χρησιμοποίησε και ο ίδιος για να μην του καταλογιστούν ευθύνες για την πράξη του.Με άλλα λόγια εφάρμοσε αυτό που τόσο διαδεδομένα λέγεται πια: «Μάθε τους κανόνες σαν επαγγελματίας, για να μπορείς να τους παραβιάσεις σαν καλλιτέχνης».
Η νουβέλα «Η παράβαση» χωρίζεται σε 7 επεισόδια και θα μπορούσαν άνετα να είναι οι σκηνές θεατρικής παράστασης:«Στο προαύλιο», «1η και 2η σκηνή», «Στο γραφείο του Προϊσταμένου», «Δύο διαφορετικές συζητήσεις», «Επιστροφή στο Γραφείο», «Ανεμοστρόβιλος» και «Επίλογος».
Η «Παράβαση» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι εντοπίζουμε στοιχεία από τα προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, αλλά και στοιχεία νεοφανή. Για παράδειγμα, και στη νεοεκδοθείσα νουβέλα του, ο Στυλιανού παραμένει ετεροδιηγητικός δηλαδή δεν συμμετέχει στα δρώμενα, απλά τα εξιστορεί. Επίσης, παραμένει, παντογνώστης αφηγητής, αφού αφηγείται την ιστορία σε γ’ πρόσωπο, γνωρίζοντας τα πάντα για όλα τα πρόσωπα και όλες τις καταστάσεις. Ακόμη, η οπτική του γωνία παραμένει διευρυμένη, γιατί μπορεί να κινείται σε όλους τους χώρους της αφήγησης, γνωρίζει και σχολιάζει ποικιλοτρόπως. Τέλος, ενώ η αφήγησή του είναι ευθύγραμμη, χρησιμοποιεί με μαεστρία την αναδρομική αφήγηση, δηλαδή εγκαταλείπει για λίγο την ομαλή χρονική αφήγηση και κάνει καίριες αναφορές σε παρελθόντα γεγονότα που φωτίζουν την προσωπικότητα των ηρώων του.
Επιπρόσθετα, και σε αυτό το έργο του Στυλιανού φαίνονται οι καφκικές επιρροές του, κυρίως μέσα από την παράλογη σύγκρουση του ατόμου με έναν απρόσωπο και αδιαπέραστο μηχανισμό εξουσίας. Ο Ελευθέριος Ελευθερίου, παρουσιάζοντας ο ίδιος τον εαυτό του ως ένοχο, εγκλωβίζεται σε μια αλλόκοτη γραφειοκρατική διαδικασία όπου οι εκπρόσωποι της εξουσίας (προσέξτε τις λέξεις «Προϊστάμενος», «Φρουρός») και οι άλλοι λειτουργοίμοιάζουν περισσότερο με σύμβολα ενός αόρατου κατεστημένου παρά με πραγματικά πρόσωπα. Η ατμόσφαιρα αυτή θυμίζει έντονα τη «Δίκη» του Κάφκα,στο οποίο ο Γιόζεφ Κ. κατηγορείται χωρίς να γνωρίζει το αδίκημά του και βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν ακατανόητο δικαστικό μηχανισμό. Παράλληλα, η αίσθηση ματαιότητας, η αδυναμία επικοινωνίας με την εξουσία και η συνεχής αναβολή λύσης παραπέμπουν στον καφκικό «Πύργο», όπου ο ήρωας αδυνατεί να προσεγγίσει το μυστηριώδες διοικητικό κέντρο που καθορίζει τη ζωή του. Όπως στα έργα του Κάφκα, έτσι και στην«Παράβαση» του Στυλιανού, κυριαρχούν το παράλογο, η αποξένωση και η γελοιοποίηση της εξουσίας, αποκαλύπτοντας την αδυναμία του ανθρώπου να βρει λογική και δικαιοσύνη μέσα σε ένα αυθαίρετο σύστημα.
