ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

 

Νομίζεις ότι μπορεί να δημιουργήσεις μια ιστορία του παρελθόντος. Παρόντα αντικείμενα. Ένα μάτσο γράμματα. Ένα πακέτο σ’ ένα συρτάρι σιφονιέρας. Αλλά δεν είναι αυτό στον πυρήνα της αφήγησης. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό που κινεί την αφήγηση δεν θα επιβιώσει στο τέλος της αφήγησης. Καθώς το δωμάτιο θα σκοτεινιάζει και ο ήχος των φωνών θα σβήνει, καταλαβαίνεις ότι ο κόσμος και όλα όσα περιέχει σύντομα θα πάψουν να υφίστανται. Πιστεύεις ότι θα ξαναρχίσει από την αρχή. Δείχνεις άλλες ζωές. Αλλά ο δικός τους κόσμος δεν ήταν ποτέ ο δικός σου.

*

Τὰ νούμερα βγαίνουν, κι αὐτὸ εἶναι καλό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἀποτελεῖ στ ᾽ἀλήθεια πρόβλημα, ἀλλὰ ἐλπίζουμε ὅτι τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ κλασικὰ στοιχεῖα θὰ ἐπιλυθοῦν καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ ἑστιάσουμε στὴν ἐπανακανονικοποίηση. πάντα βλέπεις διάϕορες μαλακίες ὅταν ρίχνεις ϕῶς πάνω στὰ πράγματα. ῾Απλὰ διαϕοροποιεῖς, αὐτὸ εἶναι ὅλο. σὲ αὐτὴ τὴν κλίμακα δὲν ὑπάρχουν σκιές, βέβαια. ῾Υπάρχουν μόνο αὐτὰ τὰ μαῦρα διάκενα ποὺ βλέπεις. Γνωρίζουμε πλέον ὅτι τὰ συνεχῆ δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα συνεχῆ. ῞Οτι δὲν ὑπάρχει τίποτα γραμμικό, μικρούλα. ῞Ο,τι καὶ νὰ κάνεις, στὸ τέλος ὅλα καταλήγουν στὴν περιοδικότητα. Βέβαια, τὸ ϕῶς δὲν ὑποτείνεται σὲ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο. Δὲν πρόκειται νὰ ϕτάσει ἀπὸ τὴ μία ἀκτὴ στὴν ἄλλη, τρόπον τινά. Τί ὑπάρχει λοιπὸν στὸ ἐνδιάμεσο ποὺ θὰ σοῦ ἄρεσε νὰ τὸ πειράξεις ἀλλὰ δὲν μπορεῖς νὰ τὸ δεῖς ἐξαιτίας τῶν δυσκολιῶν ποὺ προαναϕέραμε; Δὲν ξέρω. Τί εἶπες; Δὲν σὲ βοηθάω ἰδιαίτερα; πῶς γίνεται αὐτὸ καὶ πῶς γίνεται τὸ ἄλλο; Δὲν ξέρω. πῶς γίνεται καὶ τὰ πρόβατα δὲν μπάζουν στὴ βροχή; Δουλεύουμε χωρὶς δίχτυ ἀσϕαλείας ἐδῶ. Ε᾽ κεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει χῶρος, δὲν μπορεῖς νὰ προεκβάλεις. ποῦ θὰ πήγαινες, δηλαδή; στέλνεις στοιχεῖα πρὸς τὰ ἔξω ἀλλὰ δὲν ξέρεις ποῦ ἔχουν πάει ὅταν τὰ παίρνεις πίσω. Ε᾽ ντάξει. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ θυμώνεις. ῾Απλὰ πρέπει νὰ στρώσεις τὸν κῶλο σου καὶ νὰ κάνεις μερικοὺς σωστοὺς ὑπολογισμούς. Ε᾽ κεῖ μπαίνεις ἐσὺ στὸ παιχνίδι. ῎Εχεις στοιχεῖα ἐδῶ ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλῶς εἰκονικά, ἢ μπορεῖ καὶ ὄχι, ἀλλὰ παρ ᾽ ὅλ ᾽αὐτὰ οἱ κανόνες πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖ μέσα, ἀλλιῶς πές μου, ποῦ στὸ διάολο βρίσκονται οἱ κανόνες; Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ψάχνουμε, Α῎ λις. Τοὺς ἅγιους κανόνες. Βάζεις τὰ πάντα σ ᾽ἕνα βάζο καὶ μετὰ δίνεις ὄνομα στὸ βάζο καὶ ξεκινᾶς ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπως ἀκριβῶς κάνουν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Γκέντελ καὶ τοῦ Τσέρτς, καὶ στὸ μεταξὺ τὰ πραγματικὰ πράγματα, ποὺ μᾶλλον εἶναι κάποιο ὑπόστρωμα τοῦ ὑποστρώματος, τὴν κάνουν μὲ παραμορϕωτικὲς ταχύτητες, μὲ τὸ δεδομένο πὼς ὅταν κάτι δὲν ἔχει μάζα τότε δὲν ἔχει μεταβλητὴ ὄγκου καὶ τέτοια, κι ἑπομένως δὲν ἔχει σχῆμα, καὶ ἂν κάτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιπεδωθεῖ τότε δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ϕουσκώσει καὶ τανάπαλιν σύμϕωνα μὲ τὴν καλύτερη ἀντιμεταθετικὴ παράδοση, καὶ σ ᾽αὐτὸ τὸ σημεῖο –γιὰ νὰ δανειστῶ ἕναν ὅρο– ἔχουμε κολλήσει. σωστά;

Δὲν ξέρεις τί λές. ῞Ολα αὐτὰ εἶναι ἀλαμπουρνέζικα. Α῎ , ναί; Καλά, θυμήσου ποιό χέρι ἐλέγχει τὴ λογικὴ πύλη, μικρούλα. Γιατὶ δὲν εἶναι οὔτε τοῦ παπποῦ οὔτε τοῦ τύπου μὲ τὸ χιτώνα μὲ τοὺς ρούνους. Α῍ ν μὲ πιάνεις. Μισὸ λεπτό. Κάποιος μὲ παίρνει. Ψαχούλεψε μέσα στὶς τσέπες του, ἔβγαλε ἕνα τεράστιο τηλέϕωνο καὶ τὸ ἔβαλε στὸ μικρὸ καὶ στραβὸ ἀϕτί του. λέγε γρήγορα, μεγάλε, εἶμαι σὲ σύσκεψη. ναί. ῾Ημιεπιθετική. ναί. Δεύτερο στάδιο. Εἴμαστε μὲ μάσκα ὀξυγόνου ἐδῶ πέρα. ῎Οχι. ῎Οχι. Ξιδάκι. Δύο λάθη δὲν κάνουν ἕνα χωστό. νὰ τοὺς πεῖς ὅτι εἶναι ἕνα μάτσο χαζοχαρούμενοι μαλάκες, καὶ νὰ τοὺς τὸ πεῖς ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως σοῦ τὸ λέω. Ξαναπάρε με.

Τὸ ἔκλεισε, κατέβασε τὴν κεραία μὲ τὴν ἀνάστροϕη τοῦ πτερύγιού του, ἔχωσε τὸ τηλέϕωνο μέσα στὰ ροῦχα του καὶ τὴν κοίταξε. πάντα ὑπάρχει κάποιος καὶ δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται.

Ποὺ δὲν ξέρει.

Μάλιστα. Πᾶμε πάλι στὰ διαγράμματα. Ξέρω τί σκέϕτεσαι. Α᾽ λλὰ μερικὲς ϕορὲς πρέπει νὰ κυνηγᾶς τὸ ἰσοδύναμο. Τρέχεις στὸ γαμημένο μιὰ προσομοίωση Μόντε Κάρλο καὶ τελειώνεις. ῞Ο,τι καὶ νὰ γίνει.

 

************************

Αυτό είναι το βιβλίο του Μπόμπι Γουέστερν, ενός ιδιοφυούς φυσικού που εγκατέλειψε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα κι έγινε δύτης διάσωσης. Τον στοιχειώνει διαρκώς η εικόνα του πεθαμένου πατέρα του (μέλους της ομάδας που εφηύρε την ατομική βόμβα), ενώ μεγάλη οδύνη του προκαλεί και η σκέψη της αδερφής του Αλίσια. Όταν βουτά για να εντοπίσει ένα αεροπλάνο που έπεσε στη θάλασσα και τους δέκα επιβάτες του, βρίσκει μόνο εννιά. Από κει κι έπειτα περίεργα πράγματα αρχίζουν να του συμβαίνουν: φίλοι του εξαφανίζονται, τον παρακολουθεί το FBI, μπλοκάρεται ὁ τραπεζικός του λογαριασμός…

Δεκάξι χρόνια μετά τον Δρόμο ο Κόρμακ Μακάρθι επιστρέφει με ένα από τα καλύτερα έργα της καριέρας του. Ο Επιβάτης είναι το πρώτο μέρος ενός μυθιστορηματικού δίπτυχου που ολοκληρώνεται με το Stella Maris (Aldina/60).