“Δεν το ξέρω, όποιος όμως το ξέρει είναι σαν να βλέπει όλον το κόσμο εδώ: και έδειξε την παλάμη του”
Ανάλεκτα
Ι
Δεν είναι μόνο οι τύψεις που μπορούν να σου χαλάσουν τον ύπνο
είναι και κάποια άλλα πράγματα πολύ απλά
Ίσως φταίει που κοιμομασταν για χρόνια με ένα σπαθί ανάμεσα μας
αν κοιμηθήκαμε ποτέ μας
κοιτούσαμε το ταβάνι και τα μάτια μας στένεψαν
και τα μάτια μας στένεψαν
και σταλακώθηκαν σαν πατσαβούρες
Ή μπορεί να φταίνε απλώς οι αρχαίες κολόνες
οι αρχαίες κολόνες που γέμισαν γκράφιτι και ξύνονται μπροστά σου
σαν λεπροί. Κάποτε με αυτές τις κινήσεις ο θεατής καταλαβαίνω το “Ιώ” στην
αρχαία τραγωδία , χωρίς το στόμα να σαλέψει
-Ο χειμώνας έρχεται, μου είπες
και γω είδα τα παντζούρια μιας πολιτειας
να πέφτουνε σαν λαιμητομοι
***
ΙΙ
Κάποτε θα έρθει μια μέρα που θα πεις: και όμως τον τόπο αυτόν
τον αγάπησα
το χώμα εδώ είναι ακατέργαστο το πατήσανε τόσοι λαοί
το βεβηλωσανε τόσοι λαοί το ατιμασανε τόσοι λαοί…
Και όμως, ήταν παρθένο πριν κατά την διάρκεια και μετά
και το χώμα τούτο δω το βλέπαμε ακονίζοντας τα σπαθια μας
γυαλιζοντας τις ασπίδες μας
Ειμασταν όλο το πρωί αναδια στον Φιλοποίμενα
92 χρόνων , ο τελευταίος μιας παράδοσης παλιάς σαν τον μπρούτζο
τελευταίος σαν την Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη
που θα την κάψουν οι βάρβαροι
Γυροφερναμε άσκοπα και τεμπέλικα
σήμερα θα τα δίναμε όλα
το βράδυ τα δουλεμπορικά θα μας φορτώνανε για Δήλο
το ξέραμε
Και ένας φίλος σου θα σου πει:
-Δεν μπορώ να ξεχάσω τα ξανθά της μαλλιά
τα θυμάμαι να πέφτουνε στα πόδια της σαν νυφικό πέπλο
όλα ήταν ένα ανεμογκαστρι και η φωνή και το χαμόγελο και ο άνθρωπος όλος
έσβησε τόσο ξαφνικά σαν εκείνο το κερί, το κερί που οι Εστιάδες φυλαγανε με τόσο κόπο
σαν τις παρθένες της παραβολής
μια γυναίκα τόσο κενή που μπορείς να την φανταστείς
μόνο άμα κλείσεις τα μάτια σου (μπορεις να φανταστείς κάτι όμορφο τόσο βάρβαρο και ολέθριο; )
**
ΙΙΙ
Έχυσαν στην φωτιά το γάλα και η αγελαδα βελαζε τέσσερις μέρες (δεν με άφησε
να κοιμηθώ)
έτυχε να περνούμε διαβαταρικα σύννεφα
αμολησαμε ένα σμήνος μεταξοσκώληκες
αρχίσαμε να τα γνεθουνε και σιγά σιγά έβλεπες την αυγή να
φτάνει
φτάνει λίγο να περιμένεις
να αρπάξεις την καρδιά σου και να την βουτήξεις στο παλιό πηγάδι
η καρδιά είναι αντλία
καταλαβαίνεις; δεν φτιάχνει κάτι καινούριο
Τον παππού μου τον χωρίζουν από τον πατέρα μου δεκατέσσερις γενεές
Τον πατέρα μου τον χωρίζουν από μένα δεκατέσσερις γενεές
μετά από μένα δεν ξέρω τι θα υπάρξει
Στέκομαι στην βροχή και προσμένω τον κεραυνό
να μου ανάψει το τσιγάρο
το λειψό φεγγάρι μοιάζει με λυπημένο βλέφαρο
δεκατέσσερις γενεές και άλλες τόσες γεννημένες
στις φωτιές και στις δροσιες του Μάρτη
δεν ξέρω αν θα υπάρχουν φωτιές είτε δροσιες
