«Μετατίθεσαι στην υπηρεσία της Πρόνοιας. Εντολή του υπουργείου, για όσο χρειαστεί». Μ’ αυτά τα λόγια έπαψα να ανεβαίνω στον έκτο όροφο του κτιρίου εσωτερικής διοίκησης και κατευθυνόμουν πια στον δεύτερο. Λιγότεροι οι όροφοι, λιγότερα και τα σκαλιά που θα ‘πρεπε να ανεβαίνω, σκέφτηκα αμέσως. Καθώς η κλειστοφοβία μου το απαγόρευε, δε χρησιμοποιούσα ποτέ το ασανσέρ. «Χρειάζομαι κάποιον υπεύθυνο για τη διανομή των γευμάτων στους μη έχοντες. Θα πας εσύ », με ενημέρωσε ο προϊστάμενος της νέας μου πια υπηρεσίας και ξεκίνησα να καταπιάνομαι με τις λίστες των απόρων, να ζητώ δικαιολογητικά αποδείξεως του αληθούς και να παραγγέλνω από την ιδιωτική επιχείρηση τροφοδοσίας γευμάτων τις μερίδες: ογδόντα για σήμερα, ενενήντα αύριο, προέκυψαν νέοι ωφελούμενοι. Κάν’ τες ενενήντα εφτά, έχουμε και εφτά που τους απέρριψε η Εκκλησία. Το εισόδημά σου είναι μεγάλο για δωρεάν φαγητό, δε μπορώ να σε βάλω στη λίστα». «Εισόδημα; Τι είναι αυτό; Από τον λογιστή το παίρνω;». «Τα λεφτά σου εννοώ. Έχεις πολλά για να σου δίνουμε τζάμπα φαγητό». «Δεν έχω τίποτα, δε με βλέπεις πώς είμαι; Όλα στα φάρμακα πάνε. Σε παρακαλώ». «Καλά, θα δούμε τι θα κάνουμε. Έλα ξανά από βδομάδα». Λίγο- πολύ αυτή ήταν η καθημερινότητα. Είχα και ακόμη ένα καθήκον, να επιτηρώ τη διανομή τους. Κάθε μεσημέρι, στη μία, το πεζοδρόμιο έξω από το κτίριο της υπηρεσίας, σχηματίζονταν ουρές από τους ωφελούμενους του προγράμματος. Μικρή η κοινωνία, τους ξέραμε όλους, έτσι μόλις προσέρχονταν, βάζαμε ένα «τικ» στο όνομά τους δίπλα, ότι κάναμε το χρέος μας και όλα πήγαν καλά. Είχαμε αποδείξεις ότι ξοδέψαμε επαρκώς και ικανοποιητικά το κονδύλι μερικών εκατοντάδων ευρώ σε εκατό – όχι παραπάνω, με τίποτα, απαγορεύεται- μερίδες φαγητού. «Βρε παιδιά, λίγο ψωμάκι παραπάνω, θα πείραζε αν έβαζαν; Δυο φετούλες τι να μου κάνουν εμένα; Κανένα φρούτο, λίγη σαλατούλα, γιατί δε βάζετε; Και το σαββατοκύριακο; Γιατί δεν μοιράζετε; Μήπως δε πεινάμε και εκείνες τις μέρες, δε θέλουμε να φάμε;». «Καλά, θα δούμε παππού. Πάρε τώρα αυτό και καλή χώνεψη». Σε μισή ώρα είχαμε τελειώσει, όλοι τα είχαν παραλάβει, παρά τα όποια παράπονα. Πάντα όμως έμενε μια μερίδα για εκείνη που εμφανιζόταν κάθε φορά στις δύο το μεσημέρι για το δικό της . «Γιατί πάλι έτσι Λίτσα; Δεν είπαμε ότι δεν θα έρχεσαι από το γραφείο ό, τι ώρα θέλεις; Μαζί με τους άλλους θα στέκεσαι στην ουρά», της επεσήμαινα κάθε φορά. Το Λιτσάκι- όπως την ήξεραν όλοι- τέντωνε τα χείλη της σχηματίζοντας ένα ενοχικό χαμόγελο, άνοιγε το στόμα της