Α
Κανείς στη Διεύθυνση δεν ήταν σίγουρος αν οι δυο τους ήταν όντως ζευγάρι. Οι υποψίες πάμπολλες, τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν στους διαδρόμους και στα γραφεία, και παρ’ όλα αυτά το μυστήριο της σχέσης τους παρέμενε ορφικών διαστάσεων.
«Αδυνάτων αδύνατο! Τι κοινό μπορεί να ‘χουν αυτοί οι δυο;» έλεγε ο ένας.
«Μα τους είδα με τα μάτια μου, να κρατιούνται χέρι-χέρι» απαντούσε η άλλη.
Πάντως κοινό σημείο και των δυο – θα το ‘λεγες και σημαδούρα – ήταν οι πλούσιοι λιπώδεις ιστοί που διέθεταν και φρόντιζαν ν’ αναδεικνύουν με τις ενδυματολογικές επιλογές τους. Ήταν, φαίνεται, περήφανοι που με τόσους κόπους και θυσίες κατάφεραν τελικά ν’ αναρριχηθούν στη συμπαθέστατη τάξη των υπέρβαρων. Λίγο είναι; Κατά τ’ άλλα, όχι, δεν είχαν κάτι κοινό. Η Γάμα ήταν αναρχοκουλτουριάρα του συρμού, ή μάλλον αναρχοθεούσα, αν κρίνεις από το κομποσκοίνι που κρέμαγε απ’ την τσάντα της. Ο Γάμα; Ένας στομαχο-είλωτας,στοιχισμένος στην ανεξίτηλη γραμμή κάποιου αριστερού κόμματος. Η Γάμα φρόντιζε μαλλί και νύχια, ο Γάμα δεν είχε μαλλί εξόν από δυο τούφες στο σβέρκο όλες κι όλες, όμως τα νύχια στα πόδια του θα τα ζήλευε ακόμα και κόνδορας, έτσι όπως πρόβαλλαν απειλητικά μέσα από κάτι λιωμένα πέδιλα που δεν τα ‘βγαζε ούτε τον χειμώνα. Άλλες διαφορές; Πενήντα plus και οι δυο, η Γάμα διέθετε πλούσια γκαρνταρόμπα με ό, τι πιο κακόγουστο μπορεί να φορέσει μια ευτραφούλα. Αντίθετα, ο Γάμα δεν είχε τέτοια μεταφυσικά διλήμματα. Βρωμίλος όπως ήταν, του αρκούσανδυο τζην παντελόνια κι άλλα τόσα πουκάμισα, ενώ έδινε συχνά την εντύπωση πως δεν φοράει ρούχα από ύφασμα αλλά από κοντραπλακέ, αφού απ’ τον ιδρώτα και τη σκόνη θα μπορούσαν, θαρρείς, να σταθούν από μόνα τους όρθια. Ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες που κυκλοφορούσε στα γραφεία, κάθιδρος σα λιμενεργάτης, αν δεν προλάβαινες να τον δεις να ‘ρχεται από μακριά, όπως μια αδέσποτη λέμβος μεσοπέλαγα, σίγουρα θα τον μύριζες. Καθόλου εύκολο να ξεχάσεις τέτοια εμπειρία! Και να ‘θελες δηλαδή, δε θα το επέτρεπε ο ίδιος, εφόσον θα σε πλησίαζε σε απόσταση αναπνοής, και πριν ακόμα προλάβεις να φύγεις τρέχοντας, μ’ ένα βλέμμα όλο μυστικοπάθεια θ’ άρχιζε την πάρλα για ό, τι πιο άσχετο και κοινότοπο χωράει ανθρώπου νους.
Η Γάμα αντίθετα ήταν πιο διακριτική. Βολιδοσκοπούσε πρώτα τις διαθέσεις του άλλου, κι αν αυτός ενέδιδε σε κουβέντα, τότε… αλίμονό του! Ξεκινούσε ένα χαμηλόφωνο λογύδριο, διανθισμένο με κυμαινόμενα ντιμινουέντα, στην ουσία έναν αχταρμά από επαναστατικά τσιτάτα του προπερασμένου αιώνα, συνέχιζε με οικολογικής φύσης προβληματισμούς, χωρίς να παραλείψει ν’ αναφερθεί στη σύγχρονη ιατρικοποίηση των πάντων, και κάπου ανάμεσα σε Προυντόν και παράνομη φαλαινοθηρία σταματούσε απότομα την κουβέντα, εμφανώς εξοργισμένη γιατί δεν άντεχε πλέον τις διατυπώσεις της σχετικά με την κατάντια του ανθρώπινου είδους.