ή εστω ο Μάρτης
Οι καλένδες είναι η μέρα που μας υποσχέθηκαν
τότε θα μάθουμε
ως τότε μετράμε το οξυγόνο μας στις κλεψύδρες
Και χαμογελάμε όσο είναι βολετο
γιατί το ανθρώπινο σώμα είναι η πρώτη γλώσσα του κόσμου
**
IV
Περπατήσαμε στον κάμπο εκείνο το πρωί
Ηλιαχτίδες σαλευαν στον άνεμο σαν πλεξούδες
κι ο δρόσος της χλόης
και η αίσθηση της γης στα γυμνά σου πόδια
και η αίσθηση της γύρης που αργυρωνε τα αγάλματα
και τα σύννεφα σαν σφουγγάρια σε καθάριζαν
Το χέρι σου ήταν εξοικειωμένο με το χώμα
έμεινε η μυρωδιά η αφή του πάνω σου
το επλαθες στα χέρια σου σαν πηλό
και τότε επερνες μια βαθιά ανάσα
και ανέπνεες την γύρη και τις πευκοβελόνες και τ’αστερια
κι αναβολαγες την ζωή
και το χώμα γινότανε άλλοτε ένα λουλούδι άλλοτε ένα συναίσθημα ένα άγγιγμα
άλλοτε ένα μικρό φανάρι
που μετέφερε το μήνυμα στον ουρανό
-Δεν φελάει η αμειψισπορά, μου είπες
το χώμα χρειάζεται ανάπαυση
Δεν το ακούτε; έχει μαζέψει πύον στα σπλάχνα του
θ’αρχισει να φτύνει λάβα
και θα πετρώσει τον
ήλιο σαν τον Κολοσσό της Ρόδου που
τον αποκεφάλισαν
**
V
Αν το θέλαμε θα μπορούσαμε να είχαμε ζήσει
όχι να ζήσω, ούτε να ζήσεις
να ζούσαμε μαζί μόνο όπως μπορεί να είναι ζωντανός ένας άνθρωπος
Ξέρεις, δεν χρειάζονταν να γίνει έτσι
η ζωή είναι σαν την θάλασσα
Θάλασσα
του κόσμου άνασα
και των πουλιών ανάσα
που λέει και ένα χαϊκού
αφήνεις το σώμα σου και πλαγιάζει στην ράχη της
άμα δεν την εμπιστευτείς βουλιάζεις
Βουλιάξαμε
η θάλασσα έχει λακκάκια, σαν ανθρώπινο χαμόγελο
ίσως είναι πιο άνθρωπος από σένα και από μένα
και το νερό είναι λίγο γιατί είναι άριστο (καλά τα έλεγε ο Πίνδαρος)
-Κουραστηκα τουλάχιστον έρχεται το καλοκαίρι
**
VI
Μερικές φορές φαντάζομαι πως θα είναι τα πράγματα όταν αυτό το κακό τελειώσει
να δω τι αγοραστική αξία έχει το ανθρώπινο αίμα
Το κράνος σου θα έχει έναν σταυρό
που μια γριούλα ζωγράφισε με το κερί της
όπως στα ανώφλια το Πάσχα
τα δέντρα με τα χρόνια στις πλάτες τους εθνεγερσίες αλώσεις εκστρατείες
θα πουν: Αναρκειτω βίος
και οι κόρες θα τρέχουν ξυπόλητες
με τις δάφνες στα μαλλιά
-Εκεινη θα μυρίζει λεμόνι
συνήθιζε να έχει λεμονανθους στο προσκέφαλο της
οι άνθρωποι θα έχουν τα καρδιογραφήματα για βινύλια
θα τα βάζουν στους φωτογράφους και θα τρέμει η γη
(ακείσθαι μολπαισι βροτοις, πού’λεγε και ο Ευριπίδης)
Και οι πατέρες θα ανοίξουν μια τρύπα στον ήλιο
να υπερασπιζόμαστε με το σπέρμα μας
όπως κάνανε με τους ολυμπιονίκες στα παλιά τα χρόνια
και θα έρθει ένας κοκκινολαίμης και θα μας καθαρίσει το αίμα
και θα μεθύσει
**
VII
Μερικές φορές φαντάζομαι πως θα είναι τα πράγματα όταν το κακό αυτό
τελειώσει
και έτσι δεν κοιμάμαι
πράγματι, δεν είναι μόνο οι τύψεις που μπορεί να σου χαλάσουν τον ύπνο
Γαλήνη









