Κενό
Η αλήθεια του κενού μπροστά μου,
να χωνεύει σα γίγαντας το φως.
Τι μπορεί να υπάρχει άραγε κι εγώ σε ποιον μιλώ;
Και το σπουδαιότερο…
Σε τι έφταιξα και διατηρώ συνείδηση,
που δεν προσμένει τίποτα να κρίνει!
Πρέπει βαριά η ύβρις να’ναι!
Μα πράγματα τρομακτικά δίχως λόγο γίνονται
και το ξεγυμνωμένο δίκιο,
σ’ αυτή την άφωτη ειρκτή πάντα με ρίχνει.
Είναι η φύση της ανάλυσης αυτή,
που ικανοποιείται ακόμα
και τον σπόρο ισόποσα μοιράζοντας.
Και απ’ την αργασμένη άργιλο
νέα βουνά βλασταίνουν.
Ατέρμονη και κοπιαστική διαδικασία· που λες…
“Αν δε συναντήσει το κενό,
το πνεύμα πως δεν ησυχάζει.”
Αυτό είναι το κενό λοιπόν.
Η μόνη αγνή και καθάρια απάντηση
στο αιώνια διψασμένο πνεύμα
και στην αδιάκοπη οργασμική του σχάση.
Και το κενό μες στην αφόρητή του αγνότητα,
λόγο δικαίου κι ηθικής, δεν πάσχισε να μάθει…
Μόνο την ύπαρξή του
υπερασπίζεται απέναντι στην ύπαρξή μας,
σα να’ναι πλάσμα ζωντανό που εισπνέει την απώλεια.
Κι εμείς μάλλον αν κρατηθούμε απ’ το χέρι κι ενωθούμε,
είμαστε του κενού τ’ αντίθετο.
Είμαστε ο λόγος κι η σπορά!
Δύο αλήθειες, δύο σπαρμένοι ήλιοι!
ο ένας δίχως νόημα…
Ο άλλος ήλιος, είναι αυτός
που ψάχνουμε με τη συνείδηση των φύλλων.
**
Μπροστά σε έναν πίνακα
Κάθισες μπροστά σε έναν πίνακα
και μοίρασες το χρόνο σου στα δύο.
Είδες τον ήλιο να προβάλει
κι έπειτα να χάνεται σκάβοντας μια χάρτινη ακμή.
Είδες τα λουλούδια να ανθίζουν – να μαραίνονται,
σ’ ένα πετάρισμα βλεφάρων.
Ένιωσες τον αγέρα δροσερό,
μ’ αλμυρές ριπές το πρόσωπο να νίβει.
Είδες τα χρώματα να κυλούν σα ποταμοί,
το μαλακό στερέωμα βαθαίνοντας.
Το φωτεινό άρμα να κινείται
ανάμεσα στον μενεξέ της δύσης
και το ρόδο της ανατολής.
Τα άστρα να πνίγονται μέσα στο φως,
τη στιγμή που ένα πινέλο σχημάτισε τη μέρα…
Είδες τις αναμνήσεις σου εκεί κι όλες τις στιγμές σου.
Σε έναν πίνακα
που αναπαριστά το χρόνο με τα φτερά ενός αλόγου.
Χώρισες τη ζωή στα δύο,
τη μια με στοργή την έδωσες στα περασμένα,
την άλλη σα Σίσυφος την κουβαλάς, ένα μάταιο λιθάρι.
Κοίταξες πίσω σου; Βρήκες το θάρρος;
Τα πάντα σταθερά και ίδια. Αμετάβλητα!
Ίδια χρώματα και η κίνηση απούσα.
Θαύμασες ποτέ μέσα από έναν πίνακα,
τον κόσμο γύρω που αλλάζει;
**
Εξέλιξη (The EarthSong)
“Τα δέντρα σήκωναν τα χέρια τους να με κρατήσουν.
Οι αστραπές μου σκίζανε τα μάτια. Στάθηκα και κοίταξα
κάτου.”
Γιάννης Ρίτσος
(Δοκιμασία)
Ολόκληρες πόλεις σκεπάστηκαν
από το χώμα του καιρού
Πάντα μπροστά στα ακούραστά μου μάτια.
Έδαφος γερό οι πέτρες και τα αγάλματα
και πάνω στη γνώση εγώ, τη γνώση ακούμπησα,
εγώ που είμαι η συνείδηση του κόσμου.
Εγώ που με λόγια έρχομαι
και που με σταυρούς και με φαρμάκια φεύγω.