«Δεν υπάρχει πια ανθρώπινη συνομιλία» δήλωνε στο τέλος με έμφαση «πώς να υπάρξει συνεννόηση; Κανείς δε μιλά στον άλλο, γιατί όλοι μιλάνε στα κινητά τους»
Άλλη μια βασική διαφορά ανάμεσα στη Γάμα και τον Γάμα την εντόπιζες σε συνεστιάσεις που γίνονταν κατά καιρούς στη Διεύθυνση. Η Γάμα αντιμετώπιζε τέτοιες ευκαιρίες πολύ ψύχραιμα. Στρογγυλοκαθόταν στη γωνιά της και μασούλαγε αμέριμνη, ενώ το πιάτο της δεν έμενε στιγμή άδειο. Ο Γάμα αντίθετα όταν έβλεπε φαγητό γινόταν έξαλλος. Στριφογυρνούσε σαν τον γύπα πάνω απ’ τις πίτσες, τα σουβλάκια και τα γλυκά, μπουκωνόταν πρώτα, μετά άρπαζε και στα δυο χέρια από κάτι, στη συνέχεια αποτραβιόταν κι εμφανιζόταν πάλι σε χρόνο ντε-τε, για να συνεχίσει την τελετουργία του εντελώς ανέκφραστος. Ένας πραγματικός μύστης της πέψης, ένας ιεροφάντης της λαιμαργίας!
Ίσως κατά βάθος τον ζήλευαν όλοι για την κοιλιά-φοριαμό και τις γαστρονομικές επιδόσεις του, γι’ αυτό και γίνονταν τόσο συχνά θέμα συζήτησης. Ας μην πούμε τώρα για το ουλικό χαμόγελο που σπάνια διέκρινες στο πρησμένο του πρόσωπο. Μάλλον δεν άντεξαν τα πάνω δόντια την αφόρητη πίεση απ’ την κάτω γνάθο και πήραν άδεια άνευ αποδοχών απ’ το στόμα του.
Μ’ αυτά λοιπόν και μ’ άλλα πιπεράτα περνούσε ο καιρός στα γραφεία της Διεύθυνσης. Τι να κάνουν και οι έρμοι οι υπάλληλοι; Να μη διασκεδάσουν την ανία τους; Να μην κάνουν λίγη κοινωνική κριτική; Να μη δείξουν ένα ελάχιστο συναδελφικό ενδιαφέρον; Πάνω απ’ όλα προέχει το κοινό καλό, και το τερπνόν βέβαια, ακόμα κι άνευ του ωφελίμου.
Τελευταία πάντως η σχέση των δυο Γάμα πρέπει να περνούσε κρίση. Ένα μεσημέρι ακούστηκαν φωνές. Κάποιος είπε ότι είδε τον Γάμα να χουφτώνει τη Γάμα στο διάδρομο, ούρλιαξε τότε αυτή κι απομακρύνθηκε με σαφείς υπαινιγμούς για την Αγία Τριάδα και το ελληνορθόδοξο δόγμα. Ακόμα και οι αναρχοθεούσες έχουν τα όριά τους! Παρεξήγηση; Ζευγαρίστικοκαυγαδάκι; Ή μήπως άλλη μια υπερβολική εκτίμηση από τρίτο πρόσωπο; Τι συνέβαινε τελικά; Για να λέμε την αλήθεια, πρέπει ν’ ανοιχτεί φάκελος απ’ τις μυστικές υπηρεσίες για την πραγματική σχέση των δυο. Εύκολο πράμα είναι η αλήθεια; Ό, τι δε μοιάζει αληθινό, δε θα μπορούσε να ‘ναι; Άλλωστε, ποιος και γιατί κρίνει την πορεία ζωής των άλλων; Αν κάποιος καλουπώνει την αλήθεια του με ασάφειες, μισόλογα και ψέματα, άραγε αυτό δεν είναι η αλήθεια του; Ζωτικό ή κατά συνθήκη ψεύδος δεν το λένε; Αυτό που και να ‘θελε κάποιος να ομολογήσει, αλλά για χίλιους-δυο λόγους δεν το τολμά; Στο κάτω-κάτω, ποιος υποφέρει… ποιος δικάζει… ποιος περιγελά… ;
Β
«Μα, πραγματικά, θα ‘θελα πολύ να ξέρω πώς τη βρίσκουν στο κρεβάτι»
«Ο έρωτας είναι τυφλός, χρυσό μου, δεν το ‘χεις ακούσει ποτέ;»
«Μόνο τυφλός; Εντελώς ανάπηρος, πες καλύτερα. Ούτε ακούει, ούτε μυρίζει… τίποτα… »
Ιδού ένα μικρό απόσπασμα διαλόγου για τη Γάμα, τον Γάμα και το μυστήριο της σχέσης τους, έτσι όπως αποκρυσταλλώθηκε από δυο, κατά τ’ άλλα πολύ διακριτικές κυρίες του γραφείου αδειών της Διεύθυνσης.
