`

Γράψαμε στο  ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ότι ο Χ. Σακελλαριάδης: «διαστρεβλώνει την προσωπικότητα του Καρυωτάκη. Τον παρουσιάζει ως κλασική περίπτωση ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας: εγωκεντρικό, μισάνθρωπο, αρρωστημένα φιλόδοξο, διπλή προσωπικότητα, αντιερωτικό και χωρίς ίχνος αυτοπεποίθησης. Τροφοδοτεί την κριτική με πλήθος τέτοιων βιογραφικών πληροφοριών επιβάλλοντας στην ουσία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης της ποίησής του».

Μια ανάγνωση, που επιβάλλει η γνώση περισσότερων στοιχείων για τη ζωή και τη δράση του ποιητή, η οποία δεν είναι νέα, δική μας, αλλά έχει διατυπωθεί από χρόνια ήδη. Όμως δεν παύει να υπάρχει ανάγκη αυτό να τεκμηριωθεί. Αν και συνήθως τέτοιου τύπου αναρτήσεις – δημοσιεύματα περιγράφουν το θέμα σε αδρές γραμμές και είναι κίνητρο για τον αναγνώστη να αναζητήσει επιπλέον πληροφορίες, θα εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο. Θα παρεκκλίνουμε λίγο από τον αρχικό μας προγραμματισμό και θα εξετάσουμε αναλυτικότερα τα βιογραφικά στοιχεία του ποιητή για να γνωρίσουμε καλύτερα τον Κώστα Καρυωτάκη, την ποίησή του και τη μοιραία επιλογή του. Έτσι θα καταλάβουμε και θα αξιολογήσουμε καλύτερα και τις προσεγγίσεις και ερμηνείες της ποίησης του Καρυωτάκη από τους κριτικούς μετά τη δεκαετία του 1930.
`

Στη σημερινή ανάρτηση θα εξετάσουμε αναλυτικότερα τη βιογραφία που συνέγραψε ο Χ. Σακελλαριάδης και αποτελούσε μέχρι πρόσφατα τη μοναδική πηγή άντλησης πληροφοριών για τη ζωή και τη δράση του ποιητή. Ως πηγή πληροφοριών για την προσωπικότητα του Κώστα Καρυωτάκη θα χρησιμοποιήσουμε και την επιφυλλίδα «Ο Καρυωτάκης φαρσέρ» του Νίκου Λαΐδη (1) στην εφημερίδα «Βραδυνή» (10/12/1931). Πολύτιμο βοήθημα στο έργο μας η μελέτη της καθηγήτριας του πανεπιστημίου Κρήτης Χ. Ντουνιά.
`

Χαρίλαος Σακελλαριάδης και Κώστας Καρυωτάκης γνωρίζονται στα φοιτητικά τους χρόνια. Λέει ο Χ.Σ. στην αρχή της πενηνταπεντασέλιδης βιογραφία του:

«Μπορώ να πω πως ήμουν ίσως ο μόνος που από τα φοιτητικά μας χρόνια έτυχε να συνδεθώ μʼ αυτόν με στενούς φιλικούς δεσμούς (…) κι έτσι τον γνώρισα όχι μόνο ως ποιητή, αλλά προ παντός ως άνθρωπο στις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της ψυχολογίας του και της ζωής του. Τόσο πολύ τα προσωπικά του συμβάντα είναι συνυφασμένα με τις ατομικές μου περιστάσεις, ώστε είναι σα να μιλάω για την ίδια μου ζωή, όταν μιλώ για ορισμένα επεισόδια της δικής του».
`

