Ο Καζαντζάκης μας περιγράφει στην Ασκητική του το τρίτο χρέος του ανθρώπου: τούτο είναι η υπέρβαση του μεγαλύτερου πειρασμού, της ελπίδας. Μετά το βόλεμα του νου, που βάζει τάξη και πασχίζει να υποτάξει τα φαινόμενα, η καρδιά που δεν βρίσκεται ποτέ σε ησυχία, ξάγρυπνη προσπαθεί ν’ αποτινάξει από πάνω της τις αλυσίδες που την κρατούν δεμένη. Φουσκώνει τότε από ελπίδα στην προσπάθειά της να βρει την ουσία των πραγμάτων· ο άνθρωπος, έτσι, βυθίζεται στον τρόμο της, τον τρόμο που τον καθιστά αδύναμο, άκαμπτο, σχεδόν νεκρό. Στην επικράτεια της ελπίδας ο άνθρωπος παθητικοποιείται, αντικαθίσταται η πίστη του στον αγώνα απ’ την υπέρβαρη ελπίδα, η οποία αναμένει ένα αύριο που, το πιο πιθανό, δεν θα έρθει ποτέ.
Τα τελευταία χρόνια βιώσαμε σε αυτή την χώρα την έξαψη της ελπίδας, την αρχική της ευφορία και το πάθος, τα οποία ως γνωστόν κατέληξαν στον τρόμο. Τον ζήσαμε αυτόν τον τρόμο και συνεχίζουμε να τον ζούμε. Είναι ο τρόμος του αναπόφευκτου, της στασιμότητας, της εμπειρίας του αναπόδραστου, της μοιρολατρικής ενατένισης του τέλους. Ενός τέλους που έρχεται και ταυτόχρονα είναι πάντα εδώ. Το σπιράλ της καταστροφής τριγυρίζει με μια μανιακή συνέπεια μέσα στο μυαλό μας και μας καθηλώνει σε μια συνθήκη υποτέλειας. Προσπαθούμε απλώς να ξεχάσουμε την πραγματικότητα, αφού έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν θα αλλάξει. Ξεγελούμε τον εαυτό μας ασχολούμενοι με καθρεφτάκια και χρωματιστές χάντρες, για να πειστούμε ότι έχει νόημα να διανύουμε την απόσταση από την μια άκρη του εαυτού μας ως την άλλη, όμως μέχρι εκεί. Παραπέρα δεν έχουμε την όρεξη ούτε την θέληση να πάμε.
Κι εδώ έρχεται η δημοκρατία. Τούτη η φενάκη που στα στόματα των ισχυρών έχει την τιμητική της κάθε στιγμή. Γιατί φενάκη; Γιατί αποτελεί μια φούσκα, κάτι σαν την πλημμυρίδα του χρηματιστηρίου την εποχή του «εκσυγχρονισμού». Όλοι μιλάνε για αυτήν σαν να συνιστά ένα αυθύπαρκτο αξίωμα, απ’ το οποίο ουδείς μπορεί να παρεκκλίνει. Κι ειδικά οι ισχυροί, καθώς το λιβάνισμα της δημοκρατίας αποτελεί γι’ αυτούς στοίχημα εξουσίας. Η σύγχρονη δημοκρατία είναι το κατεξοχήν όχημα για την εξασφάλιση και διαιώνιση των δικών τους συμφερόντων. Αυτό κατέστη σαφές στα δυο τελευταία παραδείγματα που έχουμε από τα πρόσφατα δημοψηφίσματα, σε Ελλάδα και Σκόπια. Προβάλλουν το δημοψήφισμα ωσάν την κορωνίδα της δημοκρατικής έκφρασης, ενώ στην ουσία αποτελεί μονάχα ένα προπέτασμα καπνού: αν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι αυτό που θέλουν οι ισχυροί, τότε η «δημοκρατία έχει νικήσει»· αν όχι τότε η έκφραση της λαϊκής βούλησης συνιστά απλώς μια «συμβουλευτική διαδικασία», την οποία κάλλιστα ο «άρχων της αντιπροσώπευσης» δύναται να παρακάμψει, χωρίς μάλιστα συνέπειες.
Στην πραγματικότητα, η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα και αποτελεί στάδιο μιας διαδικασίας όπως αυτή της διαδοχής των εποχών. Οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες συντελούν στην αλλαγή. Τίποτε δεν μένει στατικό και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί ένα πολίτευμα να παραμένει αιωνίως σε ισχύ. Όπως κάθε πολίτευμα έχει τα θετικά και τα αρνητικά του στοιχεία. Η χρησιμότητα κάθε πολιτεύματος συνίσταται περισσότερο στις συνθήκες που έχει να θεραπεύσει σε κάθε ιστορική περίοδο και όχι σε μια μεταφυσική αλήθεια που καθορίζει το τι είναι καλό και τι κακό, τι μπορεί να παραβιασθεί και τι όχι. Η σύγχρονη δε δημοκρατία αποτελεί κοιτίδα της επιβολής της βούλησης των ισχυρών. Η υπερεθνική ελίτ, σε συνεργασία με τις εθνικές ελίτ, χρησιμοποιεί αυτό τον μηχανισμό νομιμοποίησης της βούλησής της, πείθοντας τους πολίτες ότι η θέλησή τους πραγματώνεται με μια περιοδική ψηφοφορία, ενώ στην πραγματικότητα αυτή η ψηφοφορία αποτελεί το σφιχταγκάλιασμα ενός λαού με το συμφέρον της. Όταν το δικό της συμφέρον συμπίπτει με τα μικροσυμφέροντα του λαού, τότε μέρος του λαού μπορεί να καρπωθεί κάποιο ξεροκόμματο. Όταν δεν συμβαίνει αυτό, τότε οι «αντιπρόσωποι του λαού» αναλαμβάνουν να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα, προς όφελος εκείνου που έχει την δύναμη να τους διατηρήσει σε θέση εξουσίας.
Σε συνθήκες κρίσης όμως, οι φούσκες σκάνε. Εκείνο που παρουσιαζόταν σαν μια απαράβατη βεβαιότητα, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, πέφτει στα κεφάλια των ανθρώπων και οι πιο αφελείς καταστρέφονται. Όπως συνέβη στο χρηματιστήριο, που κάποια στιγμή τα χρήματα αποσύρθηκαν, ο πολύς κόσμος «έπεσε από τα σύννεφα» και άλλοι καταστράφηκαν ή αυτοκτόνησαν. Έτσι γονάτισε κι η ελληνική οικονομία, έτσι και η δημοκρατία έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο: ότι πέρα από το να είναι ένα εργαλείο διασφάλισης των συμφερόντων των ισχυρών, δεν παράγει κανένα ιδιαίτερο πολιτικό αποτέλεσμα για την διασφάλιση των συμφερόντων του λαού. Κι αν στην αρχαία ελληνική δημοκρατία το πρόταγμα ήταν η εφαρμογή του κοσμικού προτύπου στα πράγματα της πόλεως και τον καθημερινό βίο, ο οποίος ήταν κοινωνιοκεντρικός όπως μας λέγει ο Γιανναράς, στην σύγχρονη εποχή έχουμε μετακινηθεί στον ατομοκεντρικό βίο, ο οποίος συνιστά κατ’ ουσίαν την αποτύπωση μιας εταιρικής σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών. Κατά τον Γιανναρά, η αλήθεια για την ελληνική κοσμοαντίληψη ήταν εμπειρική και κοινωνούμενη βεβαιότητα ενώ για την δύση είναι μια τεκμηριωμένη νοητική πεποίθηση.
