Για να καταλάβει κανείς την υποκριτική δεινότητα της Δάφνης Πατακιά, θα πρέπει πρωτίστως να κατανοήσει τη δυνατότητά της να κατοικεί σ’ ένα διαρκές όριο ανάμεσα στο εγώ και το εσύ. Τι εννοώ μ’ αυτό; τη δυνατότητα να μπορεί αλλάζει ταυτότητες διατηρώντας ένα προσωπικό στίγμα σ’ αυτές. Στο πρόσωπό της υπάρχει κάτι που αντιστέκεται στην ταυτότητα. Δεν είναι ακριβώς μυστήριο· είναι η αδυναμία του προσώπου να κλείσει. Το βλέμμα της δεν ολοκληρώνει τον χαρακτήρα. Τον αφήνει ανοιχτό, σαν πληγή. Το σώμα δεν κατοικεί ποτέ εντελώς μέσα στο όνομα που του δόθηκε. Δεν υπάρχει ταυτότητα Γι’ αυτό και οι ηρωίδες της μοιάζουν να βρίσκονται πάντοτε σε κίνηση. Δεν μετακινούνται απλώς μέσα στον χώρο. Μετακινούνται έξω από τον εαυτό τους.
Ιδιαίτερα στη Benedetta του Paul Verhoeven, η Δάφνη Πατακιά δεν υποδύεται απλώς την Bartolomea. Εισέρχεται σ’ έναν χώρο όπου το σώμα, προτού ακόμη μιλήσει, έχει ήδη καταδικαστεί. Το μοναστήρι είναι ο τόπος της πειθαρχίας, της σιωπής, της απαγόρευσης· ένα σώμα που επιθυμεί βρίσκεται εκεί πάντοτε κατηγορούμενο για κάτι που μπορεί να κάνει. Κι όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή την απαγόρευση, το σώμα αρχίζει να αποκτά τη μεγαλύτερη έντασή του. Η Bartolomea είναι, από την πρώτη της παρουσία, ένα σώμα που δεν έχει ακόμη βρει τη θέση του μέσα στον κόσμο. Η Πατακιά δεν την παρουσιάζει ως μια γυναίκα που αποφασίζει να επαναστατήσει. Η εξέγερση συμβαίνει βαθύτερα, σχεδόν ακούσια. Στο βλέμμα, στην κίνηση, στον τρόπο με τον οποίο πλησιάζει ένα άλλο σώμα. Δεν υπάρχει πρόγραμμα. Υπάρχει έλξη.
Και η έλξη είναι ήδη μια μορφή παραβίασης.
Στον κόσμο της Benedetta, το σώμα πρέπει να είναι καθαρό επειδή πρέπει να ανήκει στον Θεό. Όμως η σάρκα δεν γνωρίζει σε ποιον ανήκει. Η επιθυμία εμφανίζεται χωρίς άδεια. Δεν ζητά ερμηνεία ούτε συγκατάθεση από τον νόμο. Απλώς συμβαίνει. Αυτό είναι που κάνει την Bartolomea τόσο επικίνδυνη.Δεν είναι η γυναίκα που αρνείται συνειδητά το ιερό. Είναι η γυναίκα μέσα από την οποία το ιερό και το βέβηλο παύουν να μπορούν να διαχωριστούν. Η Πατακιά παίζει αυτή την αστάθεια με μια αξιοσημείωτη οικονομία. Δεν χρειάζεται να καταστήσει την Bartolomea προκλητική. Το αντίθετο: η δύναμή της βρίσκεται στην απλότητα. Στο βλέμμα που παραμένει λίγο περισσότερο απ’ όσο επιτρέπεται. Στο σώμα που πλησιάζει. Στην αμηχανία πριν από το άγγιγμα. Στη σιωπή που γίνεται πιο ερωτική από οποιαδήποτε δήλωση. Το ερωτικό, έτσι, δεν βρίσκεται μόνο στη σκηνή της σωματικής επαφής. Έχει ήδη αρχίσει πολύ νωρίτερα. Βρίσκεται στην αναμονή της επαφής. Και η αναμονή είναι ίσως η πιο καθαρή μορφή επιθυμίας: το σώμα βρίσκεται ακόμη απέναντι από το αντικείμενό του, αλλά έχει ήδη χάσει την αυτάρκειά του. Το ερωτικό δεν είναι απλώς η απόλαυση του άλλου· είναι η στιγμή κατά την οποία το κλειστό άτομο πλησιάζει την απώλεια των ορίων του. Ο άνθρωπος επιθυμεί τον άλλον επειδή, μέσα από τον άλλον, επιθυμεί να πάψει να είναι απολύτως ξεχωριστός. Αυτό συμβαίνει στην Bartolomea. Το σώμα της δεν ζητά απλώς ένα άλλο σώμα. Ζητά, χωρίς να το γνωρίζει, τη διάρρηξη της μοναχικότητάς του.