Εδώ ο Χ.Σ. που αυτοπροσδιορίζεται ως ο στενότερος φίλος του ποιητή, λέει μισές αλήθειες και μιλά ως παντογνώστης. Γνώρισε τον ποιητή, «στις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της ψυχολογίας του και της ζωής του»; Δεν τον γνωρίζει ως μαθητή, τον γνωρίζει ως φοιτητή. Από τον Οκτώβρη του 1920 ο Καρυωτάκης ζει διαδοχικά σε Θεσσαλονίκη, Σύρο, Άρτα και επικοινωνούν διʼ αλληλογραφίας και από το 1922 και μετά οπότε κολλάει σύφιλη οι σχέσεις τους είναι ελάχιστες. Το 1922 ο Χ.Σ. διορίζεται στη Δημητσάνα: «κι έτσι σε πολύ αραιά διαστήματα μπορούσαμε να βλεπόμαστε πια».
Ξανασυναντιούνται το 1925 οπότε ο Χ.Σ. έρχεται για διακοπές στην Αθήνα. Μάλιστα, από το 1923 μέχρι το 1925 μεσολαβούν δύο χρόνια σιωπής με ευθύνη του Χ.Σ. όπως επισημαίνει σε γράμμα με ημερομηνία 31/5/1925 ο Κ.Κ. προς τον Χ.Σ. Μετά συναντιούνται πάλι το καλοκαίρι του 1927 στη Δημητσάνα και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου ο Χ.Σ. παίρνει μετάθεση στην Αθήνα.
Αυτή την περίοδο ανταλλάσσουν 12 γράμματα στα οποία ο Καρυωτάκης υπαινικτικά αναφέρεται στην αλλαγή του φίλου του. Ελάχιστα συζητούν λογοτεχνικά, φιλολογικά θέματα. Όταν ξανασυναντιούνται αυτό που τους ενώνει είναι μόνο οι νεανικές αναμνήσεις. Ο ποιητής επισημαίνει την απόσταση των δύο φίλων με το ποίημά του «Ιστορία» που γράφτηκε την άνοιξη του 1925 και το αφιερώνει στον Χ.Σ.

`

[Η κριτική του Β. Ρώτα, περ. Ελληνικά Γράμματα, 1928]

`

Ο Χ.Σ. δε λέει όλη την αλήθεια και στην περίπτωση της σύγκρουσης του Καρυωτάκη με το περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα», για την οποία είχαν τελείως διαφορετική οπτική. Η δημοσίευση της κριτικής του Β. Ρώτα προκάλεσε την αντίδραση του ποιητή. Από την Πάτρα όπου βρίσκεται (Φλεβάρης 1928) στέλνει ένα απαντητικό σημείωμα στο περιοδικό το οποίο, σύμφωνα με την Χριστίνα Ντουνιά, είναι μάλλον ευγενικό αν συγκριθεί με το ύφος της κριτικής του Ρώτα, και συνεχίζει σε άλλο σημείο:

«Όταν ʽʼτο σημείωμα αυτόʼʼ φτάνει στα γραφεία του περιοδικού, δημιουργείται ένα μικρό πρόβλημα σχετικά με τη δημοσίευσή του. Είναι προφανές ότι προκαλεί τη δυσαρέσκεια της σύνταξης, η οποία ήθελε το ζήτημα να λήξει με διακανονισμό. Και τότε ʼʼο στενότερος φίλοςʼʼ του ποιητή όπως θα αυτοχαρακτηριστεί το 1938, έρχεται να παίξει έναν άχαρο ρόλο».

`

Προσπαθεί να μεσολαβήσει ώστε να μην επιμείνει ο Καρυωτάκης στη δημοσίευση της επιστολής του. Ο ίδιος παίρνει το μέρος της συντακτικής ομάδας, είναι συνεργάτης του περιοδικού και μάλιστα στο επιτελείο του περιοδικού (όπως λέει η κυρία Ντουνιά ο Χ.Σ. διακατέχεται από αίσθημα θαυμασμού τόσο για τον Φώτο Πολίτη όσο και για τον Γιάννη Αποστολάκη). Αυτή την ιδιότητα δεν την αναφέρει στη βιογραφία ο Χ.Σ. Την αποσιωπά. Λέει το εξής ενδεικτικό της άποψής του:

«Το Φεβρουάριο του 1928 ο κ. Ρώτας είχε γράψει στο περ. Ελληνικά Γράμματα μια όχι και τόσο ευνοϊκή κριτική για τα Ελεγεία και Σάτιρες στην οποία αμέσως έστειλε απάντηση ο Καρυωτάκης. Ο αρχισυντάκτης όμως του περιοδικού Γ.Ν. Πολίτης μου είπε να γράψω του φίλου μου πως αν ήθελε να δημοσιευθεί η απάντησή του θα συνοδευόταν από σχόλια ίσως κάπως δυσάρεστα γιʼ αυτόν, πράμα που έγινε κατόπιν ύστερʼ από την παραγγελία του Καρυωτάκη να δημοσιευθεί η επιστολή. Ο ίδιος έστειλε τότε μιαν άλλη, αρκετά καυτερή για τα Ελληνικά Γράμματα, επιστολή στη Νέα Εστία, δημιουργώντας έτσι δυσαρέσκειες μʼ ανθρώπους με τους οποίους δεν είχε άλλους λόγους να είναι ψυχραμένος» (2)
«Τελικά το σημείωμα δημοσιεύεται παραποιημένο και σχολιασμένο με τρόπο που δεν αρμόζει ʽʼσε κατά βάθος ευγενείς και καλούς ανθρώπουςʼʼ, σύμφωνα με τον μάλλον ειρωνικό χαρακτηρισμό του ποιητή. Την περιπέτεια του σημειώματος γνωρίζουμε από επιστολή διαμαρτυρίας που ο ίδιος στέλνει για δημοσίευση στη Νέα Εστία» (3)