Το «άθλημα της πόλεως», δηλαδή η εμπειρία της σχέσης, δεν μπορεί να πραγματωθεί στον σύγχρονο κόσμο που αποζητά την ασφάλεια της σύμβασης και, ως εκ τούτου, εκείνο που απομένει είναι η εξασφάλιση των όρων της. Ανάλογα με την δύναμη του καθενός μέσα στο κοινωνικό πεδίο, οι όροι και τα οφέλη που μπορεί να επιτύχει είναι διαφορετικά. Άρα, το όποιο δημοκρατικό πρόταγμα καθίσταται ατελέσφορο και επιζήμιο για την κοινωνική συνισταμένη, αφού η σχέση διαρρηγνύεται. Οι φυγόκεντρες τάσεις αυξάνονται ολοένα και οι κοινωνικοί αυτοματισμοί σε συνθήκες μη πλασματικής κανονικότητας οξύνονται, με αποτέλεσμα η κοινωνία να αρχίσει να αποσυντίθεται από μέσα, οδηγώντας μοιραία σε κάποια έξωθεν επιβουλή που καταλήγει σε αλλαγή του υφιστάμενου status quo. Αυτή η αποσύνθεση συμφέρει εξόχως την ελίτ των ισχυρών, η οποία την χρησιμοποιεί κάθε φορά για να εξοντώνει πιθανές κοινωνικές αντιστάσεις, κατά την προώθηση πολιτικών που επιβάλλουν τις επιδιώξεις της.
Έρχονται οι ίδιοι που λένε στον λαό ότι «ε, τι να κάνουμε, δεν έχουμε άλλες δυνατότητες και ο αδύναμος πρέπει να πληρώσει το μάρμαρο και πάλι» ή «έχουμε την λαϊκή εντολή να προχωρήσουμε» να προσθέτουν με αγωνία τάχα ότι «χρειαζόμαστε περισσότερη δημοκρατία». Αν με αυτή την δημοκρατία που έχουμε ρημάζεται ο τόπος, τι θα προσφέρει η περισσότερη δημοκρατία; Μήπως πιο άμεσο και οδυνηρό κοινωνικό και ατομικό τέλος; Ας δούμε την αλήθεια κατάματα. Αν αυτό το πολίτευμα δεν βόλευε την όποια άρχουσα τάξη να κάνει τις μπίζνες που θέλει, εκείνη θα το καταργούσε. Θα αποτελούσε η δημοκρατία απαγορευμένη λέξη από τον νόμο και οι υποστηρικτές της θα μπορούσαν να συλλαμβάνονται και να διώκονται ποινικά. Αλλά όχι, αυτοί που έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι στα χέρια τους την θέλουν διακαώς. Η δημοκρατία ταυτίζεται έντεχνα με την ελπίδα που αναφέρθηκε προηγουμένως. Δίχως δημοκρατία δεν υπάρχει ελπίδα για την κοινωνία, λένε. Η πεποίθηση που καλλιεργείται είναι ότι αφού έχουμε δημοκρατία, τα πράγματα θα πάνε καλά. Λαέ μπορείς να ησυχάσεις. Έτσι κι αλλιώς δεν έχεις άλλο ρόλο να παίξεις ούτε θεσμικές δικλείδες να εξασφαλίζουν την βούλησή σου, πέρα από εκείνη την στιγμή που ανά 4 χρόνια πετάς έναν φάκελο μέσα σε ένα κουτί.
Απέναντι στην ελπίδα που θρέφει την διχόνοια, την αποσύνθεση και την παθητικότητα, και την οποία ο Καζαντζάκης μας καλεί να ξεπεράσουμε, στέκεται ο αγώνας για τη ζωή, ο αγώνας για την επιβίωση, ο αγώνας για την αυτοπραγμάτωση. «Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει», γράφει ο Καζαντζάκης. Δεν βάζουμε άλλους να πολεμούν τάχα για εμάς. Το σημερινό πολιτισμικό μοντέλο δεν σηκώνει την εμπειρική σχέση, την μετοχή, την κοινωνία που βρίσκεται στο επίκεντρο, τον ενιαίο κοινωνικό αγώνα· είναι εστιασμένο στον ατομοκεντρικό ωφελιμισμό, το υλιστικό συμφέρον, τον καταναλωτισμό, την επίτευξη καλύτερων όρων στο συμβόλαιο με το οποίο διαπραγματευόμαστε την ύπαρξή μας καθημερινά. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, καμμιά δημοκρατία δεν είναι εφικτή, κανένας άλλος κόσμος δεν είναι εφικτός, καμμιά συμμετοχή σε κοινή εμπειρία δεν οδηγεί μπροστά. Το αδιέξοδο είναι δομικό υλικό της πολιτικής μας πραγματικότητας. Μια κοινωνία χωρίς κοινούς στόχους, χωρίς κοινό σώμα, χωρίς κατεύθυνση και προορισμό, δίχως όραμα δεν έχει την δυνατότητα να θεμελιώσει την λειτουργία της σε ένα πολίτευμα όπως η δημοκρατία.
Η απουσία κοινωνικής ευθύνης, αφού υφίσταται απουσία συλλογικής ταύτισης, καθιστά αδύνατη την συναπόφαση για το κοινό καλό, την ανάληψη και της πολιτικής ευθύνης μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας της κοινωνίας, ώστε η συμμετοχή στα κοινά να παράγει απτά αποτελέσματα. Το ατομικό συμφέρον επικρατεί και δημιουργούνται ποικίλες αλληλοσυγκρουόμενες δυνάμεις εντός αυτής, με διαφορετικές επιδιώξεις, οι οποίες προοδευτικά καταλύουν κάθε αίσθηση του «συνανήκειν» και οδηγούμαστε σε αυτό που ακούμε συχνά πια στις μέρες μας: «ο καθένας για τον εαυτό του». Η δημοκρατία, επομένως, για να είχε πιθανότητες να είναι αποτελεσματική θα έπρεπε να εφαρμόζεται υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) την ύπαρξη της αίσθησης του «συνανήκειν», β) την ανάληψη ευθύνης από μεριάς των πολιτών, γ) την ύπαρξη κοινού πολιτικού σώματος, κατεύθυνσης και σκοπού και δ) την ύπαρξη μιας κοινωνιοκεντρικής αντίληψης. Στο σημερινό μας πολιτισμικό μοντέλο ωστόσο, αυτά τα στοιχεία καταπολεμούνται και εν ολίγοις είναι ξένα σε σχέση με τα προτάγματα που αυτό προβάλλει.
