Πάει καιρός από τότε που διαβάζαμε και γράφαμε για δίσκους. Τώρα -αν θέλουμε- πατάμε και τους ακούμε. Σπάνια ολόκληρους, συνήθως αποσπασματικά. Εδώ όμως έχουμε μια περίπτωση εξ-αιρετική. Ο δίσκος που χειροτέχνησαν η Νάντη Χατζηγεωργίου (τραγούδι-στίχοι) και ο Κρέοντας Κανακάρης (τραγούδι-μουσική) είναι από αυτούς που ξεχωρίζουν στις τελευταίες κυκλοφορίες.
Δημιουργείται την εποχή των ανελέητων stories και της παραγωγής περιεχομένου, αλλά η αισθητική του, η δυναμική, η ταχύτητα, η αγωνία και ο ερωτισμός του είναι άλλης εποχής, απροσδιόριστης. Είναι μια καλλιτεχνική απάντηση, στα θλιβερά ερωτήματα αυτής της εποχής.
Η πηγή, όπως και αν τον ακούσεις, είναι η ποίηση που φαίνεται ξεκάθαρα στο κομμάτι “Κινέζες πωλήτριες” που συνομιλεί χωρίς την πρόθεση να το κάνει, με τον κόσμο της Μαριανίνας Κριεζή. Μια απαγγελία με συνοδεία κλασικής κιθάρας. Αίσθημα και λιτότητα. Ουσία και πραγματική ανάγκη έκφρασης. Σου αφήνει την αίσθηση που αφήνουν οι άνθρωποι που μεγάλωσαν κοντά στη θάλασσα.
Τραγούδια που θα μπορούσε να τραγουδάει η Μαρίκα Παπαγκίκα, η Σωτηρία Λεονάρδου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη (της Οπιθτοδρομικής Κομπανίας), σε καπνισμένα πάλκα. Σήμερα όμως ακούγονται στην άκαπνη σκηνή του Youtube και του Spotify.
Μπαλάντες με κλασική κιθάρα, λαϊκοπαραδοσιακά μοτίβα, αλλά και ρεμπέτικα. Ντουέτα και “ατάκες” που έχουν τη γλύκα της αγκαλιάς και της περιπλάνησης δίχως την πίκρα εντυπωσιασμού. Για να είναι ένα λουλούδι σαν δέντρο, έχει βαθιές ρίζες και ο δίσκος αυτός είναι και λουλούδι ψηλό και ρίζα απλωμένη. Θα μπορούσε να είναι πιο πλούσιος ηχητικά; Θα μπορούσε. Όμως ο συναισθηματικός του πλούτος, αν καταφέρει κανείς να τον ακούσει, είναι το κέρδος. Όχι εκείνων που τον έφτιαξαν, αλλά το δικό του.
Ευθείες ή πλάγιες, εμφανείς ή υπονοούμενες αναφορές σε ποιητές και τροβαδούρους. Την Αρλέτα, τον Μπρασενς, τον Ρασούλη, τον Ξυδάκη, τον Παπάζογλου, της συννεφούλας τον Σαββόπουλο, αλλά και φυσικά τον Βασίλη Νικολαΐδη, τον Ζακ Πρεβερ τον ψυχαναλυτή Λακάν.
Η Νάντη Χατζηγεωργίου γράφει ποιήματα. Αν δεν το ξέρεις το νιώθεις διαβάζοντας τους στίχους της και παρατηρώντας τον τρόπο που ερμηνεύει. Ο Κρέοντας Κανακάρης είναι ένας ιδιοσυγκρασιακός τροβαδούρος με ωραίο όχι μουστάκι, αλλά μούστακα. Γοητευτική περσόνα που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον. Νέοι πολυτάλαντοι ποιητές και οι δύο διαμορφωμένοι μέσα στην πραγματική Τέχνη.
Το ρητορικό και παιγνιώδες “πότε κλείνουν οι στοές;” (παραπομπή άραγε στις στοές του Βάλτερ Μπένγιαμιν😉 αποκαλύπτει και μια παιδικότητα. Στην πολλαπλή ακρόασή του σκεφτόμουν τους δύο δημιουργούς σε παιδικές παραστάσεις. Στη μέση του κύκλου με τα παιδιά γύρω τους να μελισσουργούν.
