Adam Moreland/ Wolf Eye Painting
Η βία του βλέμματος
Δεν θυμάμαι
πότε,γιατί και πώς μαζευτήκαμε.
Θυμάμαι μόνο
τους μώλωπες αόρατους
από τη βία του βλέμματος,
εκείνη τη σιωπηλή πέτρα
που έπεφτε κάθε φορά
χωρίς να κάνει θόρυβο.
Ο χρόνος,
πάντα τόσο επιμελής,
σε λίγο θα τακτοποιήσει το παρόν
στο αρχείο του παρελθόντος,
θα το αριθμήσει,
θα το ξεσκονίσει από τη μνήμη μας
επιμελώς θα καθαρίσει τα ίχνη του αίματος .Τίποτα δεν θα προδίδει στους επόμενους
ότι κάποτε υπήρξε
μια ανθρωποθυσία
χωρίς βωμό,
χωρίς θεό,
χωρίς μάρτυρες.
Μόνο βλέμματα,
που έμαθαν να σκοτώνουν
σιωπηλά.
***
Καθηλωμένοι
Δεν σου το λέω για να μου πεις συγγνώμη.
Άλλωστε, οι συγγνώμες μοιάζουν με γλάστρες σε δημόσιες υπηρεσίες·
κανείς δεν τις ποτίζει,
κι όμως στέκουν εκεί,
να θυμίζουν πως υπάρχει ακόμη ζωή.
Δεν σου το λέω για να μου πεις συγγνώμη.
Το δωμάτιο αποφάσισε για μας ·
έβαλε δυο καρέκλες αντικριστά ,
ίσως και να τις κάρφωσε.
Έτσι μείναμε, καθηλωμένοι.
Νόμιζα πως τα μάτια σου
ήταν φώτα κυκλοφορίας:
το ένα πράσινο για να ξεκινήσω,
το άλλο κόκκινο για να σωπάσω.
Μα έμεινα στην αναμονή του πορτοκαλί —
ούτε μαζί, ούτε χώρια·
ένα διάλειμμα που δεν έληξε ποτέ.
Κι όταν άρχισα το παραμύθι,
η πριγκίπισσά μου δεν παντρεύτηκε τον πρίγκιπα·
διάλεξε να ταξιδέψει μονάχη στον κόσμο,
γιατί οι καρέκλες μας είχαν καρφιά
που μας έδεναν στη θέση μας.
Καθηλωμένοι, γίναμε έπιπλα.
Κι όμως, ακόμη περιμένω η λαχτάρα μας
να στάξει απ’ τα συρτάρια —
σαν ξεχασμένα γράμματα
που περιμένουν να σταλούν.