Έτσι, η δημοκρατία ουσιαστικά αυτοκαταργείται, αφού καταργεί εν τοις πράγμασι τις προϋποθέσεις που θα την καθιστούσαν δυνητικά αποτελεσματική. Μια κοινωνία και μια πολιτειακή οργάνωση που δεν έχουν σαφή θέση στον ιστορικό χρόνο, δεν έχουν σκοπό, δεν έχουν κατεύθυνση και δεν βασίζονται στην στάση ευθύνης των μελών τους, δεν μπορούν να έχουν μέλλον και υπολογίσιμες πιθανότητες επιβίωσης. Ίσως, λόγω περιστάσεων, η πτώση τους να καθυστερεί, είναι ωστόσο αναπόφευκτη. Η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η μόνη δημοκρατία που υπάρχει σήμερα, θα οδηγηθεί αυτοβούλως στην πτώση της λόγω των δομικών της αδυναμιών. Προμηνύματα αυτής της κατάστασης βλέπουμε ήδη σήμερα και η δημοκρατία προσπαθεί με κάθε μέσο να αντισταθεί. Φυσικά, όχι η δημοκρατία με την έννοια των λαών, αλλά με την έννοια των ισχυρών που την ελέγχουν. Εξάλλου, για το ζήτημα της πολιτικής αντίληψης και την ανάληψη της ευθύνης από τους πολίτες, όπως μας λέει και ο Ηράκλειτος: «Τι νου και τι μυαλό έχουν αυτοί; Εμπιστεύονται τους αοιδούς των δήμων και για δάσκαλό τους έχουν τον όχλο, γιατί δεν ξέρουν ότι οι πολλοί είναι φαύλοι και ότι λίγοι είναι οι αγαθοί».










Εκτός από αυτά τα περισπούδαστα της Νέας Δεξιάς ή Ακροδεξιάς που το τελευταίο διάστημα κάνουν την εμφάνισή τους στον αντιδραστικό ευρωπαϊκό τύπο, κύριε Μακούση – διότι δικά σας όλα αυτά δεν είναι – με μια δόση επιστημονοφάνειας, καλό θα ήταν να μας πείτε, ποια κοινωνία “αρίστων” αντιπροτείνετε στο αποτυχημένο μοντέλο της Δημοκρατίας. Για να ξέρουμε με ποιον ομιλούμε και ποιος προσπαθεί ( καλυμμένα ) να χειραγωγήσει τη σκέψη και τα βήματά μας.
Τίποτα περισπούδαστο. Είναι απλά οι απόψεις μου. Το ύφος σας, ως δημοκρατικό, αντανακλά μια δυσανεξία έναντι της διαφορετικότητας και της άλλης άποψης, καθώς η επιθετικότητά του δεν μαρτυρά κάποιον που θέλει να συνομιλήσει ειλικρινώς, αλλά κάποιον που εκ προοιμίου έχει καταδικάσει τον συνομιλητή του στο περιθώριο. Τούτο είναι αναμενόμενο και δεν με ενοχλεί. Άλλωστε, είναι αυτό που εν ολίγοις εννοώ. Όταν κάποιος σου αφαιρεί την παραμύθα από το μυαλό είναι σαν να σου τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια. Αντιδράς. Είναι φυσιολογικό. Γιατί δεν νομίζω να υπονοείτε ότι τα όσα γράφονται σε βιβλία, εφημερίδες και διαδίκτυο συνιστούν το απόγειο της αυθεντικότητας και μονάχα εγώ “αντιγράφω” τις θέσεις άλλων, τους οποίους εσείς αποτάσσεστε μετά βδελυγμίας. Το σημερινό μοντέλο της δημοκρατίας αποδεικνύει στην πράξη το ίδιο την αποτυχία του, δεν χρειάζεται την δική μου γραφίδα. Από κει και πέρα, εγώ σκιαγράφησα την σχέση πολιτεύματος-πολιτισμικού μοντέλου όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι. Μπορείτε να διαφωνείτε σαφώς. Αλλά επί τη βάσει των όσων εγώ γράφω και όχι των όσων υποθέτετε. Μιλάτε για χειραγώγηση με μια εμφανή διάθεση συνωμοσιολογίας. Δεν υπάρχει κανένας “μηχανισμός χειραγώγησης” εδώ. Απλά έκφραση προσωπικών απόψεων. Άλλωστε, δεν εκπροσωπώ κανέναν άλλον πέραν του εαυτού μου. Όσον αφορά στα περί δεξιάς και ακροδεξιάς,ε καλό είναι κάποια στιγμή σε αυτή την χώρα να ακουστεί και μια άλλη άποψη, πέρα από την κατεστημένη στους χώρους της τέχνης και της διανόησης. Με τόση “επανάσταση” πια σκουριάσαμε. Από κει και πέρα, γνωρίζοντας ότι υπάρχει μια αλλεργία στην χώρα αυτή περί “αριστείας”, αν κάτι σας ενδιαφέρει να συζητήσουμε με βάση τα όσα έγραψα εγώ,πολύ ευχαρίστως. Ειδάλλως, οποιαδήποτε άλλη απάντηση δεν θα είχε νόημα.
Με εκτίμηση
Πολλά κουτάκια για πολλές διανοητικές ασκήσεις, για αριστερούς, αρίστους και επαναστάτες. Το κείμενο, χαλαρό και ανερμάτιστο, αφήνει ανοικτές πολλές ερμηνείες. Και κατι για μενα, για να με βάλετε σε άλλο κουτάκι, αν και δεν νομίζω, οτι διαθέτετε τέτοιο: ούτε διανοούμενος είμαι -ούτε θέλω να είμαι υπό την έννοια του βιβλιοφάγου εκτος κοινωνίας – ούτε επαναστατης ή έστω αριστερός. Ένας μικρος Μήτσος απλά, χωρίς εξαγορασμένα αριστεία. Εργατης όμως, ήμουν, είμαι και θα παλέψω να παραμείνω. Ευχαριστω το περιοδικό για τη φιλοξενία.Δεν θα επανέλθω.
Οι μεγάλοι δημιουργοί του κινηματογράφου τα έχουν πει σχεδόν όλα σε δυο μόνον ώρες, πριν πολλά χρόνια. Διάλεξα μόλις 3 ιστορίες/περιπτώσεις που συνθλίβουν τον άνθρωπο λόγω έλλειψης δικαιοσύνης και δημοκρατίας, στην Γαλλία, τις ΗΠΑ και την Πολωνία του “υπαρκτού σοσιαλισμού ”
1. Ζαν Λικ Γκοντάρ , «Weekend» (1967) , μια ταινία προάγγελος των γεγονότων του Μάη του ’68….
