Με ύφος εξαγγελτικό και θυελλώδης εισέβαλλε εντός του κατάμεστου καφενέ- τρελός σιρόκος! Η ώρα 10.18, το βράδυ μιας Τετάρτης χειμωνιάτικης που οι στάλες της βροχής τού χάραζαν το πρόσωπο και τον πονούσαν λες κι ήταν σκάγια αλατιού. Ενώ στην παλιά τηλεόραση ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, όπου μια ιταλική ομάδα, ή ίσως ισπανική-ποιος έδινε σημασία;- ανηλεώς ξεκοιλιαζόταν από κάποια Μπάγερν, μια κάποια Μπάγερν του Μονάχου, είχε πνιγεί στα ασπρόμαυρα χιόνια, απόρροια του ασθενικού σήματος: οι κεραίες τω καιρώ εκείνω ήτανε πανάκριβες. Τουτέστιν ακόμη και ξεχαρβαλωμένες μοιάζανε με Εσταυρωμένους που μόλις είχανε εκπνεύσει, και το «απελθέτω» τους τις στεφάνωνε σαν άλως• με έργα τέχνης, για να το πούμε αλλιώς, οπότε δυσκολευόσουν πολλαπλώς να τις εναποθέσεις σε κάποιον κάδο απορριμμάτων για να πάρεις άλλη.
Σε κάθε ώμο του ένας πύρινος άγγελος, δυο μινιατούρες τοσοδούλικες μικρότερες από κόκκο ρυζιού-ποιος να τις δει και ποιος να τους δώσει τη δέουσα σημασία; Στο ξεφτισμένο του καπέλο μια διπλοτριπλοδιπλωμένη αλκυόνα επώαζε τα αυγά της και κάποιες από τις ακραίες σκέψεις του, όχι πως υπήρχαν συνετές, που σχεδόν είχαν ξεμυτίσει από το ραγισμένο τους τσόφλι.
«Η ημικρανία που με συνέχει ακατάπαυστα μπορεί συχνάκις μ’ αφήνει ενώπιον σου, ω αγελαίο πλήθος, έκθετο…» είπε λαχανιασμένος. Κι αφού πήρε βαθιά ανάσα, συνέχισε με τη στεντόρεια και κάπως μελωδική σαν οξύαυλο φωνή του, βεβιασμένα σαν να ‘πρεπε όλα να ειπωθούν όλα μαζί και να χωρέσουν στο επόμενο δευτερόλεπτο: «Θέλω να πω, συναισθηματικά ανοχύρωτο ενώπιον των αμφιβολιών σας. Ωστόσο, όσο και να χτυπιέστε όχι μόνο δεν πρόκειται να γίνεται φραπέδες, αλλά κάποτε, λίαν συντόμως και οσονούπω δηλαδή, θα γίνει διθύραμβος αρχαιόκλιτος εντός των αμφιβολιών σας, γαμώ τη φάρα σας κήνσορες ευκόλως διαψεύσιμοι. Και νομίζω πως αυτό το κάποτε είναι τούτη εδώ η ώρα που με κοιτάτε σαν αποβλακωμένοι χάνοι. Πως ήγγικεν η ώρα και η στιγμή, γαμώ την πίστη μου, γαμώ την τρέλα μου και γαμώ το κέρατό μου το δίφορο, επίμοχθοι αμφισβητίες και άπιστοι Θωμάδες. Και γαμώ την τύχη μου την ξεχαρβαλωμένη που μ’ έφτυσε εδώ σ’ αυτό το κωλομέρος, να ζω ανάμεσά σας. Και γαμώ το μουνί ολάκερης της οικουμένης που δεν έχει σταματήσει να ξερνά αμέτρητα μουνιά κλαμένα κάθε στιγμή που φέγγει• και αυθωρεί εκπνέει.»
