Μου συνέβη ένα περιστατικό τόσο αλλόκοτο πριν από μερικές μέρες, που αμφιβάλλω αν θα ‘χετε ματακούσει στη ζωή σας κάτι παρόμοιο. Το ξεκαθαρίζω εξαρχής όμως, δεν πρόκειται να το διηγηθώ όπως έγινε, είναι μεγάλη κουβέντα αυτή. Όπως το έζησα θα το μεταφέρω και όπως χαράχτηκε έπειτα στο μνημονικό το δικό μου. Η όλη ιστορία ξεκίνησε την περασμένη Τετάρτη, θα ‘ταν δεν θα ‘ταν οκτώ το πρωί, και ξεκίνησε με το ορμητικό κουδούνισμα του τηλεφώνου. Όταν σήκωσα το ακουστικό, βρήκα στην άλλη άκρη της γραμμής την γιαγιά Ευτέρπη, την μάνα του πατέρα μου, να ωρύεται εν εξάλλω. Από τις πρώτες τις λέξεις ένιωσα πως της είχαν κοπεί τα ύπατα απ’ την αγωνία, αλλά καθόλη την διάρκεια που μου εξιστορούσε το τι είχε συμβεί, ανάθεμά με κι αν καταλάβαινα τίποτα. Λες και μιλούσα με δέκα νοματαίους μαζί ήτανε, σαν να άκουγα ταυτόχρονα μιλήματα πολλά και κακό χαμό.
«Τρέξε στο χωριό λάλα μου. Θα πάνε χαμένα τα κόπια του παππούλη σου. Χτίσαν τη μάντρα μες τον κήπο μας και δεν έμεινε σταλιά μονοπάτι, εκεί που παλιά πέρναγε κατάφορτος γάιδαρος». Αυτά μου είπε αναστατωμένη, μα δεν είχα ιδέα τι εννοούσε. Ούτε ποιοι χτίσανε και τι κατάλαβα, ούτε σε πιο γάιδαρο αναφερόταν. Άδικος κόπος αποδείχθηκε η προσπάθεια μου να την ηρεμήσω και να συνεννοηθώ. Αν δεν δρούσα όμως, θα πηγαίναν χαμένα του παππού μου τα κόπια, αυτό είχε σημασία μονάχα. Και ποιος, στην οικογένεια μας ολάκερη, μπορεί να παραβλέψει τον αγώνα που έδωκε ο παππούς Κωνσταντής για να μεγαλώσει αξιοπρεπώς κοπέλες τέσσερις και τρία παιδιά; Το σίγουρο ήταν πως είχε σημάνει συναγερμός, κι αν χρειαζόταν να μαντέψω, θα υπέθετα πως κάποιος γείτονας καταπατούσε την γη μας· κι έπρεπε τώρα να παρουσιαστώ εγώ στο χωριό για να διευθετήσω τα πράγματα. Να μου πει περισσότερα η κυρά Ευτέρπη μήτε μπορούσε μήτε ήθελε, θα μου εξηγούσε είπε όταν θα σμίγαμε.
Η διαβίωση μας στο χωριό ήταν εξαρχής μια μπερδεμένη υπόθεση. Το σπίτι μας το ‘χαμε αγορασμένο απ’ τον μπαρμπα Θόδωρα, τον περπατημένο. Έναν γεροντοπαλικαρά που ο κόσμος έλεγε πως είχε στεφανωθεί στα ξένα, μα η νύφη γρήγορα τον παράτησε. Αφού δεν είχε κάνει παιδιά και τη λεγάμενη δεν την είχε δει κανένας ποτέ, παρίστανε ύστερα τον ανύπαντρο· έτσι έλεγε ο κόσμος τουλάχιστον. Μα ποιος θα μπορούσε να πει αν τίποτα απ’ όλα αυτά ήταν αλήθεια, ποιος ξέρει στην τελική τι είναι κακοήθεια και τι πραγματικό γεγονός; Το μόνο σίγουρο είναι, πως όταν αποκτήσαμε εκείνο το σπίτι ήταν μοιραίο να αγοράσουμε μαζί και τους γειτόνους του.