Το «Weekend» είναι επαναστατικό δείγμα ενός αναρχικού σινεμά ιδεών, ανατροπών και στυλιστικών υπερβάσεων το οποίο δεν υπάρχει πια. Είναι μια κορωνίδα στο εκπληκτικό σερί ταινιών που γύρισε ο Ζαν Λικ Γκοντάρ μέσα στη δεκαετία του ’60 και ταυτόχρονα μια γνήσια οπτικοακουστική επίθεση στις αισθήσεις, η οποία ηχεί με την ίδια ένταση μέχρι σήμερα. Το Week αποτελεί το σταυροδρόμι στο οποίο ο Μπέρτολντ Μπρεχτ συναντά τον Ζορζ Μπατάιγ και ο Λουίς Μπουνιουέλ την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων».
***
Μέσα από το εφιαλτικό Σαββατοκύριακο που περνά ένα ζευγάρι πλήρως αλλοτριωμένων αστών, κατά το ταξίδι του από το Παρίσι στους αιματοβαμμένους δρόμους της γαλλικής επαρχίας, ο Γκοντάρ απλώνει τη συντριβή και κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού σε ένα πολιτικά φορτισμένο, δηλητηριώδες αστείο, ασταμάτητα παιγνιώδες και αποκαλυπτικό πανόραμα χάους και τρόμου, το οποίο παίζει αλλεπάλληλα με τις συμβάσεις του κινηματογραφικού μέσου, με τις ανοχές του κοινού και με τον ίδιο του τον εαυτό. Με τον αντίκτυπο καλλιτεχνικής χειροβομβίδας και την ισχύ ενός θυμωμένου μανιφέστου, το τοξικό αριστούργημα του Γκοντάρ παραβιάζει κανόνες και ταμπού με διάθεση οδοστρωτήρα, περιέχει στιγμιότυπα αξέχαστης βιρτουοζιτέ (όπως το εκτενές μονοπλάνο-επίτευγμα στο θέαμα ενός μποτιλιαρίσματος) και προκαλεί σοκ μέχρι σήμερα, σε πείσμα όσων νομίζουν ότι έχουν δει τα πάντα στο σινεμά.
Πρόκειται για μία ταινία – ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου του 20ου αιώνα.
***
Σκηνοθεσία: Ζαν Λικ Γκοντάρ
Πρωταγωνιστούν: Μιρέιγ Νταρκ, Ζαν Γιάν, Ζαν Πιέρ Καλφόν, Ζαν Πιέρ Λεό, Αν Βιαζέμσκι
Διάρκεια: 105’
https://www.catisart.gr/weekend-zan-lik-gkontar-treno-sto-rouf/
2. ΜΙΚΕΛΑΝΤΖΕΛΟ ΑΝΤΟΝΙΟΝΙ
Zabriskie Point (1970)
Και μόνον για τη σκηνή του φινάλε η ταινία αξίζει την αγάπη του κόσμου. Ο καπιταλισμός και οι ηθικές αξίες του πρέπει, οπωσδήποτε, να τιναχτούν στο αέρα. Εδώ δε χωράει κανένας συμβιβασμός. Το καπιταλιστικό σύστημα και οι άνθρωποί του, οι πολυεθνικές, τα χρηματιστήρια, οι τράπεζες, οι εταιρείες αγοράς και πώλησης γης, τα πανεπιστήμια, η αστυνομία, τα ΜΜΕ, τραβάνε κατά τη δύση και ο λαός, οι λαοί του κόσμου, κατά την ανατολή! Είναι δυο πράγματα τελείως διαφορετικά! Από άλλον πλανήτη.
[…]
https://www.rizospastis.gr/story.do?id=4557625
3. KRZYSZTOF ZANUSSI (Barwy ochronne) Camouflage 1977
Το εξαιρετικό film του πολωνού σκηνοθέτη , ο οποίος έχει σπουδάσει φυσική και φιλοσοφία και θεωρείται από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρεύματος του “κινηματογραφου της ηθικής.”
Σε ένα θέρετρο συγκεντρώνονται για ένα σεμινάριο φιλολογίας ο καθηγητής Γιακούμπ, ο βοηθός του και υπεύθυνος του σεμιναρίου, Γιάροσλαφ, και αρκετοί φοιτητές. Ο Γιάροσλαφ, που παίρνει τη ζωή πολύ στα σοβαρά, συγκρούεται έντονα με την ειρωνεία του κυνικού καθηγητή. Όταν ο αναπληρωτής του πρύτανη (με πλαστή διδ. διατριβή,) διώχνει βιαίως τον καλύτερο φοιτητή επειδή παρίσταται μεθυσμένος, ο Γιάροσλαφ, φτάνοντας στα όριά του, τσακώνεται με τον Γιακούμπ.
Ο Γιάροσλαφ και ο Γιακούμπ ενσαρκώνουν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη ζωή: ενός νέου που πιστεύει ακόμη στην ηθική τιμιότητα και αυτή ενός σαραντάρη που καμουφλάρει την πίκρα των χαμένων ελπίδων του κάτω από έναν συνεχή κυνισμό. Ο Ζανούσι κριτικάρει βαθιά ένα κοινωνικό σύστημα που ευνοεί τον διανοητικό κομφορμισμό και τον ηθικό συμβιβασμό στην υπηρεσία μιας λαμπρής καριέρας. Καταγγέλλει τη διαφθορά και τη δειλία που γελοιοποιούν τις ανθρώπινες αξίες, μέσα από μία σκηνοθεσία διακριτική, που δίνει χώρο στις ανθρώπινες αντιπαραθέσεις και τους εξαιρετικά καλοδουλεμένους διαλόγους.
Όταν ο Jaroslaw ανακαλύπτει ότι ο Αναπληρωτής Πρύτανης έχει αντιγράψει το διδακτορικό του από το αντίστοιχο μιας άλλης χώρας και το εκμυστηρεύεται στον Jakub, αυτός γελώντας του λέει ότι το ήξερε από παλιά. Η ταινία ολοκληρώνεται με ολοκληρωτική καταστροφή του ιδεαλιστή Jaroslaw (ο χαμένος τα χάνει όλα) :
Ο προστατευόμενος φοιτητής χάνει το βραβείο, το οποίο πηγαίνει σε μια άσχημη φοιτήτρια ευνοούμενη του κόμματος(;), μεθά και αφού αρχίζει να τα σπάει συλλαμβάνεται από τις δυνάμεις ασφαλείας.
και ο Jakub κερδίζει και τον έρωτα μιας αγγλίδας φοιτήτριας, με την οποία είχε αρχίσει μια ερωτική σχέση ο Jaroslaw.
ΥΓ Αναζητήστε το είναι απλώς εκπληκτικό.
ΥΓ2 «…Polish film critic Michał Oleszczyk argues that «Camouflage» is perhaps one of the best Polish films of its time:
No Polish film can match «Camouflage» in terms of philosophical acumen. Zanussi showed the terrible effects of the rotten mentality of the meritocracy based on privilege and institutional affiliation. The issues, which after being run over by a steamroller, are only ruins of sense – that is absurd.
Our film critics lauded Zanussi’s film as a masterpiece. Dennis Grunes, author of «A Short Chronology of World Cinema», wrote that along «With Andrzej Wajda’s ‘Man of Marble’ (1977), ‘Camouflage’ helped found Poland’s ‘kino moralnego niepokoju – cinema of moral concern’. It did so sparklingly, delightfully»…»
http://culture.pl/en/work/camouflage-krzysztof-zanussi
1. Ευφυΐα θεωρείται η δυνατότητα του εγκεφάλου να σκέφτεται, να εκλογικεύει, να αντιλαμβάνεται αφηρημένες έννοιες, να λύνει προβλήματα και να μαθαίνει και κυρίως να κατανοεί και να προβλέπει (ελληνική βικιπαιδεια).
2. Όπως ένας-μια με υψηλή ευφυΐα βρίσκει διασυνδέσεις αρχικά μη συχετιζομενων πραγμάτων ή γεγονότων, έτσι και στην δημοκρατία (και σε άλλα συστήματα διακυβέρνησης που δοκιμάσθηκαν) οι πολύ καλά πληροφορημενοι και με ισχυρές διασυνδέσεις θα κερδίσουν αυτούς που νομίζουν ότι είναι ευφυείς, οδηγώντας το πλήθος προς την -εκάστοτε- επιθυμητή κατεύθυνση. Το όπλο απέναντι στους insiders είναι η άσκηση των ικανοτήτων κάθε νέου ανθρώπου να μαθαίνει και κυρίως να κατανοεί και να προβλέπει . Και αν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα των “αριστούχων” μέτριων τα τελευταία 40 έτη δεν παρέχει την ανάλογη παιδεία (δηλ. οι μαθητές να μαθαίνουν πως να μαθαίνουν διαρκώς) η ελληνική κοινωνία πρέπει να το κατανοήσει αμέσως και να το απαιτήσει.
3. Η επιβίωση της δημοκρατίας στις περισσότερες χώρες, με όλα τα προβλήματα που παγκοσμίως εμφανίζονται είναι -σχεδόν- νομοτελειακή. Πολλοί έχουν προφητεύσει το τέλος της ιστορίας, της δημοκρατίας, του πλανήτη, … αλλά διαψεύσθηκαν. Φαίνεται ότι ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας σύνεσης, χωρίς παγκόσμιους πολέμους τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Έστω και την ύστατη στιγμή, τουλάχιστον στην Ευρώπη, αρχίζουν να αλλάζουν οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμου που δεν οδηγούν πουθενά , αλλά μόνον στην συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρος του πλούτου από το άνω 1% το 1990, στο άνω 0.1% .
4. Η μεγάλη ανεργία είναι πρόβλημα δημοκρατίας. Οδηγεί σε περιθωριοποιηση, εγκληματικοτητα, επιθετικοτητα και ένταξη σε ακραία πολιτικά μορφώματα. H ανεργία στην χώρα μας ( παρόλο την μεiωση της τα τελευταία 4 έτη με μερική απασχόληση και κακοπληρωμενη πλήρη) δεν φαίνεται να επιλύεται ούτε έως το 2030.
5. Δεν υπάρχει άλλη χώρα που να σπουδάζει το 70-75% των αποφοίτων λυκείου. Οι μισοί τουλάχιστον απόφοιτοι αργά ή γρήγορα θα μεταναστευσουν. Αντιθέτως υπάρχουν θέσεις εργασίας που τα τελευταία 30 έτη προορίζονταν για τους οικονομικούς μετανάστες (τεχνίτες κάθε είδους, τεχνικοί, υπάλληλοι στον τουρισμό, κ.λπ.). Επίσης για τους ικανότερους-τολμηρότερους η αυτοαπασχοληση σε διάφορους τομείς (καινοτομία, αγροτική παραγωγή, τουρισμός, καλές τέχνες-πολιτισμός, υγεία-πρόνοια,…) είναι μια κάποια λύσις.
ΥΓ Ο Τζέρεμι Ρίφκιν ήταν προφητικός στο «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της» Η δύση του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού και το χάραμα της μετά την αγορά εποχής, Λιβάνης, 1996.
Στην εισαγωγή του βιβλίου γράφεται το εξής :
«….Υπερσύγχρονοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ρομπότ, τηλεπικοινωνίες και άλλες μορφές τεχνολογίας αιχμής αντικαθιστούν με τεράστια ταχύτητα τους ανθρώπους σε όλους τους τομείς
και τους κλάδους -από τη βιομηχανική παραγωγή, τη λιανική πώληση και τις
χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες μέχρι τις συγκοινωνίες, τη γεωργία και τον τομέα
της διακυβέρνησης.
[…]
Ο Ρίφκιν προτείνει να δώσουμε ένα τέλος στην αυταπάτη της επανεκπαίδευσης για
ανύπαρκτες εργασίες. Πιστεύει ότι πρέπει να προετοιμάσουμε τους θεσμούς και
τους εαυτούς μας για έναν κόσμο που περιθωριοποιεί τη μαζική απασχόληση στους
χώρους της παραγωγής και του μάρκετινγκ αγαθών και υπηρεσιών. Ο
επαναπροσδιορισμός του ρόλου του ατόμου σε μια κοινωνία η οποία δεν θα
προσφέρει σχεδόν καθόλου εργασία πιθανότατα θα αποτελέσει το πιο καυτό ζήτημα
στις δεκαετίες που έρχονται. Θα πρέπει να περιμένουμε μια νέα, μετά-την-αγορά
εποχή. Επιβάλλεται να επινοήσουμε καινούριες εναλλακτικές λύσεις στη θέση της
τυπικής, επίσημης απασχόλησης. Θα πρέπει να εφαρμοστούν νέες μέθοδοι
προσέγγισης όσον αφορά την παροχή εισοδήματος και την ενδυνάμωση της
αγοραστικής δύναμης. Θα χρειαστεί να στηριχτούμε περισσότερο στον
αναδυόμενο «τρίτο τομέα», για να βοηθήσουμε στην αποκατάσταση των κοινοτήτων
και τη δημιουργία ενός βιώσιμου πολιτισμού. Το τέλος της εργασίας θα μπορούσε
να σημαίνει το θάνατο του πολιτισμού όπως τον ξέρουμε ή την απαρχή μιας μεγάλης
κοινωνικής μεταμόρφωσης και την αναγέννηση του ανθρώπινου πνεύματος. »
Να προσθέσω οτι όταν έγραφε το βιβλίο, που εκδόθηκε το 1995, πρόβλεψε μόνον την τεχνολογική ανεργία (λόγω αυτοματοποιησης της βιομηχανικής παραγωγής και των υπηρεσιών) αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει την μετακίνηση κεφαλαίων στο χρηματοικονομικο τομέα και την «εκχώρηση» μεγαλου τμήματος της βιομηχανικής παράγωγης σε αναπτυσομενες χώρες που εξάγουν πλέον πολλά προϊόντα και υπηρεσίες (outsourcing) στις ανεπτυγμένες χωρες.
Η τεχνολογία αντικαθιστά τούς ανθρώπους, όμως ο τόπος παραγωγής από τις παραδοσιακές βιομηχανικές χώρες έχει μετατοπίσει -αρχικά- στις BRIC (Brazil, Russia, India and China), που αυξήθηκαν σε BRIICS ( South Africa και Indonesia).