`

Όπως επίσης ο Χ.Σ. δε λέει ότι με τον αρχισυντάκτη του περιοδικού τον συνδέει επαγγελματική σχέση. Διευθύνων στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, όπου ο Σακελλαριάδης είχε αποσπασθεί, ήταν ο Γ.Ν. Πολίτης. Τέλος, υπάρχει ένα σημείο στη βιογραφία που μοιάζει να θέλει ο Χ.Σ. να δικαιώσει (και) εκ των υστέρων την κριτική του Β. Ρώτα:

«ʼʼΑν τα τραγούδια του έχουν ειλικρίνεια, γιατί δεν αυτοκτονεί;ʼʼ Μούλεγε κάποιος λόγιος, πούχε γράψει δυσμενή κριτική για την τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη. Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο ποιητής λίγους μήνες αργότερα στην Πρέβεζα, με μια πιστολιά στην καρδιά του».

`
Την όλη στάση του Χ.Σ. η Χ. Ντουνιά την ερμηνεύει ως εξής:

«Αλλά αν ο Παράσχος εκφράζει έμπρακτα τη συμπαράστασή του στον Καρυωτάκη μέσα στη διάρκεια αυτής της πολύ κρίσιμης περιόδου, ο Σακκελλαριάδης δεν πράττει ανάλογα, εμποδισμένος από τις προσωπικές επιδιώξεις του, αλλά και από τις ιδεολογικές και αισθητικές επιλογές» (4)

`

`

Ας περάσουμε όμως και στα ειδικότερα σημεία της βιογραφίας που παρουσιάζει τον ποιητή ήδη από τα παιδικά του χρόνια, κατά τα οποία ο Χ.Σ. δεν τον γνωρίζει, να έχει προσωπικότητα προβληματική:

«Αναθρεμμένος αυστηρά, και με στενές επαρχιακές επιταγές, έζησε ως τα 17 του χρόνια περιορισμένος, χωρίς καμιά ελεύθερη εκδήλωση της φυσικής του ζωτικότητας. Λιγομίλητος και ντροπαλός κι ακόμα μικρόσωμος και χλωμός καθώς ήταν, προξενούσε σʼ όσους επιπόλαιη μόνον γνωριμία πρόκαναν να κάνουν μαζί του, την εντύπωση παιδιού μʼ ευφυΐα, όχι και τόσο εξαιρετική».

`
Αυτή η εικόνα είναι τελείως διαφορετική από τη μαρτυρία του ηθοποιού Α. Μινωτή όπως την καταγράφει ο Ν. Λαΐδης: «Ο ηθοποιός Αλέκος Μινωτής τον θυμάται μαθητή στα Χανιά, ένα ωραίο παιδί, ζωηρότατο, πρώτο στον καυγά και στον πετροπόλεμο. Ύστερα…» (5)

`

Συνεχίζει να περιγράφει μια προσωπικότητα προβληματική, με αστεία παραδείγματα και αδυναμία κατανόησης του φίλου του (και του χιούμορ του). Μάλιστα, τις όποιες πληροφορίες λέει ότι έχει για αυτή την περίοδο, είναι από το μικρότερο αδελφό του ποιητή:

«Για νʼ αποφύγει το ʽʼhorror vacuiʼʼ, τη φρίκη του κενού, αναγκάζεται να βρίσκει διαρκώς καινούριες απασχολήσεις, ενώ συγχρόνως η αδυναμία της προσαρμογής στην ασήμαντη καθημερινή ζωή, δημιουργεί μέσα του από τότε τα ψυχικά εκείνα συναισθήματα, που τόσο ζωηρά φανερώνονται στα τραγούδια του κατόπι (…) η αποκλειστική συγκέντρωση στον εαυτό του, η μισανθρωπία του κι η κάπως ασθενική του εμφάνιση, ήταν μια διαρκής αφορμή πειραγμάτων από μέρους των συμμαθητών του, με τους οποίους δεν είχε και τόσο μεγάλες σχέσεις (…)

