Τα Ζεστά Ποτά, το ντεμπούτο άλμπουμ των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα, κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1985. Σαράντα χρόνια μετά, μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου αναβιώνει η ιστορία του δίσκου που άλλαξε το ελληνικό τραγούδι, και μαζί της αναγεννάται μια ολόκληρη εποχή.

Στο βιβλίο παρουσιάζεται το «υλικό» που οδήγησε στα Ζεστά Ποτά: τα πρώτα χρόνια των διδύμων στο Μπραχάμι, οι αναμνήσεις τους από τις οικογενειακές τους γιορτές, τα χρόνια της εφηβείας και νεότητάς τους, η Πάντειος και το ροκ, το λαϊκό τραγούδι, τα χρόνια στο Βερολίνο, οι «Αχαρνής», η πρώτη εμφάνιση, το 1982, με το «Μια βραδιά στο λούκι» στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας. Και ύστερα το ίδιο το υλικό του δίσκου. Το ιστορικό της παραγωγής, οι ιστορίες των τραγουδιών και οι ιστορίες της ηχογράφησης σε σχέση και με την εποχή της κυκλοφορίας του δίσκου επιχειρώντας παράλληλα και μια ανάλυση του περιεχομένου. Τέλος επιχειρείται μέσα από την αποδελτίωση δημοσιογραφικών δημοσιευμάτων από την περίοδο της κυκλοφορίας του δίσκου μέχρι σήμερα, αλλά και παλαιότερων και νέων (για την παρούσα έκδοση) δηλώσεων και κειμένων από ανθρώπους του χώρου της μουσικής, η ερμηνεία της εμβληματικότητας του δίσκου και της «κληρονομιάς» του στους επιγόνους του.

 

[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ]

[…] Δεύτερο έτος στην Πάντειο. Έναν καταραμένο χουντικό χειμώνα, βράδυ αργά, στο σπίτι ενός φίλου μεγαλύτερου σε ηλικία. Πάνω στο τραπέζι κονιάκ, ηλιόσποροι, χιλιάδες τσιγάρα στα τασάκια, και κάτω από το μπουκάλι ένα παράξενο περιοδικάκι. Τα Panderma του Λεωνίδα Χρηστάκη.

Είπαμε. Καλοί και άγιοι ο Βάρναλης κι ο Παλαμάς, ο Καβάφης και ο Σεφέρης, αλλά η εικοσάχρονη αγωνία μας ζητούσε έναν άλλο καθρέφτη για να αναγνωρίσει μέσα του το δικό της είδωλο. Επί έναν μήνα τα Panderma έγιναν η κύρια ασχολία μας. Επιτέλους, μας είχε αποκαλυφθεί το «γλωσσικό αντίστοιχο» του ροκ ήχου, που από μόνος του δεν έφτανε για να ξεδιαλύνει την εικόνα στον καθρέφτη. Δυο-τρία (μεταφρασμένα στα ελληνικά) ποιήματα του Allen Ginsberg, δυο-τρία του Gregory Corso, ένα απόσπασμα από Jack Kerouac. Να ʼναι καλά εκεί που είναι ο Λεωνίδας Χρηστάκης με τα Panderma του.

Μετά από εκείνο το βράδυ, το ροκ πήρε μέσα μας άλλη διάσταση και άλλο βάρος. Αρχίσαμε σιγά σιγά να βλέπουμε τις συγγένειες των μπιτ ποιητών με τους στίχους των Doors, του Lou Reed, των Rolling Stones, η εικόνα έγινε πιο σαφής και, επιτέλους, όλα δέσανε μεταξύ τους.

 

****

[….]

