Η ώρα που ξυπνάω κάθε μέρα είναι η ίδια. 07:40. Κάθε πρωί χρειάζομαι είκοσι λεπτά να αποφασίσω να σηκωθώ. Χρειάζεται να πάρω τα χάπια μου. Dagrilan. Η φλουοξετίνη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης. Δύο κάθε πρωί. Αυτό έχει γίνει προέκταση του εαυτού μου. Πολλά χρόνια παίρνω χάπια για πρωινό. Η επανάληψη κάθε μέρα θυμίζει εκείνη την ιστορία με την μαρμότα. Είναι η μέρα της Μαρμότας.
Η διαδικασία έχει ως εξής: αν η μαρμότα βγει από τη φωλιά της και δει τη σκιά της (επειδή ο καιρός είναι ηλιόλουστος), τότε θα υπάρξουν ακόμα έξι εβδομάδες χειμώνα. Αν δεν δει τη σκιά της (επειδή ο καιρός είναι νεφελώδης), τότε η άνοιξη θα έρθει νωρίτερα.
Δίπλα σε αυτά προσπαθώ να εξηγήσω το μυστήριο της καθημερινότητας. Μια χρονιά έφτασα να παίρνω έξι χάπια κάθε μέρα, αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωτικά, αγχολυτικά. Ξημέρωνα με τη λογική ότι τα χρειαζόμουν. Θυμάμαι να με έχουν φάει τα συναισθήματα και αν μην μου έχει μείνει καμία αντίδραση. Μια ευθεία γραμμή.
Έλεγα αν φύγω από το σπίτι θα πάω στην στάση του λεωφορείου δέκα λεπτά νωρίτερα πριν έρθει το λεωφορείο. Θα ελέγξω ότι έχω το εισιτήριο πίσω από το κινητό στην στροφή. Αν δεν έχω θα κρατάω τα ψηλά στο χέρι μέχρι να φτάσω στο μηχάνημα να βγάλω εισιτήρια. Θα μπω στο λεωφορείο. Θα πω καλημέρα στον οδηγό και θα πάω να κάτσω στην θέση αριστερά πίσω από την μεσαία πόρτα. Θα κατέβω μία στάση πριν την δουλειά μου. Η ώρα είναι 08:42. Θα ανοίξω το γραφείο. Θα ανοίξω τον υπολογιστή. Θα κάνω καφέ. Θα πάω να βαφτώ και θα αρχίσω την μέρα μου. Κάθε μέρα.
Στέκομαι στην ίδια θέση. Σκέφτομαι αν έχω απαντήσει όλα τα μηνύματα. Επαναλαμβάνω ξανά και ξανά το μήνυμα που πρέπει να λέω κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνο. Στις 11:00 θα πιώ τον δεύτερο καφέ. Στις 15:00 τον τρίτο. Στις 16:30 θα σηκωθώ να ελέγξω ότι όλα είναι σωστά και έτοιμα για κλείσιμο. 17:03 θα βγω από την πόρτα και θα περάσω το δρόμο να πάρω το λεωφορείο της επιστροφής. Κι όλο περνάνε αμάξια και λεωφορεία. Πάλι καλά που ξέρω που πάω. Θα ήθελα πολύ να με ρωτήσω μερικές φορές πως η ρουτίνα είναι εκείνη που με χαρακτηρίζει περισσότερο από την ασθένεια. Προσπαθούσα να φτιάξω μια μορφή πολύ συγκεκριμένη και ορισμένη. Αυτό από μόνο του είναι ένα όριο για την ψυχή. Η ψυχή προσπάθησε πολύ να περιορίσει αυτά που είναι. Προσπάθησε πολύ να μην δείξει ότι είναι γυναίκα. Γιατί η γυναίκα είναι κάτι το πολύ συγκεκριμένο.
