Tο δικαίωμα καθενός στην υποστήριξη οποιασδήποτε (ξανά: οποιασδήπτε) άποψης το έβρισκα ανέκαθεν αυτονόητο, δίχως να το εγκλωβίζω στις φόρμες της προσωπικής μου ασφάλειας. Δέχομαι, λοιπόν, την υποστήριξη του κομμουνισμού, του αναρχοκαπιταλισμού, του αντιεμβολιασμού, της αναρχίας, του μισανθρωπισμού, του ναζισμού, του εθνικισμού, της αυτοδικίας, του ρατσισμού κι όποιας άλλης, νοσηρής ή υπέροχης, δοκιμασμένης ή καινοφανούς ιδέας από τον οιονδήποτε, δίχως, φυσικά, να ασπάζομαι την ιδέα ή να αναγνωρίζω σε κανέναν το δικαίωμα να τοποθετεί εαυτόν υπέρ του νόμου, ο οποίος δεσμεύει άπαντες.
Επί διατυπώσεως άποψης, αναζητώ αυθόρμητα τη συνέπεια. Παραδείγματος χάρη, μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιος γελά βλέποντας «Μπραφ» όταν ο Mikeius κλείνει την εκπομπή του λέγοντας «στα τραίνα», μη παραπεμπόμενος, προφανώς, στα έξι εκατομμύρια των θυμάτων του Ολοκαυτώματος που γνώρισαν ασύλληπτο πόνο, βασανίστηκαν και θανατώθηκαν κάτω από πρωτοφανή αγριότητα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Αν, όμως, αυτός ο ίδιος επιτεθεί σαν κάποιος να βίασε τη μητέρα του επειδή κάποιος άλλος τόλμησε να ισχυριστεί ότι στις καταγγέλλουσες βιασμό κατά το μοντέρνο trend υπάρχουν και κάποιες attention whores, τότε δεν πρόκειται να πειστώ ότι ο επιτιθέμενος εθίγη λόγω της υπερευαισθήσιας του στον ανθρώπινο πόνο. H υπερευαισθησία του είχε προηγουμένως ξεβρακωθεί όταν γελούσε με το «στα τραίνα» και δε με πείθει, πλέον, ως κινητήρια δύναμη των αντιδράσεων πτηνού που εδέχθη υπόθετο, όσο κι αν παρουσιάζεται ως τέτοια.
Μπορώ, εξάλλου, να κατανοήσω έναν σκληρό μαρξιστή, ο οποίος θεωρεί απαράδεκτη την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από ιδιώτες. Ένας τέτοιος μαρξιστής, όμως, ως εργοστασιάρχης, μου προκαλεί ένα γνώριμο συναίσθημα δύσκολα περιγράψιμο. Ας πούμε ότι τον θωρώ ως μια πράσινη, αηδιαστική βιοχλαπάτσα, που αντλεί ύπαρξη κουνώντας το δάχτυλο, διάγοντας βίο στο άλλο άκρο των πεποιθήσεων που υπερασπίζεται με περισσή γελοιότητα.
Τους Social Justice Warriors τους συναντά κανείς παντού. Απαιτούν σαν επιληπτικά θρασίμια να αλλάξουν επιστημονικές ορολογίες, επιτίθενται με περισπούδαστη εριστικότητα, προσβάλλουν σαν ιδιοκτήτες απόλυτης αλήθειας, απαγορεύουν τα ομηρικά έπη, αποσύρουν τη συλλογή Δαρβίνου από μουσεία, καταστρέφουν αγάλματα γιατί τα αντιλαμβάνονται ως σεξιστικά, βιάζουν ανεμόμυλους, κορμούς δένδρων, στύλους της ΔΕΗ, συνουσιάζονται με την αυταρέσκειά τους και φασίζουν. Μπορούν να σε λιθοβολήσουν αν τολμήσεις να πεις κάτι για το Ισλάμ, αλλά θέλουν να διδάσκεται το Life of Brian στους παιδικούς σταθμούς. Μας ζαλίζουν ολημερίς κι ολονυχτίς για την Ορθοδοξία, αλλά για τους κομμένους λαιμούς δεν τους περισσεύει ούτε λόξυγκας. Κλαίνε και οδύρονται αν ένας αστυνομικός σπρώξει ένα διαδηλωτή, αλλά αν ένας δικός τους κάψει ζωντανή μια έγκυο μιλούν για παράπλευρες απώλειες ενός δίκαιου αγώνα ή αποστρέφουν το βλέμμα τους, αφού δεν υπάρχει θεσμικό ατόπημα στη δολοφονία.
