Μια από τις μεγάλες μου φιλολογικές αγάπες είναι η αμερικανική δραματουργία του 20ου αιώνα. Η ίδια η Αμερική εξ άλλου ήταν μια χώρα, όπως την ήξερα μικρός από τα πρώτα χρόνια του δημοτικού, ζωγραφισμένη στην παιδική μου φαντασία σαν μια χώρα λουσμένη στο φως με απέραντες παραλίες, με πανύψηλα κτίρια, με τα επιβλητικά αυτοκίνητα μάρκες της εποχής Σεβρολέτ, Μπουΐκ, Κάντιλακ, Ὀλντσμομπιλ, κλπ.
Ήταν οι εικόνες που είχα συλλέξει από τα κυριακάτικα σινεάκ, τις προβολές που διοργάνωνε η αστυνομία για παιδιά τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, τις μουσικές που άκουγα από το μιούζικαλ West Side Story, τις επιτυχίες του ροκ εντ ρολ, του Έλβις…
Η αμερικανική δραματουργία λοιπόν που ανακάλυψα πολλά χρόνια αργότερα θαρρείς ανατροφοδοτούσε αυτές τις παιδικές νοσταλγικές μνήμες, εξ άλλου οι παιδικές μνήμες έχουν συνήθως τα απαλά παστέλ χρώματα ενός γλυκού ονείρου. Ο Γιουτζήν ο Νίλ, ο Άρθουρ Μίλερ, ο Τένεση Ουίλιαμς, ο Έντουαρντ Άλμπυ, αγαπημένοι μου θεατρικοί συγγραφείς, και τα έργα τους δοσμένα στην ελληνική τους μετάφραση με τόση ποιητικότητα! Λεωφορείο ο Πόθος, Γυάλινος Κόσμος, Καλοκαίρι και Καταχνιά, Το Γλυκό Πουλί της Νιότης (Τένεση Ουίλιαμς), Ήταν Όλοι τους Παιδιά μου, Ο Θάνατος του Εμποράκου, η Θέα από τη Γέφυρα, οι Μάγισσες του Σάλεμ (Άρθουρ Μίλερ), Το Πένθος Ταιριάζει στην Ηλέκτρα, Πόθοι κάτω από τις Λεύκες, Το Ταξίδι της Μακριάς Ημέρας Μέσα στη Νύχτα (Γιουτζήν Ο Νίλ), Το Αμερικανικό Όνειρο, Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ; (Έντουαρντ Άλμπυ).
Είναι όλα τους εξαίσια σαν μια αύρα της Αμερικής του Μπροντγουέϊ όπως την χαρίζει στην καθημερινή μου πεζότητα το …γλυκό πουλί της νιότης, αργά, πολύ αργά κάποιες ανοιξιάτικες η καλοκαιρινές νύχτες.
Ένα είναι ωστόσο το θεατρικό έργο που έχει αφήσει τα ίχνη του στην σημερινή παγκόσμια δραματουργία τόσο έντονα, ένα αυτό που τραβάει ακόμα σαν μαγνήτης το θεατρόφιλο κοινό όλου του κόσμου, αυτό που στοιχειώνει τις υποκριτικές φιλοδοξίες των ηθοποιών του θεάτρου, 80 χρόνια μετά, όταν αναμετρώνται με τις εκρηκτικές ερμηνείες του Μάρλον Μπράντο και της Βίβιαν Λη. Φυσικά αναφέρομαι στο Λεωφορείο ο Πόθος που ο τίτλος του και μόνο είναι ένα στιγμιαίο ταξίδι φαντασίας στη τροπική μεγαλούπολη του αμερικανικού νότου.