Οι πρώην αποικίες (πολλές από αυτές με πολίτες μωαμεθανούς), υπό την μορφή των G20 -2050 δηλ. BRICS+M +Indonesia+ Nigeria+Turkey+Pakistan+Iran+…. καλυτέρα ….. θα αναγκάσουν τα δυτικά κράτη σε 20 έως 35 έτη, να μειώσουν το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών τους, το οποίο σε σημαντικό βαθμό οφειλόταν στην υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των «απολίτιστων» ιθαγενών.»
Όποτε ο αντουανετισμος 🙂 των εργαζομένων της Δύσης πρέπει να εγκαταλειφτεί ώστε να μπορέσουν να εργαστούν πάλι σε δουλείες που είναι «μόνον για οικονομικούς μετανάστες».
Στα καθ’ ημάς :
Να κοιτάμε μπροστά. Να δούμε τι θα κάνουμε με την ανάπτυξη της χώρας. Να κάνουμε κοινές επιχειρήσεις με τους ισχυρούς παίκτες του πλανήτη. Και όλα τα αλλά θα έρθουν με λίγη διπλωματική προσπάθεια…
Οι πρώην αποικίες των δυτικών χριστιανών, θα είναι στο G22 το 2050 δηλ. οι χώρες Indonesia, Nigeria,Turkey,Pakistan,Iran, Egypt ακόμη και το Bangladesh.
Η χώρα μας, που είναι η πύλη της ΕΕ και δεν συμμετείχε στους αποικιακούς πολέμους, μάλλον θα έχει καλλίτερη τύχη με τον μουσουλμανικό κόσμο, με τον οποίο (εκτός της Τουρκίας), ως εμπορικός και ναυτικός λαός (και με συμμετοχή στις κατασκευές στην Ανατολή (Σ. Αραβία, Ιράν, Ιράκ) και την Αφρική (Λιβύη, Νιγηρία), 1960-1990) έχει παραδοσιακές σχέσεις κατανόησης και φίλιας.
ΥΓ Economics in 2050 (τρις δολ. (τιμές 2006)
1 China 70,71
2 United States 38,514
3 India 37,668
4 Brazil 11,366
5 Mexico 9,34
6 Russia 8,58
7 Indonesia 7,01
8 Japan 6,677
9 United Kingdom 5,133
10 Germany 5,024
11 Nigeria 4,64
12 France 4,592
13 South Korea 4,083
14 Turkey 3,943
15 Vietnam 3,607
16 Canada 3,149
17 Pakistan 3,07
18 Philippines 3,01
19 Italy 2,95
20 Iran 2,663
21 Egypt 2,602
22 Bangladesh 1,466
Περισσότερες προβλέψεις για το 2025 και 2050 στο
http://www.theguardian.com/news/datablog/2011/jan/07/gdp-projections-china-us-uk-brazil
Αφού είστε τόσο ισοπεδωτικά εναντίον του υπάρχοντος πολιτειακού συστήματος, δηλαδή της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τι έχετε να προτείνετε ως εναλλακτική λύση; Μήπως ένα σύστημα που να προσομοιάζει στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, δηλαδή ένα είδος άμεσης δημοκρατίας, ή μήπως κάτι άλλο;
Σας ρωτάω γιατί βλέπω μια θεμελιώδη αντίφαση σε αυτά που γράφετε: από τη μία είστε υπέρ του “λαού” και κατά των “ελίτ”, δηλαδή παρουσιάζεστε ως ριζοσπαστικά δημοκρατικός. Επίσης, κάνετε και θετική αναφορά στην αρχαία ελληνική δημοκρατία. Από την άλλη όμως θεωρείτε ότι η δημοκρατία γενικώς είναι προορισμένη να αποτύχει διότι βασίζεται στους “πολλούς” (εδώ κάνετε αναφορά στον Ηράκλειτο). Πώς, λοιπόν, επικαλείστε τον “λαό”, δηλαδή του “πολλούς”, ενώ καταλήγετε να υπονοείτε ένας είδος ολιγαρχίας ή αριστοκρατίας;
Υπάρχει μια σύγχυση στο κείμενό σας. Το μόνο που είναι σαφές είναι ότι θέλετε να κάνετε κριτική στο υπάρχον σύστημα, αντλώντας επιχειρήματα από παντού. Αλλά η στάση σας απέναντι στην ίδια την έννοια της δημοκρατίας (είτε αρχαίας είτε μοντέρνας) είναι αμφίσημη και νομίζω ότι πρέπει να ξεκαθαριστεί. Γιατί στην περίπτωση που απορρίπτετε κάθε έννοια δημοκρατίας, τότε είναι σημαντικό να μας φανερώσετε – αν έχετε – τη δική σας πρόταση περί πολιτεύματος.
Με συγχωρείτε άλλα λόγω έλλειψης χρόνου δεν μπόρεσα να απαντήσω όπως θα ήθελα στα προηγούμενα σχόλια, ελπίζω σύντομα να καταφέρω να επανέλθω. Με το τελευταίο σας σχόλιο κ. Ράπτη νομίζω ότι συμπυκνώνετε κατά κάποιο τρόπο και ερωτήματα των προηγουμένων. Εν συντομία θα προσπαθήσω να σας απαντήσω.
Είναι εύλογο ότι σε ένα κείμενο δεν μπορούν να συμπεριληφθούν πολλά. Το θέμα που είχα να διαπραγματευθώ ήταν συγκεκριμένο και σε περιορισμένο χώρο μιας δημοσίευσης. ως εκ τούτου υπήρξα λιτός. Στον κόσμο των ιδεών, όποιος λέει ότι έχει απαντήσεις για όλα νομίζω ότι μπορεί να χαρακτηριστεί ποικιλοτρόπως. Εγώ ναι, κάνω κριτική στην δημοκρατία εν γένει, αλλά και στην σύγχρονη εκφυλισμένη μορφή της, την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αν λάβουμε δε υπόψιν την αρχαία ελληνική αντίληψη περί δημοκρατίας, τότε το υπάρχον σύστημα δεν είναι καν δημοκρατικό, αλλά ολιγαρχικό. Οπότε, η δημοκρατία στον σύγχρονο κόσμο είναι εκ προοιμίου μια φενάκη.
Το βασικό σχήμα που χρησιμοποίησα εδώ, εξ ου και οι ποικίλες αναφορές μου που σας φάνηκαν αντικρουόμενες, είναι η σχέση πολιτισμικού μοντέλου-πολιτεύματος. Κατά τη γνώμη μου, το υπάρχον πολιτισμικό μοντέλο, που έχει περάσει από το συλλογικό υποκείμενο στο ατομικό, δεν μπορεί δομικά να εξυπηρετηθεί και να στηριχθεί σε μια δημοκρατία. Η απουσία ενοποιητικού κοινωνικού προτάγματος θα οδηγήσει στην παταγώδη αποσύνθεσή του. Είναι αυτό ακριβώς που βιώνουμε σήμερα. Το πολιτισμικό μοντέλο όμως έχει ένα ατού: την τεχνολογία. Ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας του καταφέρνει να συσκοτίζει και να ξεγελά τους περισσότερους εξ ημών. Προς Θεού, δεν δαιμονοποιώ την τεχνολογία, αλλά την ιδεολογική της υφή στον σύγχρονο κόσμο. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι πάμε κάπου εξαιρετικά, ότι προοδεύουμε κλπ, αλλά τούτο έχει και τις σκοτεινές του πλευρές.
