[Ο πίνακας του εξωφύλου είναι έργο της εικαστικού Μαρίας Ξενούλη]
`
Η Μνήμη·
ολοκλήρωμα της απώλειας,
ασυνεχής στη συνέπειά της,
θυσιάζει…
Οι οιωνοί είναι επιφυλακτικοί.
Γνωρίζουν
ή
φοβούνται;
Στον βωμό,
δακτυλικοί εξάμετροι
συγκροτούνται σε χρησμό.
«Αναλώσιμα σφάγια
είσαστε όλοι·
το μεσημέρι οι κρεοπώλες,
δωρεάν θα σας μοιράζουνε»
μεταφράζω
και σκέφτομαι
τη διατίμηση της Ψυχής να προλάβω
στην αγορά.
`
****
Κάθε τρελλό παιδί έχει στο χέρι
φιλί της Παναγιάς κι ένα μαχαίρι» Ν. ΓΚΑΤΣΟΣ
Όταν λάμπει το φεγγάρι, το τρελλό παιδί
αφήνει το μαχαίρι και με το πρώτο αστέρι
που ανάβει παίζει.
Θυμώνει το μαχαίρι· κόβει φέτες το φεγγάρι,
στο σκοτάδι ρίχνει το παιδί και του δίνει
της νύχτας μαύρο περιστέρι.
Φοβάται το παιδί· διώχνει το πουλί,
ψάχνει να ‘βρει πάλι το μαχαίρι.
Βγαίνει νιο φεγγάρι…
σ’ όλα του ουρανού τα αστέρια φέγγει.
Τώρα το παιδί έχει στο χέρι χρυσό πεντόλιρο·
της μάνας του, της κυρα-Λένης, το φιλί.
`
****
«Πυροβόλησε!»
λέει η νύχτα
και αφήνει στο κομοδίνο
–
γεμάτο –
το δεκατετράστιχο – του Λαπαθιώτη –
περίστροφο.
Τι να κάνω;
Ομολογώ,
δοκίμασα κάποτε
του Βέρθερου το γιλέκο
αλλά δεν γράφω σονέτα…
`
****
«Καί χωρίς ἐσένα, ὑποχθόνια ἡ Ἄνοιξη προωθεῖ τά καρποφόρα της»
(Ο. ΕΛΥΤΗΣ, ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ, ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ GRÜNINGEN)
Και τι καρποφόρα, δίφορα και τρίφορα!
Αγκαλιές του μύρου,
ακύμαντες θάλασσες,
φλύαρες γοργόνες,
Αλέξανδροι και Μεγαλέξαντροι.
Είναι βαθύ το πράσινο.
Οι κήποι στα Μάγδαλα
γεμάτοι πουλιά
τα πιάνουμε χωρίς ξόβεργες.
Οι δασκάλες δεν έχουν άλλα γράμματα
να μάθουνε στα παιδιά·
μόνο η γιαγιά Μαγδάλω στο χωριό
μαθαίνει στα αγοροκόριτσα
τους εσπερινούς και τους ασπασμούς
της Αγάπης.
Εμείς εδώ, στα χαμηλά της λύπης σκαλοπάτια
που μάθαμε να ζούμε και χωρίς
– ανάβουμε ψηλά στα κάστρα
τις φωτιές του Αη Γιάννη του ριγανά – βοήθειά μας –
και γίνεται ταξίμι ο καημός ο αμίλητος
`
*****
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ
Λιγνός·
λιγόζωης αυγής χρώμα·
κλέφτης θλίψης από βροχής ματόκλαδο·
αμαρτωλός παρ’ όλες τις μετάνοιες
προσπέφτω και παρακαλάω τον Παντογνώστη
να μ’ αξιώσει της αγκαλιάς τον πλάτανο.
`
– Άμαθος είσαι, άπραγος, παιδί μου·
ζητάς το «αεί» δακρύζεις στο «νυν»,
δεν διαβάζεις στον καθρέφτη
το μυστικό του Άχραντου Φιλιού.
Καρφωμένο το ‘χουν εις τους αιώνας των αιώνων
πάνω στης τριανταφυλλιάς το ξύλο.
`
Σκύβω στου νερού τον καθρέφτη να δω·
– Μη σκύβεις!
Είναι κρύο!
Θα αρρωστήσεις.
Αχ! δεν νογάς από παραμύθι διόλου…
– Γιατί δάκρυσες γιαγιά· τι έχεις;
– Τίποτα… το τζάκι παιδί μου καπνίζει…
`
*****
ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΛΟΓΙΑ (απόσπασμα)
1.
Το φως!
Όσο το ξοδεύεις
τόσο σου χαρίζεται.
`
2.
Για την υγειά σου, νήστεψε!
Για το «καλό ταξίδι», πόντισε πανί!
Για χάρη Του, σαράντα νύχτες άγρυπνες κράτησε!
`
3.
Μόνο τον ίσκιο σου χάνεις
το μεσημέρι,
ποτέ τον δρόμο.
`
*****
Πούλησε
της Ανατολής ανατολές
και αγόρασε
σύννεφα της Δύσης
και ένα φανάρι για τον δρόμο.
Οι καιροί, προσκυνημένοι,
τον ξεγέλασαν.
Βρέθηκε πρόσφυγας με άδεια χέρια,
σκλάβος στου φόβου τα φίδια.
Μόνη του ελπίδα τώρα
στην πατρίδα,
στην αυλή του
την Ελεούσα Προσευχή
να αναπέμπψει
σε όλες του κόσμου τις γλώσσες.
`
*****
Η ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΙΦΝΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΤΗΣ ΠΑΛΛΑΔΟΣ.
Κάθ’ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς πρωίας ὁ συνάδελφος – ἔργῳ καὶ ὀνόματι – ποιητής, ῥοκάνιζε εἴς τινα ἀκτὴν τῆς νήσου Σίφνου, ἐντός τοῦ ἰδιωτικοῦ του ξυλουργείου, τὸ ὁποίον εἶχεν ἐξαιρετικὴν πρὸς τὸ Αἰγαῖον θέαν, θορυβωδῶς, στίχους… Καὶ δὲν με ἠνόχλει τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς ποιητὴς – καὶ ξυλουργὸς – ἐξετέλει τὸ κεκτημένον τῆς Δημιουργίας δικαίωμα, ἀλλὰ, ἐκεῖνος ὁ θόρυβος τοῦ ῥοκάνου, με ἀπέσπα – τὸν δυστυχῆ – ὁλοσχερῶς ἐκ τῆς βιοτικῆς μου μερίμνης· ἐὰν δὲ λάβωμεν ὐπ’ ὄψιν ὅτι, μία ἐσπέρα τοῦ ἀπωτέρου παρελθόντος μου ἐνέσκηψε πικρῶς δριμεῖα, δῆλον ὅτι, ἐπῆλθεν ὁλοσχερής ἡ καταστροφὴ τοῦ ὑπολειπομένου ἡμιστιχίου διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ προσφάτου ποιητικοῦ μου πονήματος.
Ὡς ἐκ τούτου, ἐλθὼν εἰς τὰ ἀκρότατα τῆς ὑπομονῆς μου ὅρια, ἀνεφώνησα:
-Διὰ τὶ μᾶς ῥοκανίζεις Ἐγγονόπουλε;
καὶ περαιτέρω:
-Πῶς θὰ δυνηθῶ ὁ τάλας νὰ συναρμολογήσω ἓξ μέτρα πλήρρως ὁμηρισμένα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐσύ, δόκιμος ὤν, ῥοκανίζεις ἀδιακόπως;
Καὶ ποία ἡ θέσις μου εἰς τὴν Μέλλουσαν Κρίσιν, ἄνευ τῆς δικαιολογίας «Ἀγνοῶ»;
Καὶ τότε ἐπετεύχθη γοητευτικὴ ὑπέρβασις!
Ἀναστὰς ὁ ποιητής, ἐνεδύθη πορφυροῦν ἱμάτιον καὶ φορῶν χρυσοῦν ὡρολόγιον ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ καρποῦ του, ἔλαβε τὸ ῥόκανον ὑπὸ μάλης καὶ κατῆλθεν εἰς τὰς τριόδους του Κλεινοῦ Ἄστεως, προκαλέσας ἀκατάσχετον καὶ ἀκατάληπτον διάρροιαν λόγων εἰς φιλοπράγμονα ὁδηγὸν τροχιοδρομικοῦ ὁχήματος μὲ ἀποτέλεσμα: τὰ μὲν θέατρα καὶ καμπαρὲ τοῦ λεγομένου ἱστορικοῦ κέντρου νὰ κλείσουν· τὰ δὲ καφῳδεία τῆς Κυψέλης, ὅπου καὶ διαμένω, νὰ μελωδήσουν τόσον
ἐπιτυχῶς τὰς παρηχήσεις μου, ὥστε ἡ κυρία Τερψιθέα – συνεργάτις μου ἀοιδός – θεία ἰδιοκτήτου τηλεοπτικοῦ – ὑπὸ πτώχευσιν – καναλιοῦ, υπὸ ἱερᾶς τηλε-πληξίας καταληφθεῖσα, νὰ σημειώσει τὴν ὑψηλωτέραν θέασιν τοῦ δεκαημέρου.
Τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη πολλὴ ἐργασία διὰ τὸ ἐγγονοπούλειον ῥόκανον καὶ διὰ τὰς κακεντρεχεῖς κρίσεις ὡρισμένων – διάβαζε Σπύρος Μελάς._
`
ΔΙΑ ΤΟ ΠΙΣΤΟΝ:
ΝΙΚΟΣ ΡΕΣΤΟΣ (ΤΗΣ ΓΝΩΣΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ)
ΕΚ ΚΥΨΕΛΗΣ ΟΡΜΩΜΕΝΟΣ
ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΑΣ
ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΩΣ ΦΙΛΟΠΑΙΓΜΩΝ
ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ











Οι καιροί, προσκυνημένοι,
δεν τον ξεγέλασαν
και γράφοντας στην κορυφαία
από του κόσμου γλώσσες,
μας κατακεραύνωσε πάλι,
ο ερασιτέχνης ποιητής Νίκος Τόμπρας.
Αποκρισις εις το :
Η ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΙΦΝΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΤΗΣ ΠΑΛΛΑΔΟΣ.
Σύντομος Βιογραφία του Ποιητού Kωνσταντίνου Kαβάφη
(και του καθενός μας – άλλωστε) Nίκος Εγγονόπουλος
…δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
K. KABAΦH H πόλις
νταλγκαδιασμένος και βαρύς
γυρνάει τα στενορρύμια
της πολιτείας της άχαρης
που τρώει τα σωθικά του
σ’ αυτήν εδώ γεννήθηκε
σ’ αυτή θε ν’ αποθάνη
εδώ πίκρες τον πότισαν κρουνηδόν
εδώ τον βασανίσαν
μόνος του
πίστεψε – φορές –
πως τη χαράν ευρήκε σπανίως
κάποτε θέλησε κι’ αυτός
κάπου μακρυά να φύγη
μα εκατέβη στο γιαλό
και δεν είχε καράβι
(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)
Βασίλισσα Νύχτα πάνω στο νησί
Αύγουστος.
Η νηστεία του λίγνεψε τις Παναγιές…
Το μικρό ναυτόπουλο καίει κερί
στη χάρη μιας ΕΛΠΙΔΑΣ τρεχαντήρας
Η Πατρίδα,ασπαίρουσα ,διαβάζει την ευχή!
Στίχοι ποιητικής κορύφωσης.
Αυτοί Κύριε
Φρόνιμοι είναι.
Προκαταβολή ή έπαθλο
Λίγο κρασί θα λάβουν
Και σήμερα αφού σχολάσουν.
Τους άλλους, Κύριε ,
Τους άτακτους, τους ρέμπελους
Να προσέχει η Χάρη σου
Σφύζουν οι φλέβες τους
-Κόκκινα ποτάμια-
Θυμωμένοι είναι.
Χρειάζεσαι οκάδες κρασί
Να τους χειραγωγήσεις, Κύριε
Κι εμένα, αξίωσέ με
Να κοιμηθώ απόψε
Κάτω από τον ίσκιο μου
Ήσυχος, Κύριε
( Από την πρώτη συλλογή
Και τώρα με την καινούργια συλλογή το γίνεται ουσιαστική παρουσία με λόγο πιο καλοδουλεμένο και πιο μεστή σκέψη που οδηγεί σε συναισθηματική ανασκόπηση τον αναγνώστη.
Nικο
εύχομαι η ευαισθησία που πλημιρίζει μέσα σου να βρεί διέξοδο σε πολλές πολλές εκδόσεις.
ΤΙ ΝΑ ΠΩ!Μ’ΕΧΕΙ ΣΥΝΕΠΑΡΕΙ Ο ΗΧΟΣ ΤΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ,ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ-ΠΟΙΗΤΗ-ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΕΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΟΦΙΑ ΖΩΗΣ,ΕΠΙΛΟΓΕΣ,ΒΙΩΜΑΤΑ,Μ’ΕΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ,ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ.Ο ALFONSO ΠΡΟΦΗΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ-ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΑΣ,LORCA Y LA LUNA,TO MA’I’O 1995.
NIKO EYXOMAI TO DUENDE ΝΑ ΜΗ Σ’ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΙ ΠΟΤΕ.ΚΑΛΟ ΔΡΟΜΟ,ΕΛΊΑ
Νίκος Τόμπρας…Ο μόνος άνθρωπος που γνωρίζω να έχει όντως προλάβει τη διατίμηση της ψυχής του… Καλοτάξιδη η νέα συλλογή.
Μορφοποιείς, εξαγνίζεις, με τη δική σου με τη δική ιδιότυπη αρμονία!
Βλέπεις μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι.
Ξεφλουδίζεις άγουρα και ώρημα φρούτα που τα σάρωσε ο άνεμος πριν τη καταιγίδα.
Πλαισιώνεις τον οργασμό της φύσης με κατάνυξη και νοσταλγική σύγκληση του Χθες του σήμερα και του άγνωστου Αύριο.
Αχνές φιγούρες μιας μυσταγωγίας που αφήνουν ανάμικτες σκέψεις.!
Νίκο, γνωριζόμαστε πολλά χρόνια! πάντα περιμένω να διαβάσω κάτι δικό σου για προσωπική μου ανάταση. Σε ευχαριστώ που μου δίνεις τέτοιες ευκαιρίες