Κίνητρο για το παρακάτω κείμενο που έγραψα κάποια χρόνια πριν είναι η αύρα της ανοιξιάτικης νύχτας που ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της φαντασίας γι αυτούς που μεθούν με οποιοδήποτε τρόπο και με ο,τιδήποτε (όπως έγραφε ο Μπωντλέρ), αφορμή το ανέβασμα για μια ακόμη φορά του έργου στην Ακαδημία Μουσικής του Μπρούκλιν, στη Νέα Υόρκη, αυτή την εποχή. Όπως έγραψε πολύ πρόσφατα ο θεατρικός κριτικός των New York Times Μπεν Μπράντλεϋ κανένα άλλο αμερικανικό δράμα δεν έχει στοιχειώσει τόσο από την αρχική ερμηνεία των Μάρλον Μπράντο και Βίβιαν Λη – όπως αποτυπώθηκε για πάντα στην κινηματογραφική μεταφορά του 1951 με σκηνοθέτη τον Ελία Καζάν όπως και στο θέατρο – όσο το Λεωφορείο ο Πόθος. Ο ίδιος ο Μπράντλεϋ με θητεία 20 χρόνια σαν κύριος θεατρικός κριτικός των Τάϊμς το θεωρεί το μεγαλύτερο αμερικανικό δραματικό έργο.

Flores para los muertos! Coronas! Coronas para los muertos! Flowers for the dead! Στεφάνια για τους νεκρούς, λουλούδια για τους νεκρούς!
Η υπενθύμιση της μιας από τις δύο συνιστώσες της ανθρώπινης κατάστασης (ή τραγωδίας) με τη φωνή της πλανόδιας Μεξικάνας που διαλαλεί την πραμάτεια της περνώντας από τη συνοικία του Σταν και της Στέλλα Κοβάλσκι. Η άλλη κατά τον Τένεση Ουΐλλιαμς είναι ο πόθος— έτσι εξ άλλου ονόμαζαν τα δυο τραμ που οδηγούσαν σε αυτή τη συνοικία, — Πόθος και Κοιμητήριο. Είναι αυτή η μεθυστική και αλλόκοτη πόλη στο τέρμα του Αμερικανικού Νότου, καθολική στην πολιτεία των πουριτανών, ανοιχτή στον άνεμο της Καραϊβικής, λατίνα και μαύρη, πόλη του αλκοόλ, του σεξ και του στριπτίζ, του εγκλήματος και της διασκέδασης, της κραιπάλης και του σουίνγκ, που μοιάζει το ιδανικό σκηνικό του θεατρικού δράματος: A street car named desire! Μια παράξενη νοσταλγία που σίγουρα τροφοδοτείται από τη σχεδόν αναψηλάφητη παιδική μου φαντασία οδηγεί στις εικόνες της πόλης του Νότου, στον καυτό ήλιο, στο Αμερικανικό όνειρο αλλά και τη λατινική ευθυμία αυτού του υπέροχου λιμανιού, στο ‘θρόισμα’ του ήχου κάποιου νέγρικου σαξόφωνου, στις φιγούρες του Mardi Gras, στη Γαλλική συνοικία με τα μικρά σπίτια και τις βεράντες τους, τις οσμές των φρούτων που σαπίζουν στη σχεδόν τροπική ζέστη.
Αυτή η μεθυστική πόλη —στα σύνορα του ονείρου και ενός αλλόκοτου πλανταγμού— είναι που εμπνέει με την αύρα της αυτόν το μεγάλο δραματουργό— τον degenerate (έκφυλο) για τον καθώς πρέπει Αγγλοσαξωνισμό— τον Τένεση Ουΐλλιαμς, αυτή του δημιουργεί την αίσθηση της ελευθερίας που πάντα ονειρευόταν, για να στήσει αυτό το ανελέητο όσο και γοητευτικό δράμα που μετέφερε αργότερα στην οθόνη — μαζί με τη δική του συνεργασία— αυτός ο ταλαντούχος μετανάστης, ο Έλληνας της ανατολής, ο μοναδικός Ελία Καζάν.