Υπάρχουν όμως και νέα στοιχεία. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το υποδόριο χιούμορ, η λεπτή ειρωνεία, ο σαρκασμός και η διακωμώδηση των περιστάσεων. Θα πρόσθετα ότι εντοπίζω στοιχεία χρονογραφήματος, όχι ως προς την έκταση του βιβλίου, αλλά ως προς τη διάθεση, και στοιχεία ευθυμογραφήματος, αφού σκανάρει με χιούμορ και σαρκασμό τη σαθρή κατάσταση της κυπριακής κομματοκρατίας, του βολέματος και των πελατειακών σχέσεων, όπου όλα βρίσκονται στον βωμό του συμφέροντος και της εξουσίας. Είναι μια ακτινογραφία του κράτους-τέρατος που θρέψαμε από το 1960 και μετά, στο οποίοοι πολίτες του, δυστυχώς δεν το πίστεψαν, αλλά το χρησιμοποίησαν για να ανελιχθούν και το αφαίμαξαν χωρίς συστολές.
Η «Παράβαση» είναι, μέχρι την πρωτελευταία σκηνή («Ανεμοστρόβιλος») μια βαθιά συνειδητοποίηση του σύγχρονου κυπριακού κράτους, με χιουμοριστικές πινελιές και ευτράπελα, χωρίς όμως να χάνει στιγμή από τη ζωντάνια και το ενδιαφέρον του. Στην τελευταία σκηνή,όμως, στον «Επίλογο», και σε αυτήν θα μου επιτρέψετε να εστιάσω, κορυφώνονται οι γνωστές πεζογραφικές αρετέςτου Στυλιανού με τις αμφισημίες, την κοφτερή κοινωνική ματιά, τον καταγγελτικό λόγο, την παραστατικότητα. Εντύπωση προκαλεί η χρησιμοποίηση του ονόματος Ελευθέριου Ελευθερίου, ο οποίος δένει άμεσα με την προηγούμενη νουβέλα, τον «Ανάπηρο Ορίζοντα». Προσοχή όμως! Δεν είναι το ίδιο άτομο! Απεναντίας, πρόκειται για ευφημισμό, διότι αυτό το άτομο δεν έχει καμία ηθική ομοιότητα με τον Ελευθέριο Ελευθερίου που συναντήσαμε στον «Ανάπηρο Ορίζοντα».
Στην προκειμένη περίπτωση, στη νουβέλα «Η παράβαση», ο Ελευθερίου είναι ένα αντισυστημικό άτομο, που πάντα αντιδρούσε, γιατί δεν μπορούσε να καλουπωθεί: πρώτα στο σχολείο, έπειτα στον στρατό και τη δουλειά. Είναι ένας πολίτης που το μόνο του κίνητρο είναι να ταλαιπωρήσει αυτούς που κατέχουν εξουσία, διότι αντιδρά σε αυτό το σύστημα, έστω και με τον λανθασμένο τρόπο. Γι’ αυτό και, ενώ προκάλεσε αυτοκινητικό ατύχημα και παρουσιάστηκε στην Αστυνομία, αναφέρθηκε μόνο στην υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, χωρίς να πει ότι στην πραγματικότητα εγκατέλειψε τον οδηγό που κατέβηκε να αλλάξει το λάστιχό του και ότι ίσως να τον είχε σκοτώσει (αργότερα, βέβαια, ο πρωταγωνιστής θα πληροφορηθεί από το ραδιόφωνο ότι ο οδηγός δεν κινδύνευσε τόσο).
Ο πρωταγωνιστής Ελευθέριος Ελευθερίου με την αλλοπρόσαλλη τακτική του, συνομιλεί διακειμενικά με τους στίχους του Κωνσταντίνου Καβάφη στο πολιτικό ποίημα «Ας φρόντιζαν». Σε αυτό το ποίημα ο ποιητής αναδεικνύει με μοναδικό τρόπο το πώς η διαφθορά των ηγετών περνά στους πολίτες, οδηγώντας τους σε μια γενική αδιαφορία απέναντι στην κατάσταση που επικρατεί στην πατρίδα τους. Ο νεαρός από την Αντιόχεια ζει στο έπακρο τις απολαύσεις που έχει να του προσφέρει η πόλη του και τώρα αναζητά μια ευκαιρία να «μπαλωθεί», να ενταχθεί κάπου στον κρατικό μηχανισμό, ώστε να εξασφαλίζει χρήματα, προφανώς για να συνεχίσει τις διασκεδάσεις του. Γράφει ο Καβάφης:
Ἀλλά, κατεστραμμένος ἄνθρωπος, τί φταίω ἐγώ.
