ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Για τον ιστορικό ηγέτη του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη έχουν γραφτεί και ακουστεί τόσα πολλά πού το όνομα του πλέον ακόμα και για όσους δεν είναι κομμουνιστές η συμπαθούντες έχει τυλιχτεί με την αχλύ του μύθου. Η ταινία- ντοκυμαντέρ Αλύγιστος Νίκος που παίζεται τώρα στην Αθήνα, την οποία δεν έχω δει μέχρι τώρα τουλάχιστον, στάθηκε αφορμή για αυτή την σύντομη αναφορά στον «αλύγιστο Νίκο» με την παρουσίαση ενός ποιήματος που έγραψα παλιότερα γι’ αυτόν αλλά και ενός άλλου που βρέθηκε στο σημειωματάριο του μετά την αυτοκτονία του το 1973.

Επειδή ζυμώθηκα, ομολογώ, από έφηβος με τις αριστερές ιδέες, την ιστορία του παγκόσμιου και ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, χωρίς ποτέ να ενταχθώ οργανωτικά στο ΚΚΕ – αν και πάντα το «πονούσα» και το «πονάω» — η προσωπικότητα του Ζαχαριάδη μου ασκούσε μια περίεργη ακατανίκητη έλξη. Θυμάμαι μαθητής τέλη δεκαετίας του ’70 άκουγα η μάλλον διάβαζα για τον Ζαχαριάδη (γιατί  τότε το όνομα του ήταν σχεδόν ταμπού και μέσα στο ίδιο το κόμμα)  και τον φανταζόμουνα ένα κάπως ασπρομάλλη ηλικιωμένο έχοντας στο νου μου την εικόνα περίπου του Χαρίλαου Φλωράκη η του Δημήτρη Παρτσαλίδη. Ένοιωσα θυμάμαι μεγάλη έκπληξη όταν είδα κάποια στιγμή σε μια κάπως σκοτεινή μαυρόασπρη φωτογραφία του και στην συνέχεια σε άλλες ένα νεαρό σε ηλικία άντρα, μαυρομάλλη, χαμογελαστό, γοητευτικό. Στη συνέχεια διάβασα πολλά και διαβάζω και ασχολούμαι ακόμα με το κίνημα στην Ελλάδα, με τον ίδιο και την επαναστατική του δράση, την μυθιστορηματική ζωή του,  τις εξορίες του, τα ακλόνητα πιστεύω του. Πολλές φορές νοιώθω ότι εκείνα τα χρόνια, η δεκαετία δηλαδή του ’40 έχει περάσει στη φαντασία και τη μνήμη μου σαν να την έχω ζήσει και ιστορικά και βιολογικά, είτε μέσα από τις ταινίες Θίασος και Κυνηγοί του Αγγελόπουλου, είτε μέσα από τις ασπρόμαυρες σεκάνς των ιστορικών αρχείων, είτε με τις ατελείωτες αναγνώσεις ιστορικών βιβλίων, πολιτικών και κομματικών ντοκουμέντων εκείνης της εποχής, τις αφηγήσεις παλιών αγωνιστών, τα ελάχιστα πλέον σημάδια σε κάποιους τοίχους της Αθήνας, ακόμα και μέσα από τα τραγούδια της Διεθνούς που είχε «υποχρεωτικά» μάθει και τραγουδούσε η μητέρα μου σαν παλιό αετόπουλο χωρίς η ίδια να γίνει ποτέ κομμουνίστρια.