Η γυναίκα μοιράζει εύκολα τον χαρακτήρα της ανάμεσα σε κενό και ουρανό. Είναι πολύ ποιητικό για να πεις κάπως αμήχανα πως η γυναίκα είναι παραπέρα από ιδέα. Άλλη μια μέρα, άλλη μια νύχτα και όλες θα σου πουν πως νιώθουμε σαν ποτάμια που θέλουν να ξεσπάσουν. Νιώθουμε την φωτιά να καίει τα πάντα και ταυτόχρονα να ορίζεται με φράχτη. Όρια. Η γυναίκα έχει όρια.
Δεν προσπάθησα όμως ποτέ να μιλήσω για αυτά τα όρια. Όριο είναι να γυρνάω το βράδυ σπίτι και να κοιτάω συνέχεια τον δρόμο μήπως και με ακολουθεί κάποιος. Όριο είναι να φοβάμαι να απαντήσω στο τηλέφωνο. Όριο είναι να βγαίνεις ραντεβού και να λες σε κάποιον τρίτο που θα είσαι και με ποιον σε περίπτωση που γίνει κάτι. Όριο είναι να φοβάσαι να απορρίψεις κάποιον γιατί δεν ξέρεις πως θα αντιδράσει. Όριο είναι να φοβάμαι να μιλήσω για το σεξ, τις εμπειρίες ή τον έρωτα. Όριο είναι να μην κυκλοφορώ με το μαγιό το καλοκαίρι γιατί είναι προκλητικό. Όριο είναι να μην ντύνομαι όπως νιώθω. Όριο είναι να μην είμαι παρθένα. Όριο είναι να μην πίνω πολύ ή να προσέχω τι πίνω ή αν πιώ να μην γυρνάω μόνη σπίτι μου. Όριο είναι να μην λέω ότι παίρνω ψυχοφάρμακα και πως έχω νοσηλευτεί σε κλινική. Όριο είναι να μην μιλάς για την περίοδο και να κρύβεις τον πόνο σου. Όριο είναι να έχεις επιλογές σε συντρόφους. Όριο είναι να είσαι απλά γυναίκα.
Το εκπληκτικό είναι η συνήθεια. Δεν ξυπνάς διαφορετικά μια μέρα. Μια μέρα το όχι να είναι όχι. Απλό όνειρο. Δεν θολώνουν καν τα γυαλιά μας. Δεν αλλάζουμε πλευρό στον ύπνο. Δεν ακουγόμαστε. Συνηθίσαμε. Και αγανακτώ που συνήθισα κι εγώ αυτή την ησυχία. Αυτή την νοοτροπία της αφάνειας και αδιαφορίας. Την νοοτροπία του δεν μπορώ παρά να το δεχτώ. Κι όμως δεν μπορώ να το δεχτώ;
Αποφάσισα πως δεν θα ξέρει μόνο ένας θεός τα όνειρα μου. Θα λέω στις φίλες μου να με φυλάνε τα βράδια, ναι. Ακόμα και πάνω σε σύρματα σαν κοράκια, θα φυλάω τις φίλες μου. Θα μάθουμε μαζί να είμαστε ζωντανές. Γιατί στη ζωή αυτή η γυναίκα γεννιέται με μια υποχρέωση. Οι πατέρες μας είπαν να φύγουν μια βραδιά Τετάρτης για τη δική τους γη. Ήμασταν μόνες και σκόρπια κομμάτια. Μας άφησαν μονάχες.
Κι έγινε μια στιγμή η ζωή άσκοπα λαχανητά. Κι ύστερα δεν υπήρχε ύστερα. Είμαστε εδώ. Δεν είμαστε μόνες. Δεν είμαστε υποχρέωση. Πάνω κάτω σε όλη τη διαδρομή οι αναστεναγμοί δεν θα θυμίζουν ποίηση λυρική πλέον. Σταματήσαμε. Αρχίσαμε και πάλι από την αρχή. Και θα αρχίζουμε κάθε φορά. Καμία ζωή να μην γίνει άσκοπη ξανά.