Στο κείμενό μου εδώ λέω αυτό ακριβώς. Η δημοκρατία θα οδηγήσει στην πτώση το υπάρχον σύστημα ή ακόμα και η επίφασή της. Μεγαλώνουμε σε ένα σύστημα στο οποίο η δημοκρατία είναι πανάκεια, διδάσκεται ως το υπέρτατο αγαθό. Γιατί; Μα γιατί εξυπηρετεί τους ισχυρούς. Κι ενώ όλοι βλέπουν στη ζωή τους το μέγεθος της επιρροής των ελίτ, συνεχίζουν να σιγοψιθυρίζουν το σχολικό παραμυθάκι περί της εξουσίας που πηγάζει από τον λαό. Καμμιά εξουσία δεν πηγάζει από τον λαό σε αυτό που ζούμε. Εξερχόμενος από την ζαλάδα αυτή, από την πίστη στον σοφό λαό που μου έμαθαν, άρχισα κάποια στιγμή να αντιμετωπίζω την πραγματικότητα όπως είναι.
Ο λαός λοιπόν δεν είναι σοφός κι ας τον αγαπώ. Εγώ προσωπικά έχω αυτή την αίσθηση της σύνδεσης με τον λαό μου, βιωματικά και όχι στα λόγια. Το ότι αγαπώ κάποιον όμως δεν σημαίνει ότι συμφωνώ σε ό,τι λέει και ό,τι κάνει. Μπορεί να θέλω το καλό κάποιου (μεγάλη συζήτηση φυσικά για το ποιο είναι το καλό) αλλά να συνειδητοποιώ ότι ο ίδιος δεν μπορεί να το προσεγγίσει. Έχοντας και εμπειρία από μαζικές δημοκρατικές διαδικασίες, αυτό που καταλαβαίνεις είναι ότι απλά δεν λειτουργούν, δεν φέρνουν τα θεμιτά αποτελέσματα. Το ζήτημα είναι ότι ειδικά σε περιόδους κρίσης που χρειάζεται ταχύτητα αποφάσεων, η δημοκρατία προάγει την αναποφασιστικότητα και την μετακύλιση ευθυνών.
Εν πάση περιπτώσει, η δική μου άποψη έχει να κάνει με το εξής: δεν είναι χρήσιμο το να είμαι δογματικά ταγμένος σε μια άποψη ή θέση όταν αυτή αποδεδειγμένα είναι ατελέσφορη. Τα πολιτεύματα και η κοινωνική ή οικονομική οργάνωση δεν μπορούν να είναι ιερά τοτέμ. Ανάλογα με τις συνθήκες αυτά μεταβάλλονται. Κι ετσι γίνεται στην ιστορία. Γενικά δεν πιστεύω στην ισότητα, πιστεύω στην διαφορετικότητα. Το δίκαιο δεν σημαίνει ίσο. Το δίκαιο είναι το ανάλογο. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως πρέπει να προχωρήσουμε σε ριζικές αλλαγές σε αυτό το σύστημα. Το πολίτευμα δεν είναι πρώτο στις προτεραιότητες. Έχω την αίσθηση πως το πολιτισμικό μοντέλο έρχεται πρώτο. Το πολίτευμα απλά θα εξυπηρετήσει τα προτάγματα αυτού του μοντέλου.
Το υπάρχον πολίτευμα υφίσταται στην δύση επειδή απλά εξυπηρετεί τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ. Εφόσον με ρωτάτε θα σας πω το εξής: οι ελίτ πάντα καθόριζαν τα πράγματα και όχι οι μάζες. Οι μάζες προσέφεραν απλώς την κοινωνική ισχύ που ήταν απαραίτητη για να επικρατήσουν και να εφαρμοστούν οι αλλαγές που προετοίμασαν οι ελίτ (το ίδιο συνέβη και στην Οκτωβριανή Επανάσταση επί παραδείγματι). Η μαζική ισχύς αυτή όμως είναι πρακτικά αδύνατον να αυτοκυβερνηθεί και να είναι αυτεξούσια κάθε δευτερόλεπτο, ειδικά στον σύγχρονο πολύπλοκο σημερινό κόσμο της επιστημονικής εξειδίκευσης.
Άρα, το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Υπάρχον πολιτισμικό μοντέλο και μια ελίτ που θα λειτουργεί υπέρ του συμφέροντος του λαού, καθώς η υπόστασή της η ιδεολογικά θα εδράζεται εκεί ή αλλαγή πολιτισμικού μοντέλου και δημοκρατικές διαδικασίες, σε άλλο πλαίσιο, σε κάποιο κοινοτικό μοντέλο ίσως, στο οποίο όμως η ιδεολογία η κοινωνική τρόπον τινά θα είναι κεντρομόλος και όχι φυγόκεντρος. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή θέτω το εξής ζήτημα, το ότι πολιτισμικό μοντέλο και πολίτευμα είναι μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Δηλαδή το ατομοκεντρικό πολιτισμικό σύστημα χρειάζεται μια πιο συγκεντρωτική δομή για να παράγει θετικά αποτελέσματα και αντίστοιχα ένα συλλογικό πολιτισμικό σύστημα μπορεί να εδραιωθεί σε ένα πολίτευμα με μεγαλύτερη διασπορά. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της παρούσας κριτικής μου. Κι αυτό είναι θέμα προς συζήτηση φυσικά.
Το κείμενό μου εδώ είναι ουσιαστικά πρόσκληση για σκέψη και παρατήρηση και πιθανώς διάλογο, αν αυτό είναι εφικτό.
Κλείνοντας να πω ότι από την ζωή και την εμπειρία της, επειδή ακριβώς ζούμε στο μοντέλο που ζούμε, βλέπουμε πολλές φορές πράξεις ανθρώπων που έχουν μεγάλο αντίκτυπο, και σε εμάς και την κοινωνία, ενώ αντίθετα πράξεις μαζικές που ζημιώνουν το σύνολο. Προσωπικά, μεταξύ ενός ηγέτη που λαμβάνει ορθές αποφάσεις και βελτιώνει τις κοινωνικές συνθήκες και μιας μαζικής διαδικασίας που οδηγεί την κοινωνία και την χώρα στην καταστροφή θα διάλεγα το δεύτερο. Η ιδέα μιας -ίσως πλατωνικής σε κάποιο βαθμό- πνευματικής αριστοκρατίας μπορεί να φαντάζει ουτοπία, δεν είναι όμως περισσότερο ουτοπία από μια δημοκρατία που βασίζεται στο ατομικό συμφέρον και μόνο και περιμένουμε να μας οδηγήσει σε κοινωνική δικαιοσύνη. Πάντως, η σχέση πολιτισμικού μοντέλου-πολιτεύματος, ίσως να άξιζε τον κόπο να αναλυθεί σε κάποιο άλλο κείμενο. Φαντάζομαι το μέλλον θα δείξει. Σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας και το ύφος σας. Δυστυχώς, οι περισσότεροι “δημοκράτες” προτίθενται να υβρίσουν και να επιτεθούν αντί να ακούσουν, υπερασπιζόμενοι προφανώς την ελευθερία. Να είστε καλά. Ελπίζω να κάλυψα κάποιες από τις απορίες όσων διάβασαν το κείμενο κι αν υπάρχουν και άλλες ευχαρίστως να τις συζητήσουμε.