Η ρωμαλέα νεανική παρουσία του Ζαχαριάδη τα χρόνια εκείνα και εννοώ τα χρόνια της ημιπαρανομίας των δεκαετιών ’20 και ’30,  τα απίστευτα κατορθώματα του, η  ατσάλινη αντοχή, τα χρόνια της παρανομίας και του εγκλεισμού του στο κάτεργο της Κέρκυρας και στο κολαστήριο του Νταχάου, η επαναστατική του ιστορία σχεδόν ταυτισμένη για πολλές δεκαετίες με αυτή του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα έχουν επιτείνει το μύθο του.  Ακόμα και τώρα ψάχνω παντού σε σοβιετικά αρχεία, σε αρχεία ξένων εφημερίδων, σε παλιά φιλμ οτιδήποτε αφορά εκείνον:  τον ατσαλωμένο κομμουνιστή που έβαζε πάνω από τη ίδια του τη ζωή το κόμμα, την επανάσταση, τον Στάλιν, αυτόν τον αδιάλλακτο μπολσεβίκο, το γνήσιο παιδί της Τρίτης Διεθνούς, τον αγωνιστή που «χιλιάδες μπράτσα τον φρουρούν  και λογισμοί σ’ εκείνον πετούν», ξέροντας ωστόσο ότι δεν υπάρχει κανένας τέλειος ήρωας, ότι η ίδια η ζωή δεν έχει ποτέ μια όψη, ότι η δημιουργία ενός μύθου είναι πολλές φορές απατηλή και όχι σπάνια ο καλύτερος τρόπος να τον γκρεμίσεις.

Ασφαλώς υπήρξαν υπερβολές, αντιφάσεις, και κάποτε ωμός κυνισμός (στην περίπτωση του Άρη και ιδιαίτερα του Πλουμπίδη) στην επαναστατική σταδιοδρομία του Νίκου Ζαχαριάδη, αυτά ωστόσο αντανακλούν σε σημαντικό βαθμό την παγκόσμια ιστορία του κομμουνιστικού-εργατικού κινήματος τον 20ο αιώνα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο ίδιος ο Ζαχαριάδης είναι η επιτομή των επιτυχιών, του αταξικού ονείρου, των απίστευτων ηρωϊσμών των εξεγερμένων descamisados της γης, αλλά και των αποτυχιών και του δράματος του κομμουνιστικού φαινομένου του περασμένου κυρίως αιώνα.

Παρακάτω παρουσιάζω ένα ποίημα δικό μου, με κάποιες αλλαγές, που του αφιέρωσα σε παλιότερη συλλογή μου (Ένα παράθυρο της νύχτας, Εξιτήριον) και ένα ποίημα, σε δική μου μετάφραση από τα ρωσικά,  πού βρέθηκε στο σημειωματάριο του Ζαχαριάδη –σε δυο φύλλα τετραδίου ανάμεσα σε κομματικές σημειώσεις – μετά την αυτοκτονία του στο σπίτι πού έμενε στο Σουργκούτ της Σιβηρίας. Δημοσιεύτηκε σαν επίλογος (σελ. 463) στο βιβλίο πού εκδόθηκε στην  Αγ. Πετρούπολη το 2017 με τίτλο Никос Захариадис. Жизнь и политическая деятельность (1923–1973) (ελλην. μετάφραση: Νίκος Ζαχαριάδης. Ζωή και Πολιτική Δράση).

Το συγκεκριμένο ποίημα πού μεταφράζω δεν είναι του ίδιου του Ζαχαριάδη, το είχε γράψει στα μέσα του 19ου αιώνα ένας Ρώσος ρομαντικός ποιητής του πουσκινικού ρεύματος ο Γιάκοβ Πολόνσκι. Ο Ζαχαριάδης το αντέγραψε με το χέρι μέσα σε πλαίσιο και πρόσθεσε ο ίδιος με πράσινο μελάνι τον υπότιτλο (Сургутский гимн) δηλ. Ύμνος του Σουργκούτ. Το ποίημα αυτό πού αποπνέει Πουσκινικό λυρισμό του 19ου αιώνα είναι πάνω απ’ όλα μια αντανάκλαση του κλονισμένου ψυχισμού του μετά από 15 και πλέον χρόνια εξορίας, δέκα απ’ αυτά στην παγωμένη ερημιά του Σουργκούτ.

Για τον λόγο αυτό πέρα από την όποια αισθητική του αξία έχει ένα ιδιαίτερο ιστορικό υπονοούμενο.

 

*************

 

 

 

Στάθης Λειβαδάς

I

 

(για τον σ. Νίκο Ζαχαριάδη)

 

 

 

Αυτός εδώ είναι ο νεκρός πού κρατάει

δυο μωβ βεντάλιες

για να φιλτράρουν την πλήξη του

σαν αραιοσπαρμένα σύννεφα

τα δειλινά της Sierra Madre.