Ακούγοντας αυτά τα τραγούδια καταρρέει ο σάπιος κόσμος γύρω σου χωρίς άλλη προσπάθεια. Είναι αδύνατο να μείνεις στα τεχνικά του δίσκου και να κρίνεις με ΑΙ αφορισμούς. Ίσως οι ίδιοι να μην το αντιλαμβάνονται ακριβώς, αλλά είναι το θαλασσινό αεράκι που μπορεί να έρχεται από θολά βάθη, αλλά σου παίρνει πίσω τα μαλλιά σαν απροστάτευτο καλοκαίρι.
Στο δίσκο συμμετέχει ο Χρήστος Σιορίκης στο τραγούδι “Ο Τρίτος άνθρωπος” με τον όμορφο στίχο:
Εκείνος που σου κάνει τα χατίρια μ’ ένα νεύμα, είναι για μένανε ο τρίτος άνθρωπος, το άγιο πνεύμα
***
Παραθέτω ενδεικτικά 3 στίχους από τα τραγούδια του δίσκου:
Γράφω στίχους
Γράφω στο χαρτί στιχάκια
και σκαρώνω τραγουδάκια
και τ’ αλλάζω και τα σκίζω
και στη μέση τα τσακίζω
Βγαίνω από την κάμαρά μου
άλλες κάμαρες να βρω
και στο νου βρικολακιάζει
ό,τι άφησα μισό
Κάτω απ’ τα παράθυρά τους
με το φως ξενυχτισμένο
ξέρω πώς να περιμένω
την ευγένεια των ξένων
Ψάχνω για τους κουρασμένους
γιατί αδιάκοπα γυρνάν
μα δεν βρίσκω απαντήσεις
στις σελίδες του Λακάν
Κι όταν πίσω πια φερμένος
φρόνιμος, ταπεινωμένος
πιάνω πάλι τα στιχάκια
για καινούργια τραγουδάκια
Γράφω, σκίζω και στοιβάζω
και ο χρόνος σταματά
δίχως πια να λογαριάζω
τι νόημα έχουν όλα αυτά
Κάποια μέρα σαν τις άλλες
πίκρες, έρωτες, λαχτάρες
θα τα πάρει δίχως όρο
το απορριμματοφόρο
**
Αναβολή
Την άνοιξη που ανθίζει η γης
νόμιζα θ’ ανταποκριθείς
πως θα ‘μαι ο άνθρωπός σου
στον σκοπό σου
Ποιος το ξέρει ας μου πει
το φιλί το καλοκαίρι
γιατί παίρνει αναβολή
Στου φθινοπώρου τη στροφή
ήσουν λαχτάρα μου κρυφή
μα είχες αλλού το νου σου
τους παλμούς σου
Ποιος το ξέρει ας μου πει
το φιλί το καλοκαίρι
γιατί παίρνει αναβολή
Μες στον ανάποδο καιρό
υπόσχεσαι πως θα σε δω
η αγάπη όμως απέχει
κι όλο βρέχει
Ποιος το ξέρει ας μου πει
το φιλί το καλοκαίρι
γιατί παίρνει αναβολή
Τι να το κάνω το φιλί
αρπάζει στην αναμονή
και στον θνητό τον βίο
φτάνει κρύο
**
Πότε κλείνουν οι Στοές
Μπρος βαδίζω κι όλο πάω
σκάβω πέρασμα στενό
δρόμο κάνω για να σπείρω
γέφυρα για να περνώ
Ξέρω πως με περιμένει
το χλωμό σου πρόσωπο
στο σκοτάδι να γνωρίσω
με σβηστό το ηλεκτρικό
Θα μας πούνε οι αρχές
πότε κλείνουν οι στοές
που ενώνουν τα κορμιά μας
μες στο ίδιο όνειρο
Στις ταμπέλες στα φανάρια
ψάχνω μήνυμα να βρω
μονοπάτι να διαλέξω
άσκοπα να μην πατώ
Συνωμότες στην πλατεία
με κοιτούν πονετικά
πάλι των περαστικών
να μετρώ τα βήματα
Θα μας πούνε οι αρχές
πότε κλείνουν οι στοές
που ενώνουν τα κορμιά μας
μες στο ίδιο όνειρο
Άδικα χωρίς αιτία
βγήκα στην παρανομία
ξύπνια να ονειρεύομαι
και μ’ αυτό πορεύομαι







Ευχαριστούμε ευγνώμονες,
Όντως και ο λόγος και το μέλος εναγκαλιζονται εν χαρμολυπη