Ζητῶ ὁ ταλαίπωρος να μπαλωθῶ.
Ἀς φρόντιζαν οἱ κραταιοί θεοί
να δημιουργούσαν ἕναν τέταρτο καλό.
Μετά χαρᾶς θά πήγαινα μ’ αὐτόν.
Έτσι λοιπόν και ο Ελευθερίου: ενώ θέλει να ασκήσει αυστηρή κριτική στο υφιστάμενο σύστημα του τόπου του, στο τέλος όχι μόνο θα το ασπασθεί, αλλά και θα το χρησιμοποιήσει για να βολευτεί κι αυτός και να σωθεί από το αυτοκινητικό δυστύχημα που προκάλεσε. Να λοιπόν που, τόσο ο ήρωας του Καβάφη όσο και του Στυλιανού, θέλουν, όχι να υπηρετήσουν αφιλοκερδώς την πατρίδα τους, αλλά να εξασφαλίσουν προσωπικό όφελος. «Άνεσις πάντων ολετήρ» καταπώς έλεγε κι ο Σπύρος Δοντάς.

Θεματολογικά ο Στυλιανού σε αυτήν τη νουβέλα, πέραν από τις παθογένειες του κρατικού συστήματος, καταπιάνεται με την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, οι οποίοι εγκλωβίζονται σε αυτό το σύστημα. Αυτό ήταν και το θέμα του τελευταίου διηγήματος στη συλλογή «Κλεμμένα παιχνίδια»μετίτλο «Στιγμιαίος Απεγκλωβισμός». Σε εκείνο, λοιπόν, το διήγημα, θυμίζουμε πως ο πρωταγωνιστής υποχώρησε και τελικά εντάχθηκε σε πολιτικό κόμμα που του προσέφερε ως αντάλλαγμα γρήγορη αναρρίχηση. Στο τέλος, όμως, κατάλαβε πως το σύστημα τον είχε εγκλωβίσει και τον είχε αλλοιώσει ψυχικά, γι’ αυτό και το διήγημα έκλεινε με τη στιγμιαία οπτασία του πρωταγωνιστή που έλεγε: «”Επιτέλους, τώρα βρίσκομαι στην αληθινή μου πατρίδα…” ψέλλισε με απέραντη ευτυχία να πλημμυρίζει την ψυχή του, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να γνωρίζει αν αυτό που ένιωθε το ζούσε και στ’ αλήθεια…». Να, λοιπόν,που η ιδέα αυτής της νουβέλας προϋπήρχε, έστω σε μια σπερματική μορφή, ήδη στο μυαλό του συγγραφέα Στυλιανού και σιγά-σιγά άρχισε να ωριμάζει μέχρι να πάρει την τελική της μορφή, ως νουβέλα πια, και μάλιστα δίνοντας μια απρόσμενη εξέλιξη στη συμπεριφορά του ήρωά του. Είναι αυτό που έλεγε ο Ρίτσαρντ Χιούγκο πως «οι περισσότεροι ποιητές γράφουν το ίδιο ποίημα ξανά και ξανά».
Άλλα θέματα που πραγματεύεται ο Στυλιανού στη νέα του νουβέλα είναι ο εξευτελισμός της πατρίδας και ηκομματοκρατία ως κινητήριος δύναμη για προβολή και ανέλιξη φιλόδοξων προσώπων χωρίς να λογαριάζουν την ηθική διάσταση των πράξεών τους. Επιπρόσθετα, επικρίνει τις πελατειακές σχέσεις κομμάτων και πολιτών, το ρουσφέτι, την ευνοιοκρατία και την ύπαρξη πολλών νόμων χωρίς την ουσιαστική εφαρμογή τους. «Όσο περισσότεροι νόμοι, τόσο περισσότεροι παραβάτες» μας θυμίζει ο Τόμας Φούλερ. «Κρύψε να περάσουμε» είναι το μότο που χρησιμοποιεί ο Στυλιανού και εκφράζει τόσο γλαφυρά την πραγματικότητα. Θίγει, επίσης, σε δεύτερο επίπεδο βαθύτερα ηθικά διλήμματα π.χ. αν πρέπει κάποιος να τα βάλει με αυτό το σύστημα, ποιο θα είναι το προσωπικό του κόστος και εάν θα καταφέρει να επιβιώσει.