Απέναντί μας έμενε αρχικά μονήρης ο κυρ Ανέστης, ένας ξεκουτιασμένος γέρος ναυτικός. Αγκυροβολημένος στο παρελθόν, στοιχειωμένος από τις θύμησες, καθόταν μοναχός του στη βεράντα κι έπαιζε το μπεγλέρι του αμίλητος. Καμιά φορά ξέμενε από καφέ ή ζάχαρη και ζύγωνε σπίτι μας τα χαράματα, κρατώντας ένα τσίγκινο μπρίκι, για να ζητήσει ανεφοδιασμό. Αμίλητος και με βήμα σβησμένο ερχότανε, και η κυρά Ευτέρπη τρόμαζε μόλις της χτυπούσε την πόρτα και τον βλαστημούσε. Κάθε τόσο τον επισκεπτόταν κι ένας ανεψιός του ανεπρόκοπος για να του γυρέψει δανεικά, καθώς ήξερε πως είχε κομπόδεμα, αλλά δεν του ‘παιρνε πεντάρα τσακιστή. Μερικές φορές, μην δεχόμενο τ’ όχι για απάντηση, περνούσε και βράδυ τ’ ανίψι του και τον ξυλοφόρτωνε για να του πάρει ότι λεφτά είχε κρυμμένα κάτω απ’ το στρώμα του. Όλη η γειτονία άκουγε το γέρο να σφαδάζει απ’ τα χτυπήματα, μα κανείς δεν βρισκόταν ποτέ να τον συντρέξει. Το φρονιμότερο είναι να μην ανακατεύεσαι σε ξένες υποθέσεις, έλεγε ο εμποτισμένος από χαιρεκακία κι εμφορούμενος από πληθώρα προλήψεων θυμόσοφος λαός.
Αργότερα, σαν πέθανε ο κυρ Ανέστης, στο διπλανό μας σπίτι μεταφέρθηκε ο Τόλιας με τη κυρά Αρσινόη και τη φαμίλια τους. Μια πόρτα μας χώριζε με το νοικοκυριό της κυρά Νόης, αλλά ούτε καλημέρα δεν λέγαμε άμα δεν ήταν ανάγκη. Οι αυλές μας συνόρευαν και χωρίζονταν μονάχα από ένα σοκάκι, που παλιότερα οριοθετούνταν από λίγα αχαμνά δέντρα και μερικές ασήκωτες γλάστρες. Κανείς δεν είναι σίγουρος για τις ακριβείς διαστάσεις του μονοπατιού αυτού, αλλά ακούγεται πως αρχικά μπόρεγε και περνούσε φορτωμένο το γαϊδούρι του παππού μου. Τώρα όμως τα πράγματα είχαν αλλάξει κατα πολύ. Είχε υψωθεί αυθαίρετα φράχτης που δεν τηρούσε την προσυμφωνημένη χωροταξία, αλλά στήθηκε καταμεσής του μονοπατιού· περιορίζοντας έτσι το κενοδιάστημα μεταξύ των δυο αυλών. Αυτός ο αναθεματισμένος o φράχτης, ήταν και η αιτία της σημερινής αναστάτωσης.
***
Όταν έφτασα στο χωριό και πήγα στο σπίτι της γιαγιάς μου, βρήκα την κυρά Νόη να στέκεται αντικριστά με την κυρά Ευτέρπη και να χαλάνε το κόσμο. Στάθηκα έκπληκτος στο κεφαλόσκαλο της αυλής και χάζεψα τα καμώματά τους για λίγο, κι ύστερα άρχισα να σκέφτομαι τρόπους για να τις μονιάσω. Χρόνια αμέτρητα κρατάει η έχθρα τους, κι ως αποτέλεσμα έχουν καταντήσει κι οι δυο ανυπόφορες απ’ την γεροντίστικη γκρίνια τους. Όσο τις παίρναμε στα σοβαρά είχαν παρασύρει τα σόγια μας σε πολλές περιπέτειες, μα τώρα δεν ασχολείται κανένας μαζί τους κι αυτό, φαίνεται, τις εξαγρίωσε πιότερο.
-Εγώ με τους γειτόνους μου θέλω να τα ‘χω καλά Νόη μου. Όταν ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού σου κάθε πρωί, πρώτα στο γείτονα λες καλημέρα και μετά στο θεό.
-Κι εγώ Ευτέρπη μου. Τι νομίζεις, ήθελα ‘γω να σας παραβλέψω; Τι ξέρω ‘γω από ανδρικές δουλειές, γριά γυναίκα;—Εγώ δεν θ’ αντάλλαζα λόγο καν. Δώσε τόπο στην οργή, μια σπιθαμή χώμα είναι στο κάτω κάτω, έτσι θα ‘λεγα μοναχή μου. Έτρεξε ο Κωστής μόλις το ‘μάθε όμως, κι έβαλε δικηγόρους να βρούν τα συμβόλαια. Οι νέοι πάνε με το γράμμα του νόμου σήμερα και τα θένε όλα τακτοποιημένα. Είπε η βάβω μου, επισείοντας την απειλή της εμπλοκής των δικηγόρων και δείχνοντάς με απειλητικά καθώς τις ζύγωνα. Όπως καταλάβατε, εγώ θα γινόμουν ο κακός της υπόθεσης και θα βρισκόμουν ξαφνικά μεταξύ σφύρας και άκμονος. Όταν αργότερα ζήτησα εξηγήσεις για το τρόπο με τον οποίο με ανακάτωσαν στην όλη ιστορία, η απόκριση της γιαγιάς Ευτέρπης δεν σήκωνε αντιρρήσεις. «Σιωπή εσύ, τίποτα δεν θα λες. Κάνε τον σκεπτικό μονάχα και έχε στο χέρι το τηλέφωνο ότι δήθεν θα πάρεις το συμβολαιογράφο».