Γι’ αυτό και η σχέση της με την Benedetta δεν είναι απλώς ερωτική. Είναι μια μορφή μετάβασης. Η Bartolomea εισέρχεται στον κόσμο της Benedetta και, μαζί με αυτήν, σ’ έναν χώρο όπου η επιθυμία αποκτά σχεδόν θρησκευτική ένταση. Το άγγιγμα γίνεται αποκάλυψη. Η σάρκα γίνεται γλώσσα. Και η αμαρτία, αντί να λειτουργεί ως αντίθετο της αγιότητας, γίνεται ο τρόπος με τον οποίο η αγιότητα αποκαλύπτει τη σκοτεινή της πλευρά. Αυτό είναι ίσως το πιο τολμηρό στοιχείο της ερμηνείας της Πατακιά: δεν αντιμετωπίζει το σώμα ως αντίπαλο του πνεύματος. Το σώμα είναι το ίδιο το πεδίο όπου το πνεύμα και η σάρκα αναμειγνύονται μέχρι να μην μπορούν πλέον να διαχωριστούν.
Η Bartolomea επιθυμεί.
Αλλά η επιθυμία της δεν είναι θριαμβευτική. Έχει μέσα της φόβο, έκθεση, κίνδυνο. Το σώμα που επιθυμεί είναι πάντοτε ένα σώμα ευάλωτο, επειδή έχει πάψει να είναι κλειστό.

Και η Πατακιά γνωρίζει να δείχνει ακριβώς αυτή την ευαλωτότητα. Δεν υπάρχει στο πρόσωπό της η βεβαιότητα εκείνου που κατέχει. Υπάρχει η αβεβαιότητα εκείνου που παραδίδεται. Εδώ βρίσκεται και η δύναμη της ερμηνείας της: η επιθυμία δεν παρουσιάζεται ως δύναμη κυριαρχίας αλλά ως απώλεια κυριαρχίας. Το σώμα παραδίδεται. Το πρόσωπο υποχωρεί. Το «εγώ» γίνεται ασταθές. Και τότε εμφανίζεται η έκσταση. Η έκσταση δεν είναι απλώς έντονη απόλαυση. Είναι έξοδος από τον εαυτό. Για μια στιγμή το σώμα παύει να είναι ένα κλειστό αντικείμενο και γίνεται πέρασμα. Κάτι περνά μέσα από αυτό: ο άλλος, η επιθυμία, ο φόβος, ο Θεός, η αμαρτία — ίσως όλα μαζί. Στη Benedetta, η Πατακιά βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Ανάμεσα στην προσευχή και την επιθυμία. Ανάμεσα στην αθωότητα και τη βλασφημία. Ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα. Ανάμεσα στην αγάπη και την κατοχή. Και δεν επιλέγει καμία πλευρά. Παραμένει στο όριο. Το όριο, όμως, είναι πάντοτε ο τόπος της παραβίασης. Ίσως γι’ αυτό η Bartolomea δεν χρειάζεται να φωνάξει για να γίνει επικίνδυνη. Το σώμα της αρκεί. Ένα σώμα που επιθυμεί μέσα σε έναν κόσμο που του ζητά να μην επιθυμεί είναι ήδη μια βλασφημία. Και η μεγαλύτερη δύναμη της Δάφνης Πατακιά βρίσκεται στο ότι δεν κάνει αυτή τη βλασφημία θεαματική. Την κάνει ανθρώπινη. Τη δείχνει σαν κάτι μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο: ένα βλέμμα, μια ανάσα, ένα άγγιγμα. Μέχρι το σημείο όπου το σώμα παύει να υπακούει στο όνομά του. Μέχρι το σημείο όπου η επιθυμία γίνεται έκσταση. Μέχρι το σημείο όπου το «εγώ» αρχίζει να διαλύεται. Και τότε η Bartolomea δεν είναι πια ούτε αγία ούτε αμαρτωλή.Είναι απλώς ένα σώμα που επιθυμεί. Ένα σώμα που, επιθυμώντας, ανακαλύπτει τον τρόμο και την ηδονή της απώλειας των ορίων του.Ένα σώμα που θέλει, έστω για μια στιγμή, να χαθεί μέσα σε ένα άλλο.
Να πάψει να είναι μόνο του.