φανερώνοντας τα λιγοστά δόντια που της είχαν απομείνει και ψέλλιζε: «δε θέλω να με βλέπουν οι άλλες… οι άλλες… οι… οι… καρακάξες, θεέ μου συγχώρα με», έλεγε και σταυροκοπιόταν. «Μου κάνουν φασαρία κάθε φορά, με ρεζιλεύουν μπροστά σε όλους. Και εγώ άνθρωπος είμαι, έχω και ένα όνομα, δε μπορώ… μα ξέρεις τι είναι να σου τραβάνε τα ρούχα, τα μαλλιά, να σου κάνουν σκηνικό εκεί μες στη μέση του πάρκου μόνο και μόνο επειδή παίρνω συσσίτιο… να μου λένε πως δεν το αξίζω… τις προάλλες ένας κύριος που δουλεύει εδώ, στον τρίτο, καλός άνθρωπος, με βοήθησε να περάσω το πάρκο για να πάω στο σπίτι μου, να ‘ναι καλά, χρυσός άνθρωπος, πολύ το εκτίμησα αυτό που έκανε για εμένα και έτσι εγώ δεν το ξέχασα , πήγα πρωί- πρωί και του ‘φερα αγίασμα, ξέρεις από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής εδώ πιο κάτω, έχει ένα κρυφό μέρος που το ξέρουν μόνο λίγοι, το ξέρω και εγώ και πηγαίνω και παίρνω αγίασμα, αναβλύζει εκεί από μια πηγή και το πίνω, γιατί ξέρεις ο κόσμος είναι κακός, είμαι και εγώ πολύ ευαίσθητη- τι να κάνουμε;- και από το κακό μπορείς να πάθεις πολλά, να, μάγια εμένα μου έκαναν, μάγια, τράβηξα πάρα πολλά εγώ στη ζωή μου και η προσευχή και το αγίασμα τα θεραπεύουν όλα. Εκκλησία δε μπορώ να πάω γιατί είναι αυτές, πηγαίνω όμως στο εξωκκλήσι και προσεύχομαι. Περιμένω να νυχτώσει και τότε τρέχω μην με δούνε αυτές- γειτόνισσες να σου πετύχουν- και με σταματήσουν. Θα σου φέρω και εσένα αγίασμα γιατί είσαι καλός άνθρωπος, φαίνεται από τα μάτια σου, να το ‘χεις να σε προστατεύει από την κακία του κόσμου και αν τελειώνει να προσθέτεις λίγο νερό από τη βρύση και αυτό επειδή ανακατεύεται δε χάνει τη θαυματουργή του χρήση ». Αυτά μου έλεγε τις πρώτες φορές και μου φιλούσε τα χέρια για το φαγητό που της είχα φυλάξει. Ώσπου μια μέρα, όταν πια τα μπουκαλάκια αγίασμα έπιαναν τον μισό χώρο του γραφείου μου και εγώ είχα κουραστεί να ακούω για όλα αυτά που της έκαναν οι γειτόνισσές της, αποφάσισα να κάνω μια κουβέντα μαζί της. «Λιτσάκι άκου να δεις. Δεν είμαι παπάς να μου φυλάς τα χέρια – το ξέρω, το ξέρω ότι με θεωρείς καλό άνθρωπο, όμως δε θέλω να το κάνεις ξανά. Και με τις άλλες, τις γειτόνισσες. Θα βάλεις τα πράγματα στη θέση τους. Ποιες είναι αυτές που θα σε βρίζουν, θα σε χτυπάνε και θα σου τραβούν τα ρούχα και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο; Να μην μπορείς να πας στο σπίτι σου, να αλλάζεις δρόμο για να μην σε δουν και να κρύβεις το φαγητό; Γιατί τους δίνεις τόση αξία; Δε με νοιάζει αν σου κάνουν