Εδώ, στην πόλη που γεννήθηκε ο Τρούμαν Καπότε, που έζησε ο Ουΐλλιαμ Φώκνερ, που τάφηκε ο Ουόκερ Πέρσυ, που πέρασαν ένα κομμάτι της ζωής τους η Ευδώρα Γουέλτυ και ο Τζον Κέννεντυ -Τουλ, σ’ αυτήν την ίδια μπορεί να εκτυλιχθεί ένα δράμα που μεταστοιχειώνει τις αρχέγονες όσο και αντιφατικές τάσεις της ανθρώπινης φύσης —τον πόθο και το θυμικό, την παρακμή και το θάνατο— σε ζωντανές μεταφορές της ασήμαντης αλλά εκρηκτικής καθημερινότητας των ηρώων τον διώροφου γωνιακού σπιτιού στην οδό Ηλυσίων Πεδίων, της Νέας Ορλεάνης. Ο πρωτόγονος ανδροπρεπισμός, ο machismo (στην ισπανοαμερικανική διάλεκτο) του γοητευτικού αρσενικού Σταν Κοβάλσκι κουρελιάζει την εύθραυστη, ευαίσθητη, εστέτ αλλά τραγικά παρακμασμένη θηλυκότητα της Μπλανς Ντυμπουά. Μια γυναικεία ψυχή φορτωμένη από έρωτες και απογοητεύσεις, “λερωμένη” στις αγκαλιές ανδρών που προσγείωσαν την εκλεπτυσμένη γαλατική ματαιοδοξία της, κυνηγημένη από τους φόβους της μοναχικής γυναίκας που βλέπει τα σημάδια του χρόνου στο πρόσωπό της, κουμπωμένη σ’ αυτό το πουριτανικό περιβάλλον τον Αμερικανικού νότου, όπου ισχύει πάντα ο Ναπολεόντειος κώδικας, πέφτει στην παγίδα τον κτηνώδους αρσενικού, του ωραίου Πολωνού μετανάστη, του Σταν Κοβάλσκι, που ξεσκεπάζει και “βιάζει” ανελέητα τον κόσμο της φαντασίας της. Φαντασίας, που μετουσιώνει την τωρινή μιζέρια της ζωής της, σε ένα γυάλινο, ονειρικό κόσμο, όπου συναντιούνται η μνήμη και οι πόθοι, οι (ανεκπλήρωτες) ματαιοδοξίες μιας κατά φαντασίαν πριμαντόνας και το μαστίγωμα της καθημερινότητας, η (αδιέξοδη) αναζήτηση μιας καλλιεργημένης ευαισθησίας στην πεζότητα και τον κυνισμό του αμερικανικού «ονείρου».

Ο Τένεση Ουίλλιαμς δεν ήταν ένας macho άνδρας, ήταν ομοφυλόφιλος, ίσως γι’ αυτό καταλαβαίνει περισσότερο και αγγίζει με τέτοια διεισδυτική ικανότητα τις λεπτές ισορροπίες της ψυχής μιας γυναίκας όπως είναι η Μπλανς Ντυμπουά, ή η Αλεξάντρα ντελ Λάγκο στο Γλυκό Πουλί της Νιότης, μεταφέροντας στο σκηνικό δράμα τις άλογες και μύχιες δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής, τη σύγκρουση αυτών των εναντίων δυνάμεων (ανδρικός λιμπιντικός πρωτογονισμός — ιδιότυπη γυναικεία ευαισθησία), που συγκροτούν ωστόσο μια ενιαία όψη του πολύμορφού, αλλά και τραγικού φαινομένου που λέγεται ζωή! Της ζωής που είναι το ίδιο παράλογη και αντιφατική στην ουσία της, συνέχεται από τις ίδιες αντίρροπες δυνάμεις δημιουργίας και αυτοκαταστροφής, όσο ο έρωτας και το πάθος. Της ζωής που δεν μπορεί να δώσει λούστρο σε μια χαμένη νιότη, —ξοδεμένη στην αφάνεια και τη μετριότητα, τους στενούς ορίζοντες μιας δασκαλίστικης θέσης,— που δεν κάνει “σκόντο” για να χωρέσουν ούτε τα όνειρα μιας νύχτας της ρημαγμένης ψυχής της Μπλανς Ντυμπουά.
Όλα αυτά με φόντο τους ήχους του σουίνγκ, σε κάποια γωνιά της Bourbon Street ή στις όχθες του πελώριου ποταμού, με την αύρα να πνέει, μια Σειρήνα να ψυχανεμίζεται, με το θρόισμα ενός σαξόφωνου στο βάθος (… un petit air de saxo!)






