Ποτέ
Πότε ντυθήκαμε το τσουχτερό του πόθου δέρμα,
που δήμιος άσπλαχνος σου πριονίζει τον λαιμό;
Και το γλυκό το άγγιγμα σε σκοταδιού το τέλμα
πότε ζωή εχάρισε μέσα σε θάνατου διωγμό;
Πότε το κούμαρο πικρόγλυκο λιμπίστη μέλι
απ’ την κυψέλη που στα χείλη μας ξεσπάει πληγή ;
Να στάξει φλόγα, ζήλειας ν’ αποξεσκιστεί κουρέλι,
στρωσίδι ν’ απλωθεί για μας στην παγωμένη γη;
Πότε γι’ αγάπη μας οι ρίζες των δεντρών μεθύσαν
το καυχημένο στόμα του αχόρταγου ουρανού;
Οι θάλασσες πότε αγριέψανε, πότε βυθίσαν
στρατούς μέσα στου πάθους μας τον σαλεμένο νου ;
Γιορτάσαμε. Και όπως οι σκιές που ξεγελάνε,
νομίσαμε του έρωτα τρανέψαμε τον γιόμο.
Μα ο έρωτας βαθιά μισεί όσους δεν μαρτυράνε
κι έτσι Θεοί ξεμείναμε που πέθαναν στον δρόμο.
Χειμώνας
Το χωριό μας τον χειμώνα
σβήνεται από τον χάρτη
κάτασπρο φορεί σεντόνι
καραβάκι δίχως ξάρτι
Ερημιά και ησυχία
σπίτια που βαριά καπνίζουν
ζα κι ανθρώπους πια δεν βλέπεις
μόνον χνώτα που αχνίζουν
Κι εκεί δα στον μέγα βράχο
βουλιαγμένο μες στο χιόνι
το κυκλάμινο αναμμένο
προσκαλεί το χελιδόνι










Η γραφή σας με την μουσικότητα της καλοδουλεμένης ομοιοκαταληξίας, και των εικόνων την ευκάρπεια, με πηγαίνει σε ωδές περασμένες, μα πάντα καλοδεχούμενες και αγαπημένες.
Επιτρέψατέ μου όμως την περί έρωτος διαφωνία! Ο έρωτας είναι εορτή προσεγγίσεως του θείου!
Δεν μισεί ούτε μαρτύρια γυρεύει. Ελκύει και ελκύεται σε μυσταγωγία αλλήλων ώσμωση, την διαφορετικότητα αφομοιώνοντας! Και όταν κάποιες φορές η Ανταπόκριση την πλάτη του γυρνά, ο θεός, Έρως, δεν καθηλώνεται, μα στης εναλλαγής το γίγνεσθαι, χαρούμενα, αποτείνεται.
Το ζήτημα είναι, ότι η μονομέρεια της αγκύλωσης ( της πολιτισμένης ανθρώπινης κοινωνίας ) σε αποχή από το – αισθάνεσθαι – καταλήγει, παύοντας το εναλλακτικό ερωτικό γίγνεσθαι, και ενθρονίζοντας στην θέση του Έρωτος, του άλγους το μίσος, τα μαρτύρια.
Καλησπέρα σας, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε οτι ο έρωτας διδάσκει και εφευρίσκει έναν νέο τρόπο ύπαρξης και διάρκειας για την ζωή, μέσα στην ζωή, οτι δηλαδή, δι΄αυτού, η ύπαρξις του καθενός μας αντιμετωπίζει κάθε φορά μία νέα διακινδύνευσι, μια νέα παρούσα χρονικότητα. Που σημαίνει πως δεν νοείται οτι ο άνθρωπος θα είναι πάντα ή για πάντα ερωτευμένος ή οτι θα αντιληφθεί εξαρχής την μορφή έρωτος που εσείς καταγράφετε. Κάθε προσπάθεια εκπλήρωσης μέσα από αυτόν αποτελεί μία μικρή νίκη επί της νίκης της εγγραφής του ανθρώπου μέσα στην αιωνιότητα. Όμως, συνήθως, αποδεικνυόμαστε κατώτεροι των περιστάστεων. Κι έτσι, δεν προφταίνουμε να πιούμε το δροσερό νερό της κρήνης, απομένοντες αιωνίως διψώντες.
Ανακαλύπτοντας, μέσω του έρωτος, την εξωπραγματική διάσταση του ωραίου, δεν μπορώ να φανταστώ, ότι διακινδυνεύω κάτι. Την έννοια της διακινδύνευσης, η οποία με τον φόβο συγγενεύει, καθώς, και, το ότι
– αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, μη δυνάμενοι, να πιουν το δροσερό νερό της κρήνης – , όντες ανεπαρκείς, για να ερωτευθούν! τα χρεώνονται η ηθική, που οι άνθρωποι τοποθέτησαν στον έρωτα ( όλες τις ενοχές φορτώνοντάς του, ποινικοποιώντας τον ) η οποία, ηθική του έρωτος, την απληστεία της εξιδανίκευσης των υλικών αγαθών και τον ανταγωνισμό ( μεταξύ των ανθρώπων ) που εξ’ αυτής απορρέει, εξυπηρετεί.
Θα μνημονεύσω το μήνυμα ενός άριστου διηγήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας, – Γιατρού περιπέτεια – , του Ζαχαρία Παπαντωνίου, όπου αναφέρεται σε μία υπόθεση μοιχείας, στην οποία εσκότωσαν τον μοιχό και την μοιχαλίδα, η οποία θα γεννούσε το παιδί του εραστή της.
Ο Παπαντωνίου, κριτικάροντας, γράφει : – Ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο θα τιμωρηθεί σκληρά για μια κούπα δροσερό νερό που ήπιε και για μια γλυκιά ρόγα που γεύτηκε – .
Θέλοντας να αποφύγω τις λανθασμένες εντυπώσεις, όσον αφορά την ιστορία του διηγήματος που ανέφερα΄ διευκρινίζω, ότι του παιδιού που κυοφορούσε η μοιχαλίς , ο γιατρός ανέβαλε τον ερχομό του, την κύηση διακόπτοντας, πριν ο σύζυγος ανακαλύψει το ειδύλλιο, μετά την ανακάλυψη του οποίου, θανατώνει και τους δύο.