Μολονότι δεν ήταν άρρωστος, ούτες σωματικά λειψός, σιγά-σιγά του δημιουργήθηκε το συναίσθημα της μειονεκτικότητας απέναντι των συνανθρώπων του, που του παρέμεινε ζωηρό πολλά χρόνια κατόπι. ʽʼΠώς ήθελα νάμουν σαν κι αυτόνεʼʼ, μούλεγε κάποτε στα φοιτητικά μας χρόνια, δείχνοντας μου σʼ ένα κοσμικό κέντρο κάποιον μεγαλόσωμο, με κορμοστασιά τέλειου άντρα. Θάμουν εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Ναι, επρόσθεσε σε λίγο, αλλά δε θάμουν ποιητής.
Θάταν μόλις 17 ετών όταν μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση (…) τον έκανε πιο πολύ μισάνθρωπο (…) μακριά από τους αντιπερισπασμούς του έρωτα, αφοσιώθηκε στη μελέτη και στην εργασία, προετοιμάζοντας τον εαυτό του για την επιτυχία. Γιατί συγχρόνως μια αχαλίνωτη φιλοδοξία άρχισε να φουντώνει μέσα του. Ήθελε αυτός ο παραπεταμένος κι αποτυχημένος της ζωής, να δείξει την πραγματική του αξία στο ʽʼαγοραίο πλήθοςʼʼ καθώς ονόμαζε τους συνανθρώπους του».

`

Όλα αυτά για τον «παραπεταμένο κι αποτυχημένο της ζωής» φίλο του αφορούν την εφηβεία κατά την οποία δεν τον γνώριζε. Φιλόδοξος ο ποιητής και αργότερα (λίγο πριν την πρώτη ποιητική συλλογή, αλλά και μετά. Η αναφορά στη φιλοδοξία είναι συχνή):

«Για τη δημοσίευση των τραγουδιών της περιόδου αυτής, που ο ίδιος δεν τα θεωρούσε και τόσο πετυχημένα, σοβαρό εμπόδιο στάθηκε η φιλοδοξία του νʼ αναδειχθεί καλός ποιητής, φιλοδοξία που ήταν γιʼ αυτόν πρωταρχική, κι ακοίμητη κρατιόταν ακόμα, και που αρκετά χρόνια κατόπι τον κυριαρχούσε».

`

Συνεχίζει όμως να είναι αδικαιολόγητα αυστηρός με τη νεανική ενασχόληση του Καρυωτάκη με την ποίηση και απαξιωτικός:

«Για την κατάλληλη διατύπωση της πηγαίας έμπνευσής του, παρουσιαζόταν τότε σʼ αυτόν σοβαρό εμπόδιο η έλλειψη από πλούτο φραστικό – αυτό παρατηρούμε και σε πολλά τραγούδια του γραμμένα κατόπι – και προ παντός οι ελάχιστες γνώσεις του πάνω στη δική μας και ιδίως στην ξένη λογοτεχνία.

Αυτή του όμως η άγνοια δεν τον εμπόδισε διόλου τότε να πει κι αυτός τη γνώμη του, απαντώντας σε μια φιλολογική συζήτηση του περιοδικού ʽʼΕλλάςʼʼ(…)».
`

Για την περίοδο των φοιτητικών χρόνων που είναι και η μόνη που έχουν στενή σχέση λέει ο Χ.Σ.:
«(…)κι εδώ τον πρώτο χρόνο των σπουδών εξακολουθεί την ίδια μονότονη και πληκτική ζωή που ζούσε στις επαρχίες (…)».
`

Τελείως διαφορετική εικόνα μας δίνει ο Ν. Λαΐδης στην επιφυλλίδα του:

«Ο Καρυωτάκης ήτανε την εποχή εκείνη – από πολύ πριν και πολύ μετά – φίλος αχώριστος με τον τότε φοιτητή της φιλολογίας και τώρα καθηγητή και εξαιρετικό λόγιο κ. Χαρίλαο Σ. Μαζί με τον αγαπημένο αυτό σύντροφό του σκαρώνανε γουστόζικες φάρσες σε κάποιο συμφοιτητή του κ. Χαρίλαου Σ., που ήταν ερωτευμένος με κάποια κοπέλα, κόρη καθηγητού. Τον έρωτα αυτόν τον ήξερε – και τον φθονούσε λιγάκι – όλη η φιλοσοφική σχολή. Διερμηνεύς της γενικής αγανακτήσεως και του φιλοσοφικού φθόνου γινόταν ο Χαρίλαος, που μαζί με τον Καρυωτάκη, ο οποίος επρόσφερε ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες του στην επινόηση αθώων φαρσών, εσκάρωναν διάφορες ʽʼκασκαρίκεςʼʼ στον ερωτευμένο φοιτητή. Η εκδίκησή τους συνίστατο στη σύνθεση θεληματικά ανοήτων ερωτικών στίχων που τους έστελναν για δημοσίευση στα τότε εκδιδόμενα εβδομαδιαία περιοδικά, στίχων αφιερωμένων στη δεσποινίδα (εσημείωναν τα αρχικά της) και με την υπογραφή του ερωτευμένου νέου. Μερικά από αυτά τα ανόητα ποιήματα είχαν δημοσιευθεί, άλλα όμως απερρίπτοντο και ο ερωτύλος ποιητής προετρέπετο στη στήλη της αλληλογραφίας ʽʼνα διαβάσει Έλληνας ποιητάς, για να μπορέσει μια μέρα να γράψει καλύτεραʼʼ. Κάποτε, ο ένας από τους δύο φαρσέρ επήγε αυτοπροσώπως στο λογιστήριο ενός περιοδικού για να δημοσιεύσει ʽʼεπί πληρωμήςʼʼ τους ερωτικούς στίχους που είχαν απορριφθεί στης αλληλογραφίας τη στήλη…».

`

Βέβαια, ο Χ.Σ. που δεν αναφέρει κάτι από τα προηγούμενα (αναφέρει άλλες φάρσες, υπάρχει αναφορά στη συνέχεια), παρουσιάζει τον τρόπο ζωής της φοιτητικής περιόδου ως αντίδραση ενός ιδιόρρυθμου και αντιερωτικού νέου:

«Γιʼ αυτούς ήταν ο ʽʼτρελόςʼʼ. Με τις πολλές του ιδιορρυθμίες, που θόλωναν στην αντίληψη του κοντόθωρου πλήθους τη λάμψη της ανώτερής του αξίας, απολάμβανε χαρούμενα και ξένοιαστα τη ζωή, κατρακυλώντας πολλές φορές σε κατήφορο φιλήδονης παραλυσίας, μα και γυρίζοντας απότομα κατόπι σε μια γαληνεμένη ζωή, σχεδόν ασκητική, αφήνοντας τον εαυτό του να παραδοθεί σʼ εκστατική ενατένιση και νοσταλγική γαλήνη που τόσο πολύ ταιριάζαν με τον πραγματικό του χαρακτήρα. Μʼ όλους αυτούς τους περισπασμούς, που σʼ αυτούς πρέπει να προσθέσουμε (…) κι αισθηματικές ασχολίες του, αν και οι τελευταίες δεν ήταν και τόσο πολλές».

`

Μια αίσθηση ειρωνείας που υπάρχει στο προηγούμενο απόσπασμα γίνεται εντονότερη:
«Το Γενάρη του 1919 παίρνει την άδεια του δικηγόρου και κρεμάει αμέσως στην πόρτα του σπιτιού, στην οδό Φαβιέρου, μια μεγάλη ταμπέλα ʽʼΚ.Γ. Καρυωτάκης Δικηγόροςʼʼ, που άδικα όμως περίμενε αρκετό καιρό εκεί κολλημένη».
`

Ιδιόρρυθμος και αργότερα χωρίς να κατονομάζονται οι ιδιορρυθμίες του:

«Στις εκδρομές αυτές έδειχνε μια εξαιρετική αντοχή, παρουσίαζε πολλές φορές ιδιορρυθμίες, που ξάφνιαζαν κάπως όσους πήγαιναν μαζί του»

`

Και σε άλλη αναφορά:

«(…) φανέρωνε έναν άνθρωπο τόσο διαφορετικό, ώστε όχι μονάχα με τις ιδιορρυθμίες του διακινδύνευε τη φήμη της αξίας του, αλλά και νόμιζες πως παρουσίαζε το φαινόμενο της διπλής προσωπικότητας».