Η απόσταση των 40 χρόνων είναι ασφαλής συνθήκη για ψύχραιμες και αντικειμενικές αποτιμήσεις, ακόμα και αν στην τέχνη ο υποκειμενισμός αποτελεί «δικαίωμα» και «ελευθερία», δύο από τις πιο σημαντικές συνιστώσες της. 40 χρόνια μετά η ιστορία της μουσικής, έχει κάνει για τα Ζεστά Ποτά, τις δικές της διαπιστώσεις, με πρώτη και κύρια τη διαχρονική και καταλυτική επίδραση των τραγουδιών του δίσκου  στη μεταπολιτευτική μουσική μας πραγματικότητα, μέχρι και σήμερα. Ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας επιχειρούν τον δικό τους απολογισμό απαντώντας σε σχετική ερώτηση που τους έθεσα προφορικά:
«Πιστεύουμε ότι η όποια επίδρασή μας στο ελληνικό τραγούδι (από το 1985 και μετά) οφείλεται κυρίως στον λόγο… Βλέπουμε από απόσταση 40 χρόνων ότι ο λόγος, η στιχουργία ήταν το καταλυτικά νέο στοιχείο που έφεραν τα Ζεστά Ποτά. Θυμόμαστε πολύ χαρακτηριστικά ότι τα πρώτα τρία χρόνια μετά την έκδοση του δίσκου ακούγαμε σχεδόν καθημερινά από άγνωστους που μας μίλαγαν αυθόρμητα στο δρόμο,  την εξής φράση: «Έχω σταματήσει από χρόνια να ακούω ελληνικό τραγούδι, αλλά με τα Ζεστά Ποτά μπόρεσα ξανά να ακούσω τραγούδια τραγουδισμένα στην ελληνική γλώσσα».
»Τα Ζεστά Ποτά μίλησαν και για τα «μικρά», αλλά και για τα «μεγάλα», με άλλη γλώσσα, άλλη ματιά, «άλλον» τρόπο. Όλα αυτά μαζί. Γι’ αυτό και η μουσική δεν ακολούθησε σχεδόν ποτέ την ασφυκτική πεπατημένη: κουπλέ-προρεφρέν-ρεφρέν. Τραγουδούσε» πάντα όπως την ταξίδευε το κείμενο και ο στίχος. Γι’ αυτό υπάρχουν κομμάτια έξι λεπτών στους δίσκους μας. Το 1985 δεν υπήρχαν πια τα ομαδικά οράματα, δεν υπήρχε το «εμείς», αλλά καθένας μόνος του και η εποποιία της καθημερινότητας. Δηλαδή είχε φτάσει πια η εποχή των ιστοριών της διπλανής πόρτας. Gemeinsameinsam».
Τα Ζεστά Ποτά των Κατσιμίχα ασχολήθηκαν με θέματα τα οποία δεν είχε αγγίξει ποτέ κανένας πριν στο ελληνικό τραγούδι. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι: «Tα κορίτσια της συγγνώμης», «Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα», η «Μπαλάντα του Φάνη», τα οποία υπήρχαν και τα τρία μέσα στα Ζεστά Ποτά και είχαν απευθείας λινκ με την μπιτ ποίηση χωρίς να το «γκαρίζουν». Τέτοιες ιστορίες διηγήθηκαν και φαίνεται ότι υπήρχαν πολλοί που ίσως υποσυνείδητα «περίμεναν» ν’ ακούσουν τραγούδια σαν αυτά. Χαμηλόφωνες εξομολογήσεις, δημόσια εξομολογημένες, χωρίς να υπολογίσουν κανενός είδους “συνέπειες”.
«”Τα πράγματα δεν αλλάζουν, αν δεν αλλάξεις εσύ πρώτος τη στάση σου απέναντί τους. Αρκεί μόνο ό,τι λέμε να είναι αλήθεια”. Αυτό είχαμε υποσχεθεί στους εαυτούς μας… και το τηρούμε ακόμα μέχρι σήμερα».
«Ο Μανώλης Ρασούλης, ήταν ένας κορυφαίος, ιδιοφυής στιχουργός, ο οποίος ανανέωσε με το ταλέντο του, το στίχο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, και όχι μόνο. Δε θέλησε να αλλάξει από τα κείμενά μας, ούτε ένα κόμμα ούτε ένα ΄΄και”. “Τα τραγούδια σας”, είπε όταν τα άκουσε, είναι πλήρη. Δε χρειάζονται ούτε παρεμβάσεις, ούτε διορθώσεις. Προχωράμε”. Αν δεν υπήρχε αυτός, να αναλάβει υπ’ ευθύνη του το όλο εγχείρημα, να είστε βέβαιοι ότι τα Ζεστά Ποτά δε θα είχαν εκδοθεί ποτέ. Του χρωστάμε ένα μεγάλο και παντοτινό ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!».

 

***********************************************************************************

 

Για την αφήγηση  της ιστορίας των Ζεστών Ποτών, οφείλω βαθιές ευχαριστίες στον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα. οι οποίοι θέλησαν να μοιραστούν μαζί μου, σήμερα, τις μνήμες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ήταν δίπλα μου σε όποια απορία ή προβληματισμό είχα σχετικά με τη διαχείριση του αρχειακού υλικού, δείχνοντάς μου συγκινητική εμπιστοσύνη.
Πολύτιμοι βοηθοί στη συγγραφή ήταν και οι τρεις άλλοι συντελεστές του δίσκου, ο ηχολήπτης Κώστας Καλημέρης, ο φωτογράφος του δίσκου Henri-Paul Coulon και η καλλιτεχνική του διευθύντρια Ντόρα Ρίζου που μου μίλησαν ανασύροντας εικόνες σαράντα χρόνων.
Στο βιβλίο επίσης υπάρχουν νέες μαρτυρίες και κείμενα από τον παιδικό φίλο των Κατσιμίχα και Μπραχαμιώτη, Χρήστο Πιπίνη, τον επίσης Μπραχαμιώτη εκπαιδευτικό Γιάννη Χολέβα, τον ποιητή και μεταφραστή Στέργιο Ντέρτσα, τον δημοσιογράφο Γιώργο Σκίντσα, τον τραγουδοποιό Κώστα Λειβαδά και τον Γιάννη Μπιλίρη/Τζόνι Μπι, τραγουδοποιό, ερμηνευτή, μέλος του συγκροτήματος Μεθυσμένα Ξωτικά.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στη Μάγδα Τσίπρα για την καθοριστική συμβολή της.
Ευχαριστώ, επίσης, τον Μάκη Μηλάτο, επιμελητή της σειράς, τον Δημήτρη Αλεξάκη για τη φροντισμένη επιμέλειά του στο βιβλίο και τέλος τις εκδόσεις Οξύ που στεγάζουν τις «βιογραφίες» ιστορικών δίσκων, όπως τα Ζεστά Ποτά, που είναι και βιογραφίες της εποχής που ηχογραφήθηκαν.
Σπύρος Αραβανής