Ο μύωπας καφετζής, ο καφετζής ο μύωπας, ο Ευστράτιος Κυνοκέφαλος του Περικλή (το πατρώνυμο απαραίτητο γιατί στην κωμόπολη υπήρχαν σύνολο εφτά με το ίδιο ονοματεπώνυμο και, όσο κι αν παράξενο φαντάζει, δεν είχανε καμία συγγένεια μεταξύ τους) ή κυρ Στράτος o Μεγαρεύς, στέναξε με δύναμη σαν να ‘θελε να πετάξει από πάνω του μεμιάς τα άχθη όλα που του ‘χει φορτώσει η ειμαρμένη στη διάρκεια εξήντα επτά ετών και βάλε ή σαν να ‘θελε να βγει ξανά ευθυτενής από το καμπούριασμα του που τον κύρτωνε όλο πιο πολύ εσχάτως. Είδε ολοκάθαρα, κι ας ήταν τα ματογυάλια του θαμπά, από το στόμα του Ερμόδωρου- Ερμόδωρος ήταν το όνομα του λεγάμενου, που ντυμένος μονίμως σαν γαμπρός και με ύφος σαν να τον έστησε η νύφη στα σκαλιά της εκκλησίας, έσκαγε μύτη κάθε βράδυ τέτοια ώρα- να βγαίνει ένα ελάφι και να δίνει σάλτα πανικόβλητο μες στον χώρο, μία να χάνεται μες στους πυκνούς καπνούς των τσιγάρων και την οχλοβοή και μία να εμφανίζεται και πάλι αιφνιδίως. «Να μην τολμήσει κανείς! Είναι ιερό! » έκραξε ο δύσμοιρος ο καφετζής, ο καφετζής ο δύσμοιρος. Σήκωσε τα ισχνά τρεμάμενα του χέρια παρακλητικά, τα έτεινε στα νοητά ουράνια- Θεέ μου, τι βρώμικο ταβάνι , τι μυγοφτύματα και τι αραχνοαποικία που έφερνε στο στομάχι όλη την κλίμακα των εν δυνάμει αποστροφών!- ως απελπισμένος ικέτης. Αποδέσμευσε έτσι τον δίσκο άθελά του, που προσγειώθηκε με πάταγο γεννώντας στους γηραιότερους συνειρμούς από πεδία των μαχών, βιωμένα και μη. Ούζα, μεζέδες, ξηροκάρπια, σόδες, κονιάκ και κάποια άγνωστα υγρά, αλκοολούχα και μη, φιλήθηκαν κι αγκαλιαστήκαν στον αέρα πριν γίνουνε όλα μαζί το πελώριο υγρό αποτύπωμα του δυστυχήματος στη γλίτσα του μωσαϊκού.
Ένας ορμαθός δύσπιστων ιαχών βγήκε ως συντονισμένος, ταυτόχρονος πυροβολισμός, μία πλειάδα κάνες από το στόμα του καχύποπτου πλήθους των θαμώνων, και βρήκε κατάστηθα το ζωντανό γκρεμίζοντας το στο πάτωμα με γδούπο. Οι ραγισματιές απλώθηκαν στο δάπεδο και φτάσανε ως την για κάποια δευτερόλεπτα ακίνητη καρδιά του καφετζή, του Στράτου, του κυρ Στράτου που ακόμη και σε αυτή την ηλικία πίστευε πως το γήπεδο του Βύζαντα Μεγάρων όταν η ομάδα έπαιζε εκτός έδρας ήτανε μαντείο-κι εκεί είχε δει κάποτε, χρόνους πολλούς πριν, με τα οραματικά του μάτια ετούτες τις σκηνές που βίωνε τώρα συγκλονισμένος. Το ιερό ζώο αιμόφυρτο ψυχορραγούσε έτσι που σου ‘δινε την εντύπωση πως εκλιπαρεί για μία χαριστική βολή που θα το λυτρώσει, έκλαιγε θρηνητικά σαν βρέφος που γύρευε τη μάνα του εναγωνίως. «Φονιάδες των ιερών ελάφων!» έκραξε ο Ερμόδωρος. «Πάω το μηνύσω τώρα αμέσως στη θεά. Αλήτες, εγκληματίες, σαλτιμπάγκοι του καθωσπρεπισμού και αρχιαπατεώνες φιλήσυχοι, κιβδηλοποιοί του νόμου και της τάξης, του κώλου νοικοκυραίοι !»