Κι αυτό έκανα, έπραξα καταπώς όριζε η Κυρά Ευτέρπη. Παρίστανα και τον σοβαρό μάλιστα, παρόλο που έπρεπε να γελώ με τα όσα έβλεπα. Αν και, ασχέτως το αστείο του πράματος, θα μπορούσε κάποιος να πει πως η κατάσταση ήταν εξαιρετικά σοβαρή και χωρατά δεν σήκωνε. Ειδικά αφού ο καβγάς συνεχιζόταν για ώρες και κάθε τόσο, επάνω στην άψα της μάχης, ξεστομίζαν και οι δυό τους κουβέντες βαριές. Με την ίδια ευκολία που τις έλεγαν όμως, με την ίδια ευκολία τις προσπερνούσαν. Ώρες ολάκερες μιλούσαν για το ίδιο πράμα, μα άκρη δεν βρίσκανε. Κι εκεί που έκαναν ανακωχή, εκεί χιμούσε ξαφνικά η μια στην αυλή της άλλης και ξεκίναε νέος κύκλος αντιπαραθέσεων. Και ήταν τόσο σφοδρές κι απρόβλεπτες οι εφορμήσεις τους, που κανείς δεν μπορούσε να τις προκάμει.
-Έπρεπε να ζούσε ο Κωνσταντής Νόγιο, να ‘βλεπα τότε αν θα τόλμαγες να κάνεις το πράμα που ‘καμες. Μουρμούρισε κάποια στιγμή η γιαγιά μου, αρκετά δυνατά ώστε να την ακούσει η γειτόνισσά της, κι ύστερα κούνησε το κεφάλι με καημό και δάγκωσε τα χείλη για να βάλει στον λόγο της φραγμό.
-Αμ δε ζει καψερή, τονε ξαπόστειλες τον έρμο. Δίχως λάδι μαγείρευες απ’ την τσιγκουνιά σου και τον είχες καταντήσει πετσί και κόκαλο. Φώναξε η κυρα Νόη σκυλιασμένη.
-Τον κακό σου τον καιρό παλιοβρόμα! Ανταπάντησε η Ευτέρπη, κι αφού έκανε κάμποσα βήματα μπροστά κοντοστάθηκε, ανασκουμπώθηκε, και γύρισε πάλι στη θέση της.
Κάποια στιγμή, κι ενώ η μάχη μαινόταν, είδα να ξεπροβάλει απ’ το κτήμα ο εγγονός της κυρά Νόης, ο Γιώργης. Μας πλησίαζε αργά και βαριεστημένα, ενώ ήταν καταϊδρωμένος κι απ’ το βλέμμα του έμοιαζε να λείπει ολότελα το σπιθοβόλημα της ζωής. Ίσως γιατί ήταν αποσταμένος απ’ τις αγροτοδουλειές και τον πύρωνε κατακούτελα ο απομεσημεριάτικος ήλιος. Το Γιώργη τον θυμόμουν από παλιά ως λογικό και συνεσταλμένο παιδί, κι έτρεξα να τον χαιρετήσω για να στρατολογήσω κι έναν πολύτιμο σύμμαχο. Άλλωστε, ας μην γελιόμαστε, μονάχος μου ενάντια στις σαλεμένες γριές, δεν είχα καμιά ελπίδα να τα βγάλω πέρα.
Αφού στάθηκα αντίκρυ του, τον χτύπησα ελαφρώς στον ώμο για να τον αφυπνίσω και του ‘πα: «Ρε Γιώργη, τι λες εσύ για όλ’ αυτά;». Εκείνος αιφνιδιάστηκε κάπως, μόρφασε λίγο παράξενα και μ’ απάντησε: «Τι να πω κι εγώ!» Ύστερα με κοίταξε διερευνητικά, κι αφού δεν μ’ είδε έτοιμο να μιλήσω, πρόσθεσε: «Εδώ κόσμοι χάνονται, κι εμείς θα σκοτιστούμε μ’ ένα φράχτη ρε Κώστα; Δεν πάμε να πιούμε κάνα κρασάκι καλύτερα;» Δεν πρόλαβα να συναινέσω, κι εκείνος είχε κάνει ήδη μεταβολή για να κινηθεί κατά την πλατεία. Τον πήρα ξοπίσω λοιπόν, και μόλις τονε πλησίασα αρκετά του ψιθύρισα ανήσυχος: «Δεν πιστεύω να πιαστούνε στα χέρια σα φύγουμε;». «Άσ’ τες να πιαστούνε. Σάμπως κάνουνε και τίποτε άλλο; Μα το θεό, άμα πεθάνει η μία, στο λέω με βεβαιότητα πως μέσα στο μήνα θα ακολουθήσει κι άλλη. Αυτές ζούνε από γινάτι, για να χολώνονται και να μπαίνει η μια στο μάτι της άλλης», απάντησε κουνώντας τα χέρια του με αγανάκτηση.