«Πάλι αναρρωτική, τις ίδιες μέρες, και οι δυο. Τυχαίο;» αναρωτιόταν η μια κυρία.
«Στη διαρκή κοπάνα» αποφάνθηκε η άλλη κυρία «αλλά και δω που ‘ναι… κάνουν και τίποτα; Όλο στο κυλικείο τους βρίσκεις. Σε φεσώνουν κι από πάνω. Αμ, το άλλο… μου ‘λεγε τις προάλλες ότι γουστάρει τον… κάτσε, πώς λέγανε κείνον τον τρομοκράτη… τέλος πάντων. Τι ωραίος άντρας, τι διαπεραστικό βλέμμα, σαν σφαίρα! Το ‘πε, το ξανάπε… τι να πεις γι’ αυτή τη γυναίκα… Εγώ πάντως σταμάτησα να την κερνάω καφέδες και μπουγάτσες. Αν δεν έχεις, κυρά μου, μην πιείς φρεντουτσίνο με δεκαπέντε ζάχαρες. Καλά, κι ο άλλος… τι κοιλιά!»
«Άγνωσται αι βουλαί του εντέρου… »
«Μόνη της όταν είναι πρέπει να κατεβάζει τούρτες αμάσητες. Όλο στη δίαιτα είναι κι όλο παχαίνει. Πώς γίνεται αυτό… Τα ‘χω κι εγώ τα κιλάκια μου, δε λέω, αλλά όταν μου λείπουν τα λίπη… σιγά μη ντραπώ…»
«Τι να ντραπείς, χρυσό μου, τι να ντραπείς… Πώς πάνε στο κρεβάτι, αυτό τώρα μπορείς να μου το εξηγήσεις;»
«Μπορεί να το προτιμούν καναπεδάτο, για να ‘χουν εποπτεία του περιβάλλοντος χώρου»
«Είσαι απαίσια!»
«Τι να πω… αφού με ρωτάς. Πάντως, δε φαντάζομαι συνεύρεση, μάλλον σύγκρουση… τεκτονικών πλακών»
Με τέτοιες καλολογίες λοιπόν περνούσε ο καιρός στα γραφεία της Διεύθυνσης. Μέχρι κι ο γενικός γραμματέας έφτασε ν’ ασχοληθεί με δαύτους. Ένα πρωινό το ψιλόλιγνο σουλούπι του, με τα χοντρά μυωπικά γυαλιά και την παρακμιακή φαλάκρα, πρόβαλε ξαφνικά στο γραφείο της νομικής υπηρεσίας, ομολογουμένως κάτι ασυνήθιστο. Έμοιαζε ανήσυχος, μάλλον εκνευρισμένος. Μόλις είχε πάρει μια αναφορά απ’ τη Γάμα που ούτε λίγο ούτε πολύ διατείνονταν πως έπεσε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης απ’ τον Γάμα, εν ώρα υπηρεσίας, σε διάδρομο του κτηρίου.
«Τι να κάνω τώρα;» ρωτούσε και ξαναρωτούσε τους νομικούς του τμήματος. «Μα καλά, δεν τα ‘χουν οι δυο τους; Έτσι άκουσα. Τσακώθηκαν και πετάνε σε μένα το μπαλάκι; Να γίνω τι δηλαδή; Δικαστής; Κουμπάρος τους μήπως; Θα της μιλήσω πρώτα, αλλά αν επιμένει, θα δω τι θα κάνω. Θα τον διώξω με μετάθεση, μην έχουμε πειθαρχικά, ενστάσεις και ιστορίες αμάζευτες»
Έτσι κι έκανε. Μίλησε πρώτα και στους δυο, άκρη δεν έβγαλε ούτε κατέστειλε τα πάθη. Η Γάμα ήταν ανυποχώρητη, ο Γάμα δεν έβγαλε μιλιά, έτσι ο προϊστάμενος έκλεισε την υπόθεση. Έσκισε την αναφορά και υπέγραψε την εντολή επείγουσας μετακίνησης σε άλλη υπηρεσία για τον Γάμα. Άλλα περιθώρια δεν είχε, αφενός τα όσα άκουσε δεν τον έπεισαν, αφετέρου δεν ήταν άνθρωπος που του άρεσε να ζει με υποψίες, όπως συχνά δήλωνε ο ίδιος.
Μετά από κάνα μήνα πήρε μετάθεση και η Γάμα, άγνωστο για πού. Κάποιος είπε ότι την είδε ένα μεσημέρι να βγαίνει απ’ το κτήριο του ιδρύματος «AveMaria». Από τότε κανείς δεν ξανάκουσε κάτι για το απίστευτο αυτό δίδυμο, το μυστήριο όμως της σχέσης τους πλανιέται ακόμα, όπως το βόρειο σέλας, πάνω απ’ τη Διεύθυνση.