Μα η εξέλιξη, από ψηλά μ’ ατενίζει πάντα
κι από κει·
τα χρόνια μου και οι ζωές μου,
με στιγμές της μοιάζουν.
Νέοι στρατοί με ερπύστριες και κοφτερές δαγκάνες
ξεγύμνωσαν τη γειτονιά μου
και το έκαναν με την απληστία της φωτιάς
και με τη χλεύη!
Ο ίσκιος των πεύκων
που πότιζε το αποκάρωμά μου… πέταξε!
όπως κι ίσκιοι των πουλιών.
Και οι άστεγοι οι φίλοι μου,
αλαφιασμένοι προσπαθούν να καταλάβουν,
ποιος τους σκουντά και τους εχθρεύεται
έτσι ξαφνικά μέσα στον ύπνο.
Έμοιαζε με όνειρο!
καθώς έβλεπα τ’ άγρια σύννεφα,
να αφήνουν πίσω τον καιρό.
Αστραπές και κεραυνοί,
ξάφνου ένα γίναν με το δάκρυ μου και η βροντή!
Από μακριά κόπιασε για να σκεπάσει το λυγμό μου.
Ο θυμός μου έγινε αγέρας·
Το μουγκρητό μου, βουβός βρυχηθμός έγινε
μέσα στα σπλάχνα των Ταρτάρων
και η κραυγή μου·
έγινε κύμα, ωσάν τα βουνά
με τις παρυφές τις αφρισμένες!
(ήταν η εξέλιξη αυτή που αντίκρισα
σε ένα ανήσυχο όνειρο
Και πίστεψα ότι βαρέθηκε
και θέλησε να γίνει πλάστης πάλι)
“Αν δε διώξει ο άνθρωπος την ξυπασιά,
δεν έχει ελπίδα”
είπα και συμφώνησε.
……Μα είχαν περάσει δισεκατομμύρια χρόνια……..
“Λάθος πίθηκος ήτανε μέσα σε κλουβί.”
Ακούστηκε κάποιος να λέει,
από τις πιο ψηλές και ηλιοδιάτρητες
των δέντρων φυλλωσιές, ενώ μασούσε κάτι φλούδια.
Νόημα απλό και δε διαφώνησα καθόλου,
Καθώς ήταν αυτός ελεύθερος και ήτανε ξεκάθαρα·
Πιο ψηλά από μένα.
**
Μαινάδες
Μαινάδες του έρωτα κισσοστεφανωμένες
Με γυροφέρνουν με ανάερα φορέματα,
με μηρούς γυμνούς κι ανοιξιάτικα βραχιόλια.
Βακχικές κραυγές πως σκορπούν!
δροσερές απ’ τη νιότη και πάντα αμαρτωλά διψασμένες.
Γυμνές στους αμπελώνες, τρυγούν και μου δίνουν,
το κρασί απ’ τις θηλές αφειδώλευτα
και χείλη αιματοκόκκινα πως έχουν!
Θες να τα κρασοκαταπιείς και να μεθύσεις.
Μυώνες των γλουτών,
στο εξαρσιασμένο λίκνισμα πως τρέμουν,
σα φουρτουνιασμένες θάλασσες
και η καρδιά μου σκαρί που φουσκώνει.
Την ακούω πως χτυπά,
στις αφρισμένες ριπές των ερυθρών της κυμάτων.
Μνήμη του σώματος λες κι είναι…
Σαν αρχίσει να χτυπά η καρδιά πιο δυνατά,
οι σκέψεις δαιμονίζονται!
Εγώ ο άκοπος ακόμα παρότι ξεραμένος,
γέρνω να πιω κι ύστερα βουλιάζω στη λήθη.
Πίσω απ’ τις ρεματιές του νου με τις εικόνες,
δίχως εικόνες το μυαλό μου να μείνει.
Και τυφλωμένος, να δω την αυγή να προβάλει
Πολύχροη – ζώσα και ατέρμονη!
Κι όταν τα μάτια μου ανοίξω…
Της ολόφεγγης σελήνης το φως!
Και η ψύχρα του δάσους!
Και ο δρόμος μου μπροστά,
άγνωστος…
με Νεφέλες το σκοτάδι μπλεγμένο
και με αγρίμια που αλυχτούν!
Ξέρω πως είναι οι Μαινάδες της νύχτας,
οι δροσερές απ’ τη νιότη
και οι πάντα αμαρτωλά διψασμένες.