Είχε δίκιο, μια σταλιά παιδί ήμουν όταν πρωτάρχισαν να τσακώνονται αυτές που ήτανε απ’ το σχολειό φιλενάδες. Κάτι βαρύ είχε πει η κυρά Νόη στην γιαγιά μου, κι αφού δεν πήρε πίσω ποτέ την κουβέντα που ξεστόμισε, έγινε πληγή που κακοφόρμισε γρήγορα. κι έκτοτε χύνει χολή η μια για την άλλη. Να κάνει καλό είχε πρόθεση η κυρά Ευτέρπη, μα θέρισε συμφορά και δεν υπάρχει κακό χειρότερο απ’ το να πληγωθείς στην καλοσύνη σου. Έτσι τουλάχιστον διηγείται τα γεγονότα η γιαγιά μου, μα ποιος ξέρει στ’ αλήθεια τι γίνηκε. «Τις έχω βαρεθεί πια, άσ’ τες να παν’ να κόψουν το λαιμό τους», αναφώνησε ο Γιώργης καθώς προχωρούσαμε και ζάρωσε το πρόσωπο του από ένα μορφασμό περιφρόνιας και πίκρας· αν και τελικά στο μούτρο του φάνηκε πιότερο κάτι σαν απελπισμένη διαμαρτυρία. Χαμογέλασα εγώ με το λόγο του και τον ακολούθησα μέχρι τον καφενέ, κι αφού κάτσαμε και ήπιαμε τα κρασιά μας, αρχίσαμε να μιλούμε για τα περασμένα.
-Κώστα εσύ έφυγες και γλίτωσες από δω, αλλά, και να με συγχωρείς που στο λέω, εμείς δεν γλιτώσαμε ποτές από ‘σένα. Μου ‘πε με παράπονο, δίχως να με κοιτάξει στα μάτια.
-Μα εγώ, Γιώργη, δεν έχω καθόλου μπερδέματα με τις υποθέσεις εδώ, απάντησα αμέσως, ενώ ήξερα πως αλήθεια δεν έλεγα. Με το τόπο όπου μεγάλωσες δεν ξεπλέκεις ποτέ.
-Εσύ μπορεί να μην έχεις, αλλά έχουμε εμείς με λόγου σου. Όλο για σένα μας μιλούσε η γιαγιά σου όσο ήσουν στη Γερμανία. Να φανταστείς, κάθε μέρα ξυπνούσα μια ώρα νωρίτερα για να πάω στα γίδια, ώστε να μην την πετυχαίνω ξύπνια και με βουρλίσει.
-Κατάλαβα. Σε ζάλιζε για τα καλά. Γριά ήταν όμως, δεν έπρεπε να ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της.
-Μα δεν μ’ άφηνε σε ησυχία η χριστιανή. Όλα τα νέα σου τα μαθαίναμε χαρτί και καλαμάρι. Σα τότε που πήρες το δίπλωμα, αριστούχος. Ένα ταψί χαλβά μας έφερε η Ευτέρπη, μα δεν τον φάγαμε, μας έφαγε. Τέσσερις ώρες είχε θρονιαστεί στο καναπέ μας και σε παίνευε.
-Ρε Γιώργη, τι να σου πω τώρα; Ό,τι και να σου πω, θα γελάσεις. Ποιο δίπλωμα; Μια τεχνική σχόλη τέλειωσα, πήρα κι ένα χαρτί για τη γλώσσα, κι έγινα εργάτης.
-Αμ έπρεπε να το ξέρω τότε αυτό, για να την βάλω στη θέση της. Που μ΄ ανάγκαζε από μικρό παιδί να σε φτύνω όπου σε συναντώ, για να μη σε βασκάνω. Λες κι έπρεπε να σε ζηλεύω ντε και καλά.
-Μην τα σκαλίζεις Γιώργη καθόλου, πεθαμένα ξεχασμένα αυτά. Πάντα καταλήγεις κουβάρι άμα αφήνεις να σε παρασύρουν τα περασμένα, σε προφταίνουν οι πίκρες και σε πνίγουν ολότελα.
-Μ’ αφήνει η γιαγιά σου να τα ξεχάσω νομίζεις;
-Άσ’ τες να λέν’ τα δικά τους. Δεν θα γίνουμε κι εμείς σαν τα μούτρα τους.
-Η δική μου δεν ενοχλεί κανέναν Κωστή, μόνο την Ευτέρπη εχθρεύεται.
-Ίδια πάστα είναι κι οι δυο τους. Είπα με φωνή σιγανή, φοβούμενος μην τον εξαγριώσω και πιαστούμε κι εμείς χειρότερα απ’ τις γριές.
-Αμ δεν είναι, πάρ’ το στο λόγο μου. Μου απάντησε ‘κείνος με τόνο αυστηρό που μ’ εκνεύρισε.
-Εσύ τις ξέρεις καλύτερα από μένα δηλαδή;
-Εγώ ζω εδώ Κώστα, όχι εσύ.