Είναι ο νεκρός

που κουβαλάει στον ύπνο του

την ανάσα των απόκληρων

σαν ευγενικό άρωμα

ιερατικού επίπλου

από την Παναγία του Woolnoth,

και στο φευγιό του

την νύχτα των σκιών

μια συστοιχία κεραυνοί

σκάνε στα τετράποδα όνειρα

των δημίων του.

Αυτός ο νεκρός ήρθε κάποτε

μ’ ένα ανέφελο ζεστό χαμόγελο

της παγκοσμιότητας

από την καταχνιά των κρεματορίων

και τώρα βροντοχτυπάει

τις χάντρες της ερημιάς του

σαν τα γδικιωμένα κρανία

φανοστατών των κρεμασμένων.

Αυτός ο νεκρός

κάθε που τινάζει το φρύδι του

κατεβάζει μια θάλασσα

αρχέτυπα αστέρια

πάνω απ’ τον κοιτώνα του

κι έχει τις τσέπες του γεμάτες

κατακόκκινα λαμπιόνια

για τις κόγχες των πνιγμένων.

Όταν οι τύψεις του

γεμίζουν ουρανό

κλείνει τα παράθυρα

στις ιαχές

επαναστατημένου πλήθους

και μπήγει ένα στιλέτο

σε δύο σατέν ανδρείκελα

που του παραστέκουν

σαν άγγελοι

προεξοφληθέντος θανάτου,

κι όταν γίνεται

ο ίδιος του ο δήμιος

μια αράχνη

ξεκαρφώνεται σαν οβίδα

από τον ιστό της

και ταράζει τα μικροαστικά μεσημέρια.

Αυτός ο νεκρός

υπεκφεύγει διαρκώς,

φοράει ένα παρεό

ίδιο με τα χρώματα

των νεανικών πλάζ

και βλέπει στο ρίκνωμα

του ορίζοντα

μια χοάνη

για το φρέαρ του ουδενός.

Αυτός ο μειλίχιος νεκρός

με τη γενειάδα του «μαύρου»

είναι η ίδια η αναίρεση

της ανυπαρξίας του.

 

******************

 

 

II

Γιάκοβ Πολόνσκι.

Η ΕΡΗΜΙΤΙΣΣΑ (затворница)

ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΣΟΥΡΓΚΟΥΤ (Сургутский гимн)

 

 

Σ΄ ένα δρόμο γνωστό

ένα σπίτι θυμάμαι παλιό

με μια ψιλή σκάλα σκοτεινή

κι ένα παράθυρο με ριντό.

 

Μέσα εκεί μια σπίθα

λαμπύριζε

σαν αστεράκι

τη νύχτα αργά

κι ο αέρας το ριντό

το ξεσήκωνε απαλά.

 

Κανείς δεν ήξερε,

ποιά μέσα ήταν ερημίτισσα,

και ποια δύναμη χθόνια

μέσα εκεί μ’ έσπρωχνε.

Κι’ έτσι σαν μάγισσα μια κοπελιά

στη μυστική της νύχτας ώρα

πελιδνή μ’ αντάμωσε

με ξέπλεκα μαλλιά.

 

Τι παιδιάστικες οι κουβέντες

πού μ’ αράδιασε:

Για τη ζωή την αγνώριστη

για τις μακρινές τις εσχατιές.

 

Και σάμπως

της νιότης φλογερά

τα χείλη τα δικά μου σίμωσε

και τρέμοντας ψιθύρισε

«Άκου με, πάμε να φύγουμε!

Πουλιά θα γίνουμε διαβατάρικα

για τον κόσμο τον υψαύχενο

στην αλησμονιά

εκεί πού οι άνθρωποι

ούτε αποχαιρετούν

μήτε νόστος χωρεί…»

 

 

 

Κι’ ήσυχα τα δάκρυα κύλισαν

κι ένα φιλί ακούστηκε

και το ριντό ο αγέρας

αναρρίπισε

εξαίφνης δυνατά.