`

`

Τον παρουσιάζει ασταθή στις επιλογές του και ανικανοποίητο χρησιμοποιώντας απόσπασμα από γράμματά του από το Ρέθυμνο το 1920. Για την περίοδο που ο Κ.Κ διορίζεται στη Θεσσαλονίκη τον παρουσιάζει πάλι ανικανοποίητο, αδύναμο, μοιρολάτρη και ενδεχομένως στιγμιαία διάθεση την παρουσιάζει ως μόνιμη συναισθηματική κατάσταση:
«Δε μένει όμως διόλου ευχαριστημένος εκεί και στα γράμματά του που μούστελνε πολύ τακτικά, γεμάτος κούραση και ανία, αρχίζει να κλαίει για την κακή του τύχη».
`

Πάλι φιλόδοξος και όχι αναγνωρισμένος:
«(…) παραπονιέται πως πολλοί από τους άλλους συναδέλφους του δεν τον βλέπουν με καλό μάτι, γιατί διορίστηκε με βαθμό μεγαλύτερο απʼ αυτούς, με παρακαλεί να φροντίσω όσο μπορώ κι εγώ μη τυχών τον υποβιβάσουν, γιατί και στην παραμικρότερη χειροτέρευση της θέσης του, είναι αποφασισμένος αμέσως να παραιτηθεί».
`

Μετά τη Θεσσαλονίκη, η Σύρος και μετά στην Άρτα και πάλι Αθήνα:
«η μονοτονία και η πληκτική ζωή που περνούσε εκεί, φαίνεται καθαρά στα γράμματά του»
Το ταξίδι στην Ευρώπη το 1924 και αργότερα στη Ρουμανία παρουσιάζονται ως σπάσιμο της μονοτονίας.
«Μετά την επιστροφή του όμως και πάλι παραδίνεται στη συνηθισμένη του πλήξη»
Πέρα από το ότι είναι θεμιτό να ταξιδεύει κανείς για λόγους αναψυχής, πολιτισμού κλπ. (συνηθισμένο στους διανοούμενος της εποχής), μήπως το ταξίδι στη Γερμανία συνδέεται με ιατρικούς λόγους;
Μόνο όταν έρχεται ο Χ.Σ. στην Αθήνα σπάει η μονοτονία του ποιητή (και πάλι ο ποιητής βιώνει μια αρρωστημένη κατάσταση):
«Με τον οριστικό τέλος ερχομό μου στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1927, φαίνεται να εξοστρακίζει για λίγο καιρό το μονότονο τρόπο της ζωής του (…)
Όμως αν τον πρόσεχε κανείς βαθύτερα, θάβρισκε πως μοιάζει του νέου Σπαρτιάτη που χαμογελούσε, ενώ στα στήθια του σπαράζονταν από τα νύχια του αγριμιού που είχε στον κόρφο του κρυμμένο
Πριν της ώρας του γερασμένος, περνούσε μια ζωή μηχανική, αναγκασμένος να εργάζεται σε δουλειά όλως διόλου ξένη προς τα βαθύτερες διαθέσεις του και την καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία».

Ζωή μηχανική και δουλειά ξένη σε μια περίοδο (1927) που ο ποιητής αναπτύσσει πλούσια συνδικαλιστική δράση και καταξιώνεται στη συνείδηση των συναδέλφων του. Βέβαια, ο Χ. Σ. αφιερώνει δύο σειρές σε αυτή τη δράση του ποιητή:
«η υπόληψη που είχε ως υπάλληλος ανάμεσα στους άλλους συναδέλφους του ήταν τέτοια, ώστε η ʽʼΕνωσις Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνώνʼʼ τον είχε εκλέξει γενικό της Γραμματέα».

`

Η εκλογή του οφείλεται στην υπόληψή του ως υπαλλήλου και όχι στη συνδικαλιστική του δράση και τον ενεργό ρόλο του στις απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων. Και σε άλλο σημείο τον παρουσιάζει ως καλό υπάλληλο, «υπόδειγμα εργατικότητας και ευσυνειδησίας» με προοπτικές. Όμως καθώς ήταν
«Ανίκανος για συμβιβασμούς και υποχωρήσεις ήρθε σε σύγκρουση με μερικούς ανωτέρους του που με κάθε τρόπο επιδίωξαν και κατάφεραν να τον εξοντώσουν».
`