ΥΓ. Επειδή δεν θέλω να παρεξηγηθώ, δεν υποστηρίζω ότι κατέχω την απόλυτη αλήθεια (θα ήμουν φαιδρός άλλωστε αν το έκανα). Απλώς αναζητώ έναν καλύτερο δρόμο, προσπαθώντας να βλέπω τα πράγματα όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμα και αντικειμενικά.
“Προσωπικά, μεταξύ ενός ηγέτη που λαμβάνει ορθές αποφάσεις και βελτιώνει τις κοινωνικές συνθήκες και μιας μαζικής διαδικασίας που οδηγεί την κοινωνία και την χώρα στην καταστροφή θα διάλεγα το πρώτο.”
Αυτή είναι η σωστή διατύπωση. Εκ παραδρομής στο άνωθεν σχόλιο εγράφη “θα διάλεγα το δεύτερο”. Ευχαριστώ.
Αφώτιστε Φιλέλληνα, είναι τρομερά ενδιαφέροντα αυτά τα ζητήματα που αναφέρεις, ειδικά το θέμα περί της εργασίας και του συσχετισμού με την τεχνολογική ανάπτυξη. Ακροθιγώς το άγγιξα κι εγώ στο προηγούμενο σχόλιό μου. Σε ευχαριστώ. Θα επανέλθω μόλις βρω χρόνο.
Ευχαριστώ για την προσοχή σας .
1. Το πρόβλημα θα εντοπίζεται κυρίως στις ΗΠΑ και στις 4 μεγάλες οικονομίες της Ε.Ε. (Γερμανία, Η.Β., Γαλλία και Ιταλία στο G10 σήμερα) που θα υποχωρήσουν στην κατάταξη λόγω της ανάδυσης των οικονομιών των χωρών που προανέφερα, έως το 2050.
2. Για την χώρα μας αφού το επίπεδο τεχνολογικής παράγωγης δεν είναι παραπλήσιο των προηγμένων τεχνολογικά χωρών, είναι λογικό να περιμένουμε αύξηση του ΑΕΠ περίπου 56% έως 80% από το 2020 έως το 2050, υποθέτοντας ετήσιο ρυθμό 1,5% έως 2,0%.
3. Αυτό που πρέπει να σκεφτούμε είναι η ορθολογικοτερη κατανομή του εργατικού δυναμικού, όπως ήδη έχω αναφέρει (με αλλαγή του δόγματος της εκπαίδευσης από την καλύτερη δυνατή για όλους στην καταλληλοτερη για τον καθένα/μια ξεχωριστά, δηλ. την στροφή προς την επαγγελματικη/τεχνολογική εκπαίδευση που μεσοπρόθεσμα πρέπει από 25% σήμερα να φθάσει το 50%). Οι σπουδές δεν θα γίνονται για στελέχωση σε σημαντικό βαθμό του ευρύτερου δημοσίου τομέα, αλλά και του ιδιωτικού, ενω το πλεοναζον δυναμικο ΑΕΙ-ουχων 🙂 θα αλλάζει έως και 7 επαγγέλματα εδώ ή στο εξωτερικό. Θέσεις εργασίας που τα τελευταία 30 έτη προορίζονταν για τους οικονομικούς μετανάστες θα εξυπηρετηθουν εντοπιως σε σημαντικό βαθμό.
Η αυτοαπασχοληση/επιχειρηματικοτητα σε διάφορους τομείς (καινοτομία, αγροτική παραγωγή, τουρισμός, καλές τέχνες-πολιτισμός, υγεία-πρόνοια,…) πολλές φορές θα είναι μια λύσις.
ΥΓ Για το σύνδρομο των ανώτατων σπουδών :
Ψηλαφίζω όχι πολύ γνωστά μου γνωστικά πεδία, όπως κοινωνικά σύνδρομα στέρησης (αναλφαβητισμος ανιόντων, σκληρές συνθήκες ζωής και εργασίας στην ύπαιθρο,…) φαινόμενα χρονικής υστέρησης, δηλ. αποφάσεις που στηρίζονται σε προ 30-ετιας δεδομένα για τα εκλεκτά επαγγέλματα (γιατρός, δικηγόρος μηχανικός,…)
Πολλοί λίγοι έχουν αναλύσει το αρρωστημένο δίπολο στην χώρα μετά το 1980 : μέτριες ικανότητες/ανεπαρκής προσπάθεια-ματαιωμένες υπερβολικές προσδοκίες.
Αυτό δημιουργεί μια διπολική κατάσταση συμπεριφοράς του λαού και του πολιτικού προσωπικού που το είδαμε την τελευταία δεκαετία.
Αυτέ υποδαυλιστηκαν από τις εκάστοτε κυβερνήσεις με χαλάρωση του προγράμματος σπουδών, την υπέρμετρη αύξηση της βαθμολογίας (οι λεγόμενοι “αριστούχοι” μέτριοι) , την εξάπλωση της παπαγαλίας,… εν ολίγοις της κατεδάφισης του πολύ αξιόλογου έως τότε 6-ταξιου Γυμνασίου που αν το τελείωνες με 14/20 είχες εφόδια για να μαθαίνεις δια βίου, ασχέτως αν σπουδαζες ή όχι. Πέρα από κάθε λογική, το 15% των αποφοίτων λυκείου που σπούδαζε σε ελληνικά ΑΕΙ/ΚΑΤΕ το 1973, έχει σήμερα πενταπλασιαστει. Δεν υπάρχει άλλη χώρα που να σπουδάζει (ή πιο σωστά να εισάγεται) το 70-75% των αποφοίτων λυκείου!
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο αυταπάτη, αλλά και ιδανικό. Και όχι άδικα. Και ιδανικό είναι αυτό στο οποίο προσπαθούμε να πάμε. Έγραψα αλλού: «Δεν υπάρχει αντίδοτο στο δηλητήριο της εξουσίας. Όλες οι καλές αξίες, η αγάπη, η αλήθεια, η δικαιοσύνη, η ειρήνη δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την εξουσία. Γι’ αυτό άλλωστε η δημοκρατία είναι ιδανικό, και όχι η βασιλεία ή η αριστοκρατία.»