Τι να πεις. Βιοποικιλότητα.










Ομως όταν τα πραγματα ξεφύγουν…..
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί Γερμανοί ήταν πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουν τις ενοχές τους (αβάστακτο μαρτύριο γι ‘αυτούς), για την εγκληματική δράση των υπηκόων του Τρίτου Ράιχ-συγγενών τους, και να αρχίσουν την ανοικοδόμηση της χώρας τους, καθώς και την ανάκτηση της ταυτότητά τους,. Μη μπορώντας να ξεπεράσουν την βιωμένη πραγματικότητα, δημιούργησαν μηχανισμούς απώθησης του “γερμανικού τραύματος ” με την απάθεια, την αυτοαναισθητοποίηση και την σιωπή,
Στις προϋποθέσεις που οδήγησαν στην επιτυχία του γερμανικού οικονομικού θαύματος, δεν περιλαμβάνονται μόνον οι τεράστιες επενδύσεις του σχεδίου Marshal, η έκρηξη του ψυχρού πολέμου και η αχρήστευση των απαρχαιωμένων βιομηχανικών εγκαταστάσεων από τα σμήνη των συμμαχικών βομβαρδιστικών, αλλά και το τυφλό εργασιακό ήθος που είχε καλλιεργηθεί από το ολοκληρωτικό καθεστώς, η ικανότητα αυτοσχεδιασμού της οικονομίας υπό απειλή και ο έμπειρος χειρισμός του αλλοδαπού εργατικού δυναμικού (στο οποίο συμμετείχαν και αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες). Καταλυτική επίδραση είχε όμως, η εθνική σιωπή, το κρυφό μυστικό ότι η μεταπολεμική Γερμανία θεμελιώθηκε πάνω στα καταπλακωμένα πτώματα των βομβαρδισμών, που ενίσχυσε και ενισχύει ακόμη τους δεσμούς των πολιτών της.
[…]
“…η ένδοξη πολεμική και μεταπολεμική εποποιία της Γερμανίας…. παραμένει ανιστόρητη, συνδέεται με αυτή μας την ανικανότητα …να αντιμετωπίσουμε το βάρος της απόλυτης ενδεχομενικότητας (η συνειδητοποίηση και αποδοχή της πιθανότητας πραγματοποίησης ή μη ενός κοινωνικού συμβάντος εκ πρώτης όψεως ακατόρθωτου) γεννημένης από την βαθιά εμμονή μας για ευταξία.”
Το βασικό ερώτημα του είναι: γιατί κράτησαν οι Γερμανοί σαν εφτασφράγιστο μυστικό τις τρομακτικές καταστροφές τους από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων το 1943-1945; Γιατί τόσο επίμονα αποσιώπησαν ότι η μεταπολεμική Γερμανία θεμελιώθηκε πάνω στα καταπλακωμένα πτώματα των βομβαρδισμών; Ποια βαθύτερη ανάγκη τούς έκανε να θάψουν για πολλές δεκαετίες στη σιωπή της Ιστορίας και της λογοτεχνίας, το γεγονός ότι σ΄ αυτούς τους βομβαρδισμούς, στους οποίους οι Βρετανοί έριξαν ένα εκατομμύριο τόνους βόμβες πάνω από την εχθρική επικράτεια, καταστράφηκαν τριάμισι εκατομμύρια κατοικίες, και ότι 131 πόλεις – ανάμεσά τους το Αμβούργο, η Κολωνία, η Νυρεμβέργη, η Δρέσδη- μετατράπηκαν σε σωρούς ερειπίων;
[…]
Η σιωπή των συγγραφέων : Φυσικά, αυτή η απάθεια και η αυτοαναισθητοποίηση δείχνει έναν προηγμένο μηχανισμό απώθησης. Το ίδιο –άλλωστε- αποδεικνύει και η σιωπή των συγγραφέων. Ο Ζέμπαλντ μελέτησε τη συγγραφική παραγωγή Γερμανών λογοτεχνών και ιστορικών των πρώτων χρόνων μετά τον πόλεμο, και κατέληξε ότι η εντυπωσιακή ανεπάρκεια των αφηγήσεων δείχνει την αναγωγή του φαινομένου σε ταμπού. Οι ελάχιστοι που έγραψαν, όπως ο Κάσακ, ο Χανς Έριχ Νόσακ και ο διάσημος νομικός, συγγραφέας και σκηνοθέτης Αλεξάντερ Κλούγκε, αποτελούσαν εξαίρεση. Το μυθιστόρημα «Ο άγγελος σιωπούσε» που έγραψε ο νεαρός τότε Χάινριχ Μπελ, ακατάλληλο για το αναγνωστικό κοινό της εποχής, δημοσιεύθηκε μόλις το 1992.