`

Αυτή είναι η εξήγηση για τη σύγκρουση του Καρυωτάκη με τον παλαιοκομματισμό και τη διαφθορά. Τη σύγκρουσή του με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου για την πολιτική της και το ζήτημα των απαλλοτριώσεων για τους πρόσφυγες. Καμία αναφορά στο άρθρο του ποιητή «Ανάγκη Χρηστότητος».
Η συνδικαλιστική δράση του ποιητή (στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικά) μας έγινε γνωστή από τον Γ. Π. Σαββίδη (6) μετά τη μεταπολίτευση.
Το ταξίδι του στο Παρίσι λίγο πριν αυτοκτονήσει (πάλι τον διακατείχε κατά τον Χ.Σ. το αίσθημα του ανικανοποίητου) που σχετίζεται με την αρρώστια του (επισκέπτεται γιατρό) παρουσιάζεται ως ταξίδι αναψυχής.
Αποσιωπά τελείως την ασθένεια του ποιητή και δεν την παίρνει υπόψη στις κρίσεις που κάνει για την προσωπικότητα του ή ακόμη και τις στιγμιαίες διαθέσεις (θα μιλήσουμε αναλυτικά και για την αρρώστια):

«Η θανατοφιλία που είναι το κύριο χαρακτηριστικό της απαισιοδοξίας του και το σπουδαιότερο κίνητρο στην έμπνευσή του, φαίνεται καθαρά κι από το εξής. Την τρίτη συλλογή του έλεγε από το 1923 να την εκδώσει χωρίς τίτλο, με μια νεκροκεφαλή στο εξώφυλλο και δυο κόκκαλα ʽʼχιαστίʼʼ κάτω από αυτή και με την ακόλουθη λεζάντα:
με το μηδέν και το άπειρο
να συφιλιωθούμε»

`
Θανατόφιλος ο ποιητής και αυτό το τεκμήριο που προσκομίζει
… Η ασθένεια και η επίγνωση του αναπόφευκτου τέλους; Με αυτό δε χρειαζόταν ο ποιητής να συμφιλιωθεί μετά τη διάγνωση της νόσου;
Υπάρχουν διάσπαρτα συμπεράσματα χωρίς αντίστοιχη τεκμηρίωση και υποκειμενικές αξιολογήσεις για τις λογοτεχνικές προτιμήσεις και την καλλιέργεια του Καρυωτάκη. Λέει για παράδειγμα:
«Τα τραγούδια του Σολωμού πολύ κατόπιν άρχισαν να τον ευχαριστούν, κι απʼ αυτά όχι πάντα τα καλύτερα»
Ποια κατά Σακελλαριάδη είναι τα καλύτερα του Σολωμού και ποια άρεσαν έστω και αργά στον ποιητή;

`

Πολλά μπορούν να ειπωθούν και για τον τρόπο που περιγράφει τη σχέση του ποιητή με την Πολυδούρη (όπως η Χ. Ντουνιά λέει, ο Χ.Σ. δεν έτρεφε γιʼ αυτήν τα καλύτερα αισθήματα) αλλά και άλλα ζητήματα (δεδομένης της εύκολης διαδικτυακής πρόσβασης στην «Ανέμη» καθένας μπορεί να ανατρέξει εκεί και να έχει ιδία άποψη).
Επειδή στα πλαίσια αυτής της ανάρτησης δεν μπορούμε να επεκταθούμε άλλο θα την ολοκληρώσουμε με ένα ενδεικτικό περιστατικό που περιγράφει ο Ν. Λαΐδης:

`

`

«Είναι γνωστή η ιστορία που εσκάρωσε ο Καρυωτάκης στο ʽʼΝουμάʼʼ, όταν εξέδωκε το πρώτο του βιβλίο ʽʼΟ πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτωνʼʼ. Ο Καρυωτάκης είχε στείλει στο ʽʼΝουμάʼʼ δυο αντίτυπα του βιβλίου του κι ο ʽʼΝουμάςʼʼ ούτε καν τα ανάγγειλε στη στήλη των νέων εκδόσεων. Κι ο ποιητής, γιʼ αστεία βέβαια κι όχι στα σοβαρά, εκοινοποίησε στη διεύθυνση του περιοδικού μιαν ʽʼεξώδικον πρόσκλησιν μετά διαμαρτυρίαςʼʼ, και ζητούσε αποζημίωση γιατί ο ʽʼΝουμάςʼʼ αγνοώντας το βιβλίο του και μην αναγγέλνοντάς το, τον εζημίωνε ένα ποσό που ο Καρυωτάκης το καθόριζε κιόλας κατά τον τυπικό νομικό τρόπο».
`