Το χιούμορ είναι μια παράμετρος που αξίζει να επισημάνουμε, διότι ο τρόπος που το χρησιμοποιεί ο Στυλιανού χτίζει μια συναισθηματική οικειότητα ανάμεσα σε αυτόν και τον αναγνώστη. Σε ένα κείμενο μυθοπλασίας, όμως, ελλοχεύει ο κίνδυνος να διαβρωθεί η αληθοφάνεια της ιστορίας. Γι’ αυτό και ο Στυλιανού συνδέει το χιούμορ με την πίκρα και, όπως στους ήρωες του Αυστριακού συγγραφέα Μπέρνχαρντ, έτσι και στους ήρωες του Στυλιανού, το χιούμορ των πρωταγωνιστών είναι κραυγή πόνου και αγωνίας. Δείχνουν δηλαδή την ευαισθησία τους, προτάσσοντας τα αγκάθια τους.Επομένως, ο Στυλιανού μετατρέπει πολλές φορές το χιούμορ σε ειρωνεία, ώστε να φωτιστεί το αισθητικό ξάφνιασμα και να αναδειχθούν οι εναλλακτικές οπτικές γωνίες. Αυτό το στοιχείομου θύμισε την περίπτωση του Γιάννη Σκαρίμπα, που ενώ τα έργα του εκπέμπουν μια κωμικότητα, εντούτοις πάνω τους πέφτει μια βαριά σκιά απογοήτευσης και οργής.
Ένα άλλο στοιχείο που αξίζει να αναφερθεί είναι η άρτια ενσωμάτωση της κυπριακής διαλέκτου στη γενικότερη αφήγηση που δίνεται στη νέα ελληνική γλώσσα. Αυτή η επιλογή του Στυλιανού δίνει αμεσότητα στους διαλόγους, αλλά και παραστατικότητα στα σημεία που ανακαλούνται οι μνήμες μέσα από την αναδρομική διήγηση. Η κυπριακή διάλεκτος είναι το κατάλληλο γλωσσικό μέσο για να εκφραστεί αριστοτεχνικά η συναισθηματική κατάσταση των ηρώων, χωρίς όμως να αποτελεί εμπόδιο για τον εξ Ελλάδος αναγνώστη, διότι η χρήση της κυπριακής διαλέκτου γίνεται σε ήπια μορφή.
Ο Κυριάκος Στυλιανού, σε αυτή τη νουβέλα, γίνεται η κραυγή του τόπου του. Ανησυχεί για τη διάβρωση των θεσμών, για την αποξένωση των ανθρώπων, για τον μικρόσκοσμο στον οποίο ο καθένας μας τρυπώνει. Μπορεί να τα παρουσιάζει με χιουμοριστικό τρόπο, αλλά μέσα του καίγεται. Γνωρίζει πως τα πράγματα είναι «για γέλια και για κλάματα», όμως υπάρχουν εκεί οι διαχρονικές ευθύνες όσων κυβέρνησαν και δεν κατάφεραν να τιθασεύσουν το θηρίο της αναξιοκρατίας και του προσωπικού βολέματος, σε σημείο που να μην αναγνωρίζει τον τόπο σου. Όπως το θέτει ο Γιώργος Σεφέρης «Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό».
Καταληκτικά, ο Κυριάκος Στυλιανού έχει διανύσει μπόλικη απόσταση στον δρόμο της καταξίωσης ως ένας από τους πιο προικισμένους πεζογράφους στα λογοτεχνικά μας δρώμενα. Είναι εξαιρετικά ταλαντούχος, αλλά και εργατικότατος, διότι όπως το θέτει ο Γάλλος συγγραφέας Εμίλ Ζολά: «Ο καλλιτέχνης δεν είναι τίποτα χωρίς το ταλέντο, αλλά το ταλέντο δεν είναι τίποτα χωρίς τη δουλειά».