-Είσαι πιασμένος κι εσύ στην έχθρητα μου φαίνεται, Γιώργη.
-Ενώ εσύ έφυγες, έγινες πρωτευουσιάνος κι είσαι καλύτερος ε; Είπε και γκρέμισε το ποτήρι με το κρασί του, χτυπώντας μ’ οργή στο τραπέζι το χέρι του. Μα ευθύς ντράπηκε σα παιδί για τα νεύρα του και δίχως να με κοιτάει έσφιξε τα χείλη κι έφτυσε καταγής ενώ εγώ άλλαξα κουβέντα για να μη δώσω συνέχεια.
Σωπάσαμε και οι δύο μας, παραγγείλαμε κρασί και το πίναμε αμίλητοι. Έκλωθαν οι σκέψεις μες το μυαλό μου, μα δεν τις άφηνα να φτάσουν στο στόμα μου. Τι να του πω και τι να μου πει, εδώ που ‘χαμε φτάσει. Λίγο είχε λείψει ν’ αρπαχτούμε και μεταξύ μας, και προτίμησα να μην πάω γυρεύοντας λέγοντας πιότερα. Όλο κόμπους το σχοινί της ζωής, που να κάνεις αρχή να το λύσεις; Κι άμα πεις να το κόψεις, διπλό και τριπλό το κακό, γιομίζεις σχοινιά και δένεσαι χειροπόδαρα. Κι έτσι όπως είσαι πιασμένος στα γιατί και τα πως, κακιώνεις χωρίς να το πάρεις είδηση κι αρχινάς να μουγκρίζεις. Ας μην τα ψαχουλεύουμε λοιπόν, ας λέμε πως όλα ειναι θέλημα θεού και κανένας δεν φταίει για τίποτα. Ας παρηγοριόμαστε λέγοντας πως η κάθε συμφορά που βρίσκει τον άνθρωπο είναι πράγμα μυστήριο, ούτε να την προβλέψει μπορεί κανείς, ούτε και να την παύσει. Το πιο μάταιο απ’ όλα, μάλιστα, είναι το να παρακαλείς να μη σε βρούνε νέα δεινά, γιατί το κακό άκρη δεν έχει.
Μόνο για τη λύση του προβλήματος δεν νοιαστήκαμε με το Γιώργη εκείνο το μεσιμέρι και καταφέραμε έτσι ν’ αποφύγουμε τα δίχτυα της έχθρητας. Ήπιαμε τα κρασιά μας, γυρίσαμε την κουβέντα προς κάθε κατεύθυνση, κι επιστρέψαμε σπίτι κεφάτοι κι ανάλαφροι. Η κατάσταση εκεί όμως δεν είχε αλλάξει καθόλου. «Μας καταπατάνε το βιος», φώναζε η Ευτέρπη μόλις φτάσαμε, και τα ‘βάζε με τη μοίρα που την κατέτρεχε, κι όλα τα ανάποδα που της έλαχαν στη ζωή της. Κάθε τόσο, χούφτιαζε τα ρυτιδιασμένα της μάγουλα κι έδειχνε έτοιμη να αναλυθεί σε λυγμούς και να ηρεμήσει. Εκεί που ‘πιανε αρχή να μερέψει όμως, ξανά λαμπάδιαζε γιατί κάτι θυμότανε και πεταγόταν ορθή καθώς ανασκιρτούσε στα σπλάχνα η οργή της.
«Τι θες και τα θυμάσαι όλ’ αυτά ρε Γιαγιά; Ο κόσμος όλος γίνηκε αγνώριστος στο πέρασμα του χρόνου, κι εσύ εκεί, κρατάς λογαριασμό πως θα πρέπει να είναι τα πράματα», της είπα για να την ηρεμήσω μπας και μονιάσει με την γειτόνισσα της και δεν έχουμε τράβαλα. «Φεγγάρι μπαίνει, φεγγάρι βγαίνει, εσύ εκεί, το χαβά σου. Απονήρευτος σαν τον πατέρα σου», μου απάντησε και εξανεμίστηκαν ευθύς οι όποιες ελπίδες μου για συμφιλίωση. «Δεν βλέπεις πόσο σίμωσε στη μουριά ο φράχτης της; Μισιακό θα τον έχουμε τώρα τον ίσκιο του δέντρου». Πρόσθεσε μετά από λίγο, κι εγώ γελούσα εντός μου γιατί αυτή τη μουριά ποτέ δεν την χώνεψε. Γκρίνιαζε συνέχεια πως θα πέφτουνε φίδια επάνω της καθώς θα συγυρίζει την άυλη και με παρακάλαε να την κόψω. Τώρα όμως, χτυπιόταν λες και της κλέβαν την προίκα της.