Όμως, και σ΄ αυτά τα λιγοστά βιβλία, παρατηρεί ο Ζέμπαλντ, οι συγγραφείς μοιάζουν να καταφεύγουν σε τυποποιημένες εξπρεσιονιστικές εικόνες τύπου Φριτς Λανγκ, σε ανατολικά φιλοσοφήματα και θεωρίες μετενσάρκωσης, σε συμβολισμούς και αλληγορίες, χρήζοντας τον εαυτό τους θεματοφύλακα των αληθινών αξιών και προβάλλοντας μια πνευματική ελίτ «εσωτερικών εξορίστων», κρατώντας δηλαδή μια στάση που δεν βρίσκεται μακριά από τη φασιστική σκέψη. Διαβάζοντας τα κείμενα αυτά, παρατηρεί ο Ζέμπαλντ, έχει κανείς την εντύπωση ότι οι Γερμανοί δέχτηκαν τις θεόρατες φλόγες που τύλιξαν τις πόλεις τους, σαν δίκαιη τιμωρία για ένα κράτος, που είχε δολοφονήσει ή είχε εκμεταλλευτεί μέχρι θανάτου, εκατομμύρια ανθρώπων. … στη στάση αυτή αναγνωρίζουμε το μυθολογικό σχήμα θάνατος- ανάσταση, που επιτρέπει στους γράφοντες τη λυτρωτική σκέψη ότι η Γερμανία θα αναγεννηθεί μέσα από τα ερείπια- πράγμα που άλλωστε συνέβη.
“Το έργο τους…χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή η εσφαλμένη συνείδηση των γεγονότων … σε μια ηθικά πέρα ως πέρα στιγματισμένη κοινωνία.” “Ο ολοκληρωτικός όλεθρος δεν παρουσιάζεται ,…, ως η φρικτή κατάληξη μιας συλλογικής διαστροφής, αλλά μάλλον ως το πρώτο σκαλοπάτι προς την λαμπρή ανοικοδόμηση.”
Και ασφαλώς, …πως να κατηγορήσει τους Βρετανούς για την καταστροφική στρατηγική τους, αφού ο Χίτλερ ήταν εκείνος που … έθεσε πρώτος σε εφαρμογή τους σφοδρούς βομβαρδισμούς εναντίον αμάχων στην Γκερνίκα, τη Βαρσοβία, το Βελιγράδι και το Στάλινγκραντ (Αύγουστος 1942 βομβαρδισμός με 1.200 γερμανικά αεροπλάνα). Κατά τον Ζέμπαλντ, η ανάνηψη στη γερμανική λογοτεχνία ήρθε με μια στροφή προς την τεκμηρίωση και τη λογοτεχνία του ντοκουμέντου….»
Στοιχεια ληφθηκαν απο:
1. αποσπασματα απο την βιβλιοκριτικη στα ΝΕΑ της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου
http://www.tanea.gr/vivliodromio/?aid=4490815
2. απο το ιδιο το δοκιμιο του W. G. Sebαld με τίτλο η φυσική ιστορία της καταστροφής (“Αεροπορικοί βομβαρδισμοί και λογοτεχνία (Luftkrieg und Literatur)”),εκδ. ΑΓΡΑ.