μάγια, άκουσέ με. Όποιος μας πειράζει, του το λέμε και αυτός δεν καταλαβαίνει, όταν έχουμε ένα τέτοιο πρόβλημα, ξέρεις τι κάνουμε; Όχι; Θα σου πω εγώ λοιπόν. Πηγαίνουμε και το λέμε στην αστυνομία. Ας περάσει ο αστυνόμος μια βολτούλα, να σου πω εγώ αν θα σε πειράξουν αυτές ξανά» . Την μεθεπόμενη μέρα το Λιτσάκι μπήκε μέσα στο γραφείο μου με άλλον αέρα. Πιο περιχαρής από ποτέ, μου δήλωσε περήφανα: «Τα κατάφερα, πήγα στην αστυνομία και τα είπα όλα. Όλα όσα μου κάνουν. Μου είπε ο αστυνόμος εκεί ότι έκανα καταγγελία και ότι θα τις μαλώσει, θα τις κάνει… στασ …. », «συστάσεις», την διέκοψα, «Ναι! Συστάσεις γιατί αυτό λέει ο νόμος. Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ πολύ που με συμβούλεψες, που είσαι καλός άνθρωπος και που είσαι εδώ για μένα! Οι προσευχές μου ανταμείφθηκαν ». Πρόφερε πια καθαρά, δυνατά τις λέξεις, λες και εκφωνούσε πανηγυρικό λόγο. Τι να σου κάνει και αυτή η καημένη… Τουλάχιστον επιτέλους ξεμπέρδεψα από τα παράπονα και τις φλυαρίες της, σκέφτηκα. Έτσι και έγινε. Το Λιτσάκι δεν ήρθε ξανά στο συσσίτιο . Οι γειτόνισσες όχι μόνο δε φοβήθηκαν από τα παράπονα και τις συστάσεις του αστυνόμου, το αντίθετο μάλιστα. Αυτό τις εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο. Την άλλη μέρα της έστησαν καρτέρι και της έριξαν τέτοιο ξύλο που το Λιτσάκι έγινε πια σαν μια άμορφη μάζα. Της ξέσκισαν τα ρούχα και την ξεμάλλιασαν. Και αφού εκείνη, ανήμπορη πια, σύρθηκε μέχρι το σπίτι της και δε βγήκε ξανά από εκεί, κανείς δε βρέθηκε να το καταγγείλει. Και αφού δεν είχε κανέναν στον κόσμο, κανείς δεν ερχόταν για τη μερίδα της. Και όταν – κατά παρέκκλιση- η Πρόνοια πήγαινε στο σπίτι της και άφηνε τα γεύματα στην πόρτα, τα έβρισκε την επομένη άθικτα. Δεν έβγαινε να τα πάρει. Αυτό κράτησε μια βδομάδα περίπου. Ύστερα από παράπονα της γειτονιάς για δυσοσμία, με εισαγγελική εντολή μπήκαμε σπίτι της. Το Λιτσάκι προτίμησε να πεθάνει από ασιτία. «Αν μας ρωτήσουν- γιατί τώρα μην ξεχνάμε, είναι και της μόδας η ανθρωπιστική κρίση από τα κοράκια, τους δημοσιογράφους που ψοφάνε για κάτι τέτοια για να μας φάνε- θα πούμε ότι η κυρία Ευαγγελία συνειδητά επέλεγε να απορρίψει την αμέριστη βοήθεια της πολιτείας και δη της κοινωνικής υπηρεσίας της Πρόνοιας. Οφείλουμε να επιδείξουμε τον πρέποντα σεβασμό ως προς αυτό και εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στην οικογένειά της. Και βάλτε στο συσσίτιο όσους σας το ζητάνε, να έχουμε να δείξουμε κοινωνικό έργο » θυμάμαι τον προϊστάμενο να λέει.