***
Είχε πια απογευματιάσει και πέρα απ’ των γρύλων το ξέπνοο τερέτισμα δεν ακουγότανε τίποτα. Σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα, για να βγάλω τη γκρίνια απ’ το κεφάλι μου και να δω το ζήτημα από ξάγναντο. Έφτασα στο τέρμα του κτήματος μας και στάθηκα πάνω σε ένα σύγνεφο από μαβιές ανεμώνες, ενώ τα πεύκα και τα ελιόδεντρα τα κοπανούσε ο άνεμος στην παραφορά του. Καταμεσής του ουράνιου θόλου, ένας λαμπρός καλοκαιριάτικος ήλιος απαύγαζε τα πάντα κι αποκάλυπτε σημεία ακοίταχτα. Μια απέραντη ερημιά γύρω μου, κι ένας αστραποβόλος ορίζοντας να απλώνεται σαν απροσπέλαστο σύνορο. Ξεχάστηκα και γαλήνεψε η ψυχή μου στη φύση, μα η ηρεμία μου δεν ήταν γραφτό να διαρκέσει πολύ. Μόλις επέστρεψα σπίτι, χίμιξε η κυρά Νόη στην αυλή μας, άρχισε τις κατηγόριες και ήμουνα σίγουρος πως θα κατέληγαν να μαλλιοτραβηχτούν οι γριές. Ο Γιώργης είχε πάρει ξοπίσω τη βάβω του για να την προφτάσει, μα καθώς έτρεχε γκρεμνίστηκε πάνω στον επίμαχο φράχτη και βρέθηκε πεσμένος καταγής να βλαστημά ακατάληπτα.
-Πολλά μας τα πες σήμερα Ευτέρπη. Τα ξεχνάω τα κατορθώματα σου νομίζεις;
-Άλλο πάλι και τούτο, είπε η Γιαγιά μου κι απόμεινε με το στόμα ανοιχτό δίχως να αποσώσει τον λόγο της.
-Όλα εδώ πληρώνονται όμως, φώναξε η κυρά Νόη και ξάμωσε απειλητικά τα χέρια της ώστε να σηκωθεί το χυτό της μαύρο φουστάνι, αποκαλύπτοντας τα λιγνά της ποδάρια και τα πάνινα μαύρα πασούμια της.
-Αν έχεις τίποτα να πεις Νόγιο, πες το ανοιχτά αλλιώς μη ξεκινάς λόγο. Αποκρίθηκε η Ευτέρπη ατρόμητη, οπλισμένη με τον ενθουσιασμό που της έδινε η απαντοχή της επικείμενης επικράτησης της.
-Θυμάσαι που περνάγανε τα γίδια του αντρός μου απ’ το χωράφι σου κι έβαλες το Κωνσταντή να το περιφράξει; Να φράξει το χέρσο το κτήμα που δεν έπιανε μία. Μόνο και μόνο για να μας δυσκολέψεις τη ζήσει. Είπε η κυρά Νόη με ύφος τάχατες θυμωμένο, ενώ ξεροκατάπιε σαν να την έκλεινε στο λαιμό η αγανάκτηση.
-Εσύ μιλάς; Ούτε στα παιδιά σου δεν κάνεις καλό εσύ. Τα κρατάς τα κτήματα πάνω σου μέχρι να πεθάνεις. «Απ΄ το να ‘χει ο γείτονας μου, κάλιο να ‘χουν τα παιδιά μου. Απ’ το να ‘χουν τα παιδιά μου, κάλιο να ‘χει η αφεντιά μου». Έτσι ζεις κακομοίρα, γι’ αυτό δεν σε γνοιάζεται κανείς. Ανέκραξε η Ευτέρπη με φωνή τρεμάμενη, φορτωμένη αντίλαλους· λες κι απ’ τη λαλιά της ανάβρυζε το παρελθόν της ολάκερο.
Η μονομαχία όμως, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, απετράπη και πάλι. Αφού ξεθύμαναν κι οι δυο το θυμό τους, γύρισαν πλάτη η μία στην άλλη και χωθήκαν στα σπίτια τους. Εγώ κι ο Γιώργης τις πήραμε καταπόδι σιωπηλά και βαρύθυμα, ενώ εκείνες ψελλίζαν κατάρες με τα δόντια σφιγμένα. Άχνα δεν έβγαλα όλο τ’ απόγεμα. Τι λόγο να στεριώσεις σε τέτοια περίσταση; Ό,τι και να ‘λεγα χαμένο θα πήγαινε. Ευτυχώς η κυρά Ευτέρπη το ‘ριξε στον ύπνο κάποια στιγμή και βγήκα απ’ το σπίτι να κάμω ένα τσιγάρο με τον αραμπά μου. Όταν ξεπόρτισα, πέτυχα τον Γιώργη να επιθεωρεί τον φράχτη και να μετράει την αυλή του με βήματα. Μόλις με είδε κρέμασε ένα άδειο χαμόγελο και μου ‘πε: «Εγώ φταίω. Που ‘κανα το χατίρι της γριάς και της έχτισα το φράχτη που ζήταγε», κι ύστερα σκέπασε το μούτρο του με την μουντή αυλαία της αγανάκτησης και χώθηκε σπίτι. Δυο λεπτά αργότερα όμως, βγήκε και η Νόη να επιθεωρήσει το φράχτη, κι από πίσω ο Γιώργης, να περπατά με μια ασίγαστη ορμή που την ένιωθες να ρυθμίζει και το βάδισμά του ακόμη, ενώ είχε στυλωμένες τις μελένιες του κόρες στον σταχτί ουρανό απηυδισμένος. Φαντάζομαι πως θα τα ‘χε δει και ξαναδεί όλα αυτά τα τερτίπια, δεν θα κρύβαν πλέον για αυτόν κανένα μυστήριο.
Μια υποδόρια ανησυχία έπιασε τότες να επενεργεί στην διάθεσή μου και σταδιακά μ’ αναστάτωσε. Ο κόσμος γύρω μου άρχισε να χάνεται, ένα αψεντί ημίφως και μια νωπή μελαγχολία ξεκινήσαν να τον τυλίγουν και πήραν να χιμάνε πάνω μου, σαν σιωπηρά και κατασκότεινα κύματα, θύμησες γιομάτες άρμη και δάκρυα. Η μέρα αποχωρούσε και καθώς σουρούπωνε η φύση αγρίευε κι ο αγέρας ολοένα δυνάμωνε. Σάρωνε τις επιφάνειες, γλιστρούσε στα σκαλοπάτια, γδέρνονταν στις ακμές των κτιρίων και στριφογύριζε στενάζοντας. Μάζι του ερχόταν απροσκάλεστες μνήμες, κι ο νους μου φορτωνόταν με λεπτομέρειες απολησμονημένες που μου αποδείκνυαν ζηλόφθονα τώρα, πόσο γερά ριζωμένες κι ανεξίτηλες ήταν.
Πίσω απ’ το σπίτι μας, όταν ήμουν παιδί, βρισκόταν η στενόψηλη κατοικία της εργένισσας δασκάλας με τα δυο νόθα κουτσούβελα. Μικρή η κοινωνία, στενά τα μυαλά, ούτε να βγει στην αυλή της δεν μπορούσε δίχως να ντρέπεται. Τόσο άγρια την είχαν γλωσσοφάει οι γειτόνισσές της, που δεν έλεγε να φυτρώσει δείγμα λουλούδι στο κήπο της. Δίπλα ήταν το σπίτι του Νίκου του μέθυσου, με το σκοτεινό κατώι που έζεχνε ρετσίνι και κολλητά το διώροφο του Λιάκου, του βαρύχερου, που ‘δερνε τη γυναίκα του όποτε έχανε στο μπαρμπούτι. Στον απέναντι δρόμο, στεκόταν το κονάκι του μπερμπάντη της γειτονιάς μας, του Ντίνου του ατσαλάκωτου, και παραπέρα το παράπηγμα της Μαριγώς, της χρυσοχέρας· με τις δυο ανύπαντρες θυγατέρες. Κάθε απόγεμα καθόταν η Μαριγώ στο κήπο της, κάτω απ’ τον ίσκιο της θεριεμένης της κληματαριάς και κεντούσε με αταραξία μακάρια. Συχνά πυκνά όμως, έκανε την μπουγάδα της κι έστελνε τ’ αποπλύματα κατά τη Μυγδάλω, την διαλεχτή της γειτόνισσα. Άναβε η οργή της Μυγδάλως σα βρεχόταν τα πόδια της και κίναγε να μαλώσει, μα την κέρδιζε η ντροπή και το λυποκράτημα. Σταμάταγε στην αυλόπορτά της, άρπαζε τον ξύλινο πάσσαλο λες κι ‘θελε να τον ξεριζώσει και ψιθύριζε: «Ας όψεται. Λησμόνα το κι αυτό, σα να μην γίνηκε».
Ύστερα έπαιρνε κι ανηφόριζε το μονοπάτι, γίνονταν λιθόστρωτο κι έβγαζε στο ξωκλήσι του Αϊ Λιά και στο ερείπιο του Γερο-Λύρα, σ’ ένα απόκεντρο ύψωμα. Κάθε μεσημέρι μαζευόμασταν τα πιτσιρίκια εκεί, σερνόμασταν μέχρι το κήπο του Λύρα και πετούσαμε πετραδάκια στα παραθυρόφυλλά του. Αυτός τρανταζότανε σύγκορμος και φώναζε βραχνιασμένος, λες και μόλις είχε πεταχτεί από νάρκη βαθιά. «Παλιόπαιδα! Δεν θα σας πιάσω μια μέρα; Αχ και σας πιάσω!» φώναζε στεκάμενος στο παραθύρι του, κι εμείς αρχίζαμε το τρέξιμο και σταματούσαμε μονάχα σα φτάναμε στην πλατεία· αφήνοντας πίσω τον απόηχο των χαχανητών μας να τον περιγελάει για ώρα. Τόση επίδραση είχαν τα μικρά μας πειράγματα στον Γερο-Λύρα, που ύστερα από κάθε βίαιο ξύπνημα, ροβολούσε κατά την πλατεία, ευθύς για τον καφενέ, κι αρχινούσε τα τσίπουρα· ενώ παραμιλούσε νευριασμένος κι όλοι τον πείραζαν.