Κανείς δεν είδε τη θεά να καταφτάνει. Κανείς δεν είδε και δεν άκουσε. Αλλά και κανείς δεν ήξερε να ερμηνεύσει την ανεξήγητη παύση της λειτουργία του καφενέ, από την επομένη κιόλας, που τάχιστα μετατράπηκε σ’ ερείπιο που γέμιζε με θλίψη τα μάτια των περαστικών. Ο κυρ Στράτος την επόμενη είχε εξαφανιστεί κι ουδέποτε εμφανίστηκε ξανά στη μικρή πολίχνη, οι εικασίες δίνανε και παίρνανε και ο μύθος μεγάλωνε τερατωδώς προς άπειρες κατευθύνσεις. Για πολύ καιρό στο μέρος ο κόσμος δεν πλησίαζε, η σκέψη και μόνο τους έλουζε στον κρύο ιδρώτα.
Μονάχα εκείνος, ο Ερμόδωρος, στο καθημερινό του σεργιάνισμα στους δρόμους, έφτανε με το ιπτάμενο φωσφορούχο ποδήλατό του και σταμάταγε να εναποθέσει στα πόδια του σκελετού του κτίσματος έναν ανθό μανόλιας δανεισμένο (κλεμμένο με επιχειρήσεις καταδρομικές στις πέντε η ώρα το πρωί) από την αυλή της θείας του της Μαγδαληνής που την αποκαλούσε «μάνα λειψή, μάνα κουτσή, κατακαημένη μάνα» όταν εκείνη πάσχιζε να τον πείσει πως αμαρτία χειρότερη δεν υπάρχει από το να βάζεις χέρι στα άνθη της μανόλιας. «Θα πας σε έναν βαθύ παράδεισο, αν κάνεις τέτοια, και θα ‘σαι μονάχος, ολομόναχος» του έλεγε στην απέλπιδα προσπάθεια να τόνε συνετίσει.
Έναν ανθό μανόλιας, λοιπόν, και ένα τραγούδι κλέφτικο που το τραγούδαγε σε στάση προσοχή με νοτισμένους οφθαλμούς, σαν ύμνο εθνικό για μια πατρίδα που είχε οριστικά πλέον χαθεί ένεκα της δυσπιστίας των κατοίκων της. Το γεγονός πως το όνομα του καφενείου ήτανε Άρτεμις χαρακτηρίστηκε εκ των υστέρων, σύμφωνα με τους ιστορικούς των ασήμαντων συμβάντων της πολίχνης, μια κακή, κάκιστη ιδέα, έμπνευση που χειρότερη της δεν μπορούσε να υπάρξει στην ιστορία των ζεύξεων μυθολογίας και τωρινής πραγματικότητας. Οι δυο τρεις που προσπάθησαν να αποδείξουν με επιχειρήματα λογικά, υποτίθεται, πως ήταν σύμπτωση, βρεθήκανε νεκροί, καρφωμένοι με τραύματα διαμπερή από τα εκδικητικά βέλη της θεάς, που τους δόθηκαν ονομασίες άλλες για μην προκληθεί κανείς γενικευμένος πανικός, δεν είναι εποχές για τέτοια. Εγκεφαλικά, ανακοπές, εμβολές και τα τοιαύτα.
Δεν ήθελε και πολύ μυαλό να το καταλάβεις. Με κάποια πράγματα δεν παίζουμε, απεφάνθη η άτυπη βουλή των γερόντων που τα επόμενα χρόνια συνεδρίαζε κάτω από τον πλάτανο, πλησίον του καφενέ, που επίσης αιφνιδίως ένα πρωί ξεράθηκε από τον πάτο και ωχράνθηκε για πάντα αποκτώντας σταδιακά την πιο μελανή απόχρωση που διαθέτει το φάσμα του κίτρινου χρώματος, μέχρι η Υπηρεσία Πρασίνου να τον κάνει καυσόξυλα για τους οικονομικά ασθενέστερους.
Έτσι ονομάστηκε η καφετέρια που αργότερα, χρόνους πολλούς μετά, πήρε τη θέση του καφενέ στην περίοπτη θέση στο κέντρο της πόλης: ΜΕ ΚΑΠΟΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΕΝ ΠΑΙΖΟΥΜΕ. Εδώ θα πιείτε τον καλύτερο ελληνικό (ή τούρκικο) καφέ σας. Ψημένο στη χόβολη και σε μπρίκι μπακιρένιο. Άρτεμις λένε και την εξωτική, πανέμορφη γυναίκα π’ αγόρασε το μέρος και το λειτουργεί.
Οπότε τον νου σας. Τον νου σας, γενικώς, αν ο δρόμος σας φέρει από δω.









