«Λάθος μου;», μικτή τεχνική με φύλλο χρυσού, Ειρήνη Πέννα
Φλογισμένη δίψα της αγάπης,
στα χείλη
πρωτομάστορας πόνος
ανθοβόλησε σα μυγδαλιά του Φλεβάρη
και μαζί του
οι λέξεις οι θαμμένες στην ψυχή,
ανάγκη πια να ειπωθούν
τα κρυμμένα, τα ανείπωτα,
τώρα,
ακατάδεχτη σε εύκολα λόγια
λογάριαζε τα χρόνια εξορίας
ανώφελα μετρώντας τα δάχτυλα
τώρα ήθελε μόνο να ζήσει
σ’ ένα αύριο πράο
ειρηνεύοντας τα μέσα της.
Είχε συνηθίσει να δίνει
χρόνο στις πληγές
αμίλητη,
θαρρείς για να προλαβαίνουν
να επουλώνονται,
μια πρόβλεψη ίσως,
για να μπορεί να αντέχει
πυρωμένα μελίγγια,
συντριβή, θυσία, βία,
μια βασίλισσα στη σκακιέρα
υποχρεωμένη
να υποχωρεί σε κάθε απειλή,
μια γυναίκα προδομένη
αυτή που κρυφά αναζητώντας
τις χοντρές φλέβες του ήλιου
άρμεγε ομίχλες και σύννεφα
να θρέψει την ελπίδα.
Αναβίωναν αναμνήσεις
ζύγιαζε το κακό του κόσμου,
ξανά και ξανά,
κάτω από το βλέμμα χελιδόνια
γύρω από τα μάτια
μαύροι κύκλοι γεμάτοι βδέλλες,
τη σβησμένη φλόγα της νιότης
είχαν ξυπνήσει βουβές αστραπές
οι καλύτερες μέρες
είχαν βουλιάξει,
μικρές χάρτινες βαρκούλες
στα μανιασμένα κύματα.
Ένα εμπόρευμα και η Ελένη
μια ακόμη γυναίκα από αυτές
που κατά καιρούς είχαν εξυπηρετήσει
τις κακές συνήθειες κάποιων ανδρών
με κόσμιες εμφανίσεις
και αρρωστημένες απαιτήσεις.
Σημείωνε στ’ ανοιχτά της μνήμης
πετρωμένα φεγγάρια
και στο ημερολόγιό της
ανορθόγραφες καλλιγραφίες
της ζωής, της αγάπης, του έρωτα.
Πένθιμα καθώς κοίταζε τη θάλασσα
αναστέναξε
θαρρείς και όλα μια χίμαιρα.
Θυμόταν, μια παλέτα
να εκσφενδονίζεται στη σκάλα,
ένα μαύρο δοξάρι
να περνάει άγαρμπα
τρίζοντας πάνω από τις χορδές
του βιολοντσέλου,
έτσι απλά, για να την τρομάξει.
Ο παγωμένος άνεμος
με δρεπάνι,
είχε μπει θριαμβευτής από τις γρίλιες
έτοιμος να θερίσει υποσχέσεις και όνειρα.
Οι καθρέφτες στημένοι αντικρυστά
πολλαπλασίαζαν την άβυσσο
ώρα που η ψυχή
ξεγεννώντας καινούργιο κίνδυνο
καιγόταν σαν λιβάνι.
Θυμόταν, την πρώτη φορά
είχε κλείσει τους τρεμάμενους ώμους της
στους σκληρούς του βραχίονες,
η οσφρητική μνήμη ξέθαβε
μαζί με το ακριβό άρωμα και την ανάσα
τον χειρότερο φόβο της.
Πίσω από τα κλειστά μάτια,
γυάλισαν
τα χρυσά μανικετόκουμπα,
η ακριβή γραβάτα
το κολλαριστό πουκάμισο.
Θυμόταν το χάδι στα μαλλιά
την ειρωνεία στο μισό χαμόγελο,
ύστερα τα βήματα της,
όλα προς τα πίσω,
ώσπου βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο.
Θυμόταν να την πιέζει με τους γοφούς του
να την κρατά ακίνητη,
να σαστίζει εκείνη,
σαν από παρεξήγηση στην αρχή
μετά όχι…
Θυμόταν τον πανικό
καθώς το στέρνο του, πίεζε το στήθος της,
θυμόταν το τραπέζι, το κρεββάτι, το πάτωμα
το λευκό σεντόνι με τους κόκκινους λεκέδες,
όλα να στροβιλίζονται στο μυαλό.
Στη δόξα της ήττας της
έβρισκε η θλίψη μονοπάτι να γυρίσει
να κλέψει πάλι τα ρόδα του κήπου
ν’ απλώσει διάφανους καημούς
στα μανταλάκια,
να φουντώσει η μαυρίλα στην καρδιά,
να μουδιάσει η χαρά
από άγνωρη ανατριχίλα στο τρίστρατο,
και σήκωνε η Μοίρα μαζί με το φουστάνι,
τα τελευταία πεθαμένα φύλλα
σε μακάβριο άγριο χορό.
«Λάθος μου»,
κατηγορούσε τον εαυτό της
«δικό μου λάθος;».
Σήμερα δέκα χρόνια μετά,
μπορούσε να μιλήσει
στην αλάνα με τα πεύκα
η σκόνη της πολιτείας μακριά
μακριά και οι άνανθοι πόθοι
και τα άκαρπα.
Οι σκιές είχαν αρχίσει να μακραίνουν
στην αλάνα με τα πεύκα,
στα χαμόκλαδα,
εκεί την περίμενε,
«εδώ είναι το τέλος»
γέλιο σαρδόνιο πριν συμπληρώσει
«το τέλος του δρόμου,
Ελένη μου».
Το όνομά της ακούστηκεβρισιά,
ύστερα το δεξί του χέρι βαρύ
την βρήκε στην κοιλιά
διπλώθηκε
απροετοίμαστη στην επίθεση
έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο
παρατηρώντας μέσα από τα δάχτυλα
τα χείλη του να σέρνονται
άπληστα στο λαιμό, στο στήθος,
στην ξεγυμνωμένη πλάτη.
Στο αριστερό της αυτί ο ψίθυρος
χλευαστικός,
υπενθύμιση στην αδυναμία.
Στη στερνή αγωνία
κούνησε περίλυπα το κεφάλι
όχι, δεν ήθελε να ζει πια έτσι,
«όχι», δυνατά ακούστηκε η κραυγή.
Κοίταξε τα ψηλά κλαδιά της κουκουναριάς
είχε έρθει η ώρα
ν’ απλώσει τα χέρια
στους «πιο ψηλούς κλώνους της ζωής»,
«όχι» δεύτερη φορά,
ούρλιαξε,
ούτε λυγμός, ούτε φοβέρα
έσβηνε μακριά ο αντίλαλος,
τα πουλιά είχαν αρχίσει το τραγούδι
ένα σκουριασμένο παλιομάχαιρο
άφηνε να πέσει καταγής.