«Τι περιμένεις από τέτοιο παλιότοπο; Είναι παλιότοπος όμως, επειδή έχει παλιόκοσμο. Θα φύγω! Τέτοιος παλιότοπος, αλλού δεν βρίσκεται. Τόσο παλιόκοσμο μαζωμένο, δεν απαντάς πουθενά», αναφωνούσε και βυθιζότανε στ’ όνειρο της φυγής και στου κρασιού το ηδονικό αποκάρωμα. Δεν γλίτωσε όμως, ποτέ του δεν έφυγε. Εδώ τ’ άφηκε τα κοκαλάκια του, κυκλωμένος από δυστυχία, φτώχια και έχθρητα. Πάντα απόμακρο στην πλατεία τον θυμάμαι να κάθεται, ποτέ μέσα στο καφενέ, ό,τι καιρό και να έκανε. Την έβρισκε να λιάζεται, να τον χτυπάει ο καθαρός αέρας και δεν το κουνούσε από ‘κει για ώρες ολάκερες. Με το που ‘πιανε κάνα Μαϊστράλι μάλιστα και φιδοσερνόταν για να χαδέψει τα χαμολούλουδα, γύρναγε την καρέκλα του κατά την εκκλησιά και ευφραινόταν, καθώς ο τόπος όλος μοσχοβολούσε ρίγανη, θυμάρι και φλησκούνι. Μα ακόμη και τότε, καταριόταν τους συγχωριανούς του που τον σχολίαζαν και μεμψιμοιρούσε· αναθεματίζοντας την άτιμη τύχη του που του φύλαγε μια ζωή παιδεμό.
Δεν βρίσκεις στο χωριό ησυχία παρά μόνο στο σπίτι σου, κι εκεί, μέχρις έναν βαθμό. Θες δεν θες, θα ‘χεις συναναστροφές και γειτόνους. Όσο κι αν παραφυλάς και προστατεύεις τα κόπια σου, πάλες θα βρεθούν να σε πλευρίσουν οι επιτήδειοι. Και τη δουλειά σου μοναχά να κοιτάς και να μην αλλάζεις με κανέναν κουβέντα, απ’ τις κακές γλώσσες δεν γλιτώνεις ποτέ. Άσε που όσο δεν ασχολείσαι μαζί τους, τόσο τις προκαλείς να σε βάλλουν στο μάτι. Δεν είναι τυχαίο πως κάθε τόσο το χωριό μας συνταρασσόταν από απρόσμενα νέα. Τα παλιά κουτσομπολιά μετά από λίγο καιρό δεν ενθουσιάζαν κανέναν, άπαξ και τα μάθαιναν όλοι, ξεχνιότανε γρήγορα. Με κάθε νέο κι αναπάντεχο σκάνδαλο όμως, ερχόταν του κόσμου η συντέλεια, κι όλοι την καλοδέχονταν κι ας υποστήριζαν τ’ αντίθετο. «Τι άλλο θ’ ακούσουμε παναγία μου;» αναφωνούσαν τότες οι μαυροφορούσες γριές και δένανε τα μαντίλια τους κινώντας να διαδώσουν τα νέα. Ο παππούλης μου τις έβλεπε και του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι θυμάμαι, και κάθε τόσο μου έλεγε: «Δυστυχώς παιδί μου, μας έλαχε να ριζώσουμε στο χειρότερο δυνατό τόπο» κι αφού έκανε τριπλά το σταυρό του συμπλήρωνε: «Τουλάχιστον βοήθα μας θε μου, να ζήσουμε με το καλύτερο μπορετό τρόπο».
Αυτό λέω τώρα κι εγώ, να ξημερώσει η αυριανή μέρα και να λύσουμε αυτή την παρεξήγηση με τον καλύτερο μπορετό τρόπο. Να μην γίνουμε και πάλι θέαμα σ’ όλο το χωριό δηλαδή. Μα ποιος ξέρει που θα καταλήξουμε, άδηλη ακόμη της μάχης η έκβαση. Το μόνο που περνάει απ’ το δικό μου το χέρι, είναι να φτιάξω έναν φράχτη ακόμη και θα το κάμω αύριο κιόλας. Να έχει και τον δικό της το φράχτη η κυρά Ευτέρπη, γιατί δεν το δέχεται να ορίζετε ο τόπος της από ξένονε. Καλύτερος μπορετός τρόπος να πορευτούνε οι δυο τους, δεν νομίζω πως βρίσκεται. Το μόνο που απομένει πια, είναι να ελπίζουμε πως θα μερώσουνε κάπως οι γριές και θα μισιούνται αθόρυβα. Σαν θεριά ανήμερα, μα στα κλουβιά τους κλεισμένα, περιζωσμένα από πασσάλια και πλέγματα.