Το ίδιο γεγονός ο Σακελλαριάδης το χρησιμοποιεί για να αποδείξει την ευθιξία και την υπέρμετρη φιλοδοξία του Καρυωτάκη:

«Κι όμως, αν απʼ όλα τα προσωπικά ψυχόρμητα η φιλοδοξία περισσότερο τον συγκινούσε (…)
Αλλά και δεν ανεχότανε να τον παραγνωρίσουν ή νʼ αθετήσουν υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει απέναντί του. Γιʼ αυτόν ακριβώς το λόγο την εποχή που τυπώθηκε η πρώτη του συλλογή κι ο ʽʼΝουμάςʼʼ δε δημοσίευσε τη σχετική γιʼ αυτόν αγγελία, σύμφωνα με τη δήλωσή του πως θʼ ανάγγελνε κάθε βιβλίο που θα τούστελναν ένα αντίτυπο –ο Καρυωτάκης είχε στείλει τρία- νευριασμένος έστειλε στο περιοδικό αυτό με δικαστικό κλητήρα εξώδικο πρόσκληση και ζητούσε νʼ αναγγείλουν απλώς την έκδοση ʽʼαποφεύγοντες σχόλια ειρωνικά ή άλλα και χωρίς να διαφαίνεται προσπάθεια προς μείωσιν εν τη συνειδήσει των αναγνωστών της αξίας του έργου μουʼʼ, καθώς έλεγε το έγγραφο. Ειδεμή, ζητούσε 350 δραχμές που ξόδεψε για το τύπωμα κι απειλούσε πως θα τις απαιτήσει δικαστικώς!».

`

Και στην παραπομπή συμπληρώνει:

«Δημοσιεύτηκε κι ολόκληρη στο ʽʼΝουμάʼʼ του 1919, σ. 218. Κατόπιν όμως όταν γνωρίστηκε με τους Ταγκόπουλους και έγινε συνεργάτης του ʽʼΝουμάʼʼ, φαίνεται πως μετάνιωσε για το θυμό του, κι έλεγε πως τόκανε για φάρσα. Επειδή τον ξέραν όλοι για μανιακό φαρσέρ, τον πιστέψαν κι έτσι για φάρσα γράφτηκε η ιστορία αυτή από τον Ταγκόπουλο (βλ. Περιοδικό Μ. Ελλ. Εγκυκλοπαιδείας, 19/8/1928. Τα ίδια γράφει και ο Νίκος Λαίδης (Βραδυνή 10.12.1931»
`

Γράφει τα ίδια ο Λαΐδης;

«Όταν εκδίδονται τα Άπαντα του Καρυωτάκη, ο Ταγκόπουλος έχει πεθάνει (1931) και ο Λαΐδης βρίσκεται στο Παρίσι, όπου έχει διαφύγει με πλαστό διαβατήριο κυνηγημένος από το καθεστώς του Μεταξά. Έτσι το επεισόδιο, παρά την αντίθετη εκφρασμένη βούληση του ίδιου του ποιητή, θα ενταχθεί χωρίς αντίλογο στο απόλυτο ερμηνευτικό σχήμα του Σακελλαριάδη. Γιατί αν ο Άγρας, που λίγο γνώριζε προσωπικά τον Καρυωτάκη, είναι προσεκτικός στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη ʽʼδιχασμένη φυσιογνωμία, το ʽʼμισογυνισμόʼʼ ή τη ʽʼμισανθρωπίαʼʼ του, ο Σακελλαριάδης υπερθεματίζει σε ανάλογες κρίσεις, ενώ δε διστάζει να αναφέρει επιλεκτικά ακόμα και γεγονότα που εκθέτουν τον ποιητή». (7)

`
Μια τελευταία παρατήρηση. Η διαχείριση των επιστολών από τους βιογράφους και μελετητές είναι ιδιαίτερα λεπτή υπόθεση. Ιδιαίτερα εκείνων που εμπεριέχουν το στοιχείο της οικειότητας ανάμεσα στους ανθρώπους που αλληλογραφούν, οπότε δεν υπάρχουν οι δεσμεύσεις της δημοσιότητας και με ευκολία μπορούν να εκφράσουν στιγμιαίες σκέψεις και συναισθήματα.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έχουμε ο Κ. Καρυωτάκης είναι ