Μαγγανίτης

*αφιερωμένο σε όλους τους φίλους Ικαριώτες

Άμμος,
ψίθυρος πρώτα, ύστερα βράχος,
γεμάτος μικρή θάλασσα, τυφλός μεγάλο ήλιο,
τροφή, απόσταγμα το μαύρο κύμα,
έδωσε λόγο στα πεφταστέρια να ακτινοβολεί τα χαμόγελα τους τη μέρα,
με την ανατολή να παραμορφώνει το φόβο,
απλώνει ανταύγειες τον ασβέστη στα σπίτια,
σκιές, λιώνουν τα πανιά στον ορίζοντα,
στο βυθό ένα κόκκινο υποβρύχιο-μαγνήτης μαζεύει μόνο τα σκεβρωμένα κλειδιά,
στην επιφάνεια χάχανα, μουστάκια το γάλα,
παιδικά δάκτυλα στο πλαστικό τραπεζομάντηλο,
οι ηλίανθοι ρίχνουν τους καρπούς τους στο τσιμέντο,
λαδόξιδο η νοσταλγία στους τοίχους,
τα δέντρα είναι που μαρτυρούν τον άνεμο,
και το νερό λίγο να ξεδιψάσει τις πλάκες και το χώμα τους,
ζουμπούλια στις γλάστρες κοιτάζουν μισόσβηστο το φεγγαράκι,
δρόμος με τις λάμπες του φωτεινά καπελάκια,
το μπλε βαθύτερο κι ασημένιο,
καλοκαιρινά κορναρίσματα, τα μηχανάκια, μελωδίες στην πλατεία,
δίπλα το σκοτεινό λιμάνι, γαζώνει λευκή κορδέλα τις απουσίες,
η Μαρία βάζει τα σύκα στη φούστα,
τα στάχυα χρυσά με μπριγιαντίνη στα μαλλιά,
η γάτα στην ψάθινη καρέκλα αρχίζει το χορό της κοιλιάς,
ψαροχάλικα οργώνουν τις ανηφόρες,
μυρίζουν οι κασέτες παλιά ρεμπέτικα,
στο τέλος πάντα λίγοι,
όσοι κι αν είμαστε,
και η ζωή ένα γκιταλέλι,
που θα χρειάζεται πάντα κούρδισμα.

Εποχές

Συνάντησα την άνοιξη
Και με ρώτησε γιατί δεν ανθίζω

Συνάντησα τον χειμώνα
Και με ρώτησε γιατί είμαι πιο κρύος κι από το παγωμένο χιόνι

Συνάντησα το καλοκαίρι
Και με ρώτησε γιατί δεν θερίζω

Συνάντησα και το φθινόπωρο
Κι άνοιξε το βιβλίο των ευχών

Εκεί που είχα βρέξει τελευταία φορά

Το πατάρι

Πορτάκι τετράγωνο, ψηλά.

Μικρό πόμολο, μάτι.
Επίχρυσος εγκέφαλος, τα ακούει και τα βλέπει όλα.

Από πίσω, σκόνη και φως.

Κούτες τα Χριστούγεννα,
βαλίτσες τα ταξίδια,
τα στέφανα αγκαλιασμένα ακόμα από το ’74,
ξαπλωμένα στο ροζ σατέν πίσω από το ραγισμένο τζάμι.

Φωτογραφίες που κόλλησαν,
αδερφές στο κίτρινο,
τα χρόνια που κράτησαν στο χαρτί,
παραμύθι την υπομονή,
και τη σιωπή που τα έσβησε.

Ποια σκάλα και πόσα σκαλιά να ανέβεις;

Άπνοια κι έρημος, εσύ και η σκιά σου.
Δεν θα φτάσεις ποτέ.