ΟΣΜΑΝΤΑΚΑ ΛΑΖΑΡΟΣ

 

Και τάχα γλίστρησαν μέσα στον θάλαμο

από τους τοίχους

τα όργανα.

 

Και παραμέρισες, λέει, τον βράχο

με τις διαγνώσεις, τα καλώδια.

Κι αργά-αργά σηκώθηκες

να δείξεις τα πατήματα

χάριν της λεβεντιάς

της αξιοπρέπειας ένεκα.

 

Και να μυρίζει κρύο αέρα κι έλατο.

Και να βαράει ο γύφτος το βιολί

μα κουρνιαχτός να μη σηκώνεται.

 

Και να κερνάς, λέει, τα όργανα

και όπα κι έστα στο διηνεκές

σε όλα τα πλάτη και τα μήκη

του περασμένου χρόνου.

 

Μετά, έβαλες πάλι το αριστερό

πλάι στο δεξί σκαρπίνι

ξάπλωσες λέει, στην εντατική

για τον υπόλοιπο επιθανάτιο ρόγχο.

`

*

 

ΒΡΑΧΝΟ ΠΟΥΛΙ

 

Αν εξαιρέσεις τα κεντητά τραπεζομάντηλα

και τ’ αρραβώνα όσα χρυσαφικά

τίποτε άλλο,

μάνα,

δε σου αξιώθηκα.

 

Τις μάνες ο κόσμος αποχαιρετά

με κοπετούς και βόγγους.

Με τα σανδάλια τα εξώφτερνα εγώ,

μάνα,

βουβή

σε κήδεψα.

Βραχνό πουλί, πάντα σε λάθος τόνο.

 

Όπως τα έλεγες

μάνα μου,

αποδείχτηκα.

Κοινωνικής μαθήσεως ανεπίδεκτη.

 

Κράτησα όλες τις κραυγές για τα ποιήματα.

`

*

 

ΣΕ TΑΤΟΥΑΖ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙ

 

Ένα ρώσικο θα σου πάρω μαντήλι
σαν αυτό που φοράνε οι μπάμπουσκες.
Θα λουλουδιάσουν οι ώμοι σου,
να στολίσεις τα στήθη σου
-συγγνώμη, το στήθος σου θέλω να πω.
Μην κλαις.

Ξέρω πως εκεί όπου συνήθως η καρδιά κατοικεί
τώρα εσύ ζεις μ΄ ένα κοτσύφι.
Και ρόζος σ΄ ερωτευμένη παλάμη
να τον κόψεις, σκλήθρο να το πετάξεις πέρα,
δεν είναι. Μην κλαις.

Όχι, μην πεις με σφαγμένο το στήθος
γοργόνα πώς γίνεται.
Απέναντι κοίταξε –
δικά σου ή δικά τους μωρά αγκαλιά                                                                                                          οι γυναίκες κερνώντας
μ΄ όλα σου τα χαρούμενα ονόματα
-σε φωνάζουν. Με τατουάζ τριανταφυλλί                                                                                         αν στολίσεις το στέρνο σου
θα στρέψεις απαλά το δοιάκι.

Μην κλαις,  ρε γοργόνα.

`

*

ΜΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

 

Τόσες παλιές ευχές

Τόσες βαριές κατάρες

 

Το κάρρο κολλημένο.

Ίδια η λάσπη.

 

Τι παραπάνω απ’ τους καημούς

να μας πουν πια

τα ποιήματα;

 

`

*

 

Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΠΡΟΓΡΑΦΗΣ

 

Με τούτο θα σε σφάξω,

κακομοίρα μου.

 

Και έτρεμες

για το κουζινομάχαιρο,

για το σφαχτάρι στο τσιγκέλι ανάποδα,

μ’ όλο το αίμα να του ‘ρχεται στη μύτη

και το κοκόρι

που ‘τρεχε στην αυλή,

με τον λαιμό σφαγμένο.

 

Μ` αυτά είναι που γίνονται οι ποιητές,

εν τέλει,

αυτοί που είναι.

 

`

*

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΘΥΜΙΖΕΙΣ

 

Θα έρθεις

και θα κρεμάσεις στο καρφί

το άσπρο σου πουκάμισο: όπως πάντα.

Στον ύπνο σου θα σε κοιτώ,

όπως γυναίκα μοναχή κοιτάζει απ’ το παράθυρο

απέναντι το Πήλιο.

 

Θα ξαναγίνεις όπως σ’ ήθελα. Όπως

σε διάλεξα, θα ξαναγίνεις:

Πίνδος

που γάνιασα για να σε περπατήσω.

Από την Πρέβεζα στη Λάρισα,

από τον Παγασητικό στο Μεσολόγγι.

Θα στάζουνε τον ίδρωτα οι λιμνοθάλασσες.

Και γύρω, να στολίζουν το Αιγαίο σου

τα φώτα μου,

φώτα βυθού που ανέσυρα για σένα.

 

Δεν  θέλω ως και στον ύπνο σου

το κάθαρμα που είσαι

να θυμίζεις.

`

*

MΕΔΟΜΑΙ ΛΕΝΕ ΑΛΛΙΩΣ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

 

Με σφίγγει απόψε το βραχιόλι που μ’ αγόρασε

όταν απ΄ την Κολχίδα δραπετεύαμε

και το Αιγαίο φαινότανε μικρό να μας χωρέσει.

Ερχόμουν κι ήθελα μοναχά

τα πόδια να του πλένω,  να του γεννώ παιδιά,

πάντα θερμή, πάντα ζεστή και αρωματισμένη.

Πάχυνα λίγο, το βραχιόλι με πονά,

το μπράτσο σημαδεύει.

Του γέννησα δύο παιδιά και έκτοτε

ρίχνω στη μήτρα μου δύο σταξιές λεμόνι,

για να μπορώ απίκραντη και άκαρπη

προς χάριν του να λύνω τα μαλλιά μου.

Μέδομαι λέγεται αλλιώς το σκέφτομαι.

Τα βράδια που εκείνος δεν γυρνά

με λίγη άψινθο το πίνω το κρασί  μου

και σκέφτομαι στης Αμπχαζίας τα βουνά

άραγε θυμούνται το όνομά μου;

Μέγγενη απόψε το βραχιόλι μου.

Σαν να ‘μουνα πουλί, το τύλιξε στο πόδι μου,

μ’ έσυρε σαν δαμάλα, σα να ΄μουν σκλάβα του,

με μάρκαρε.

Και μέδομαι: πουλί, σκλαβί, δαμάλι από τη μια

το δέρας, το καράβι, ένα βραχιόλι από την άλλη.

Δεν βγάζουνε σωστό λογαριασμό.

 

Λείπεις πολύ, Ιάσονα, στα ξένα τα κρεβάτια.

Και δεν ευθύνομαι  εγώ, γι’ αυτό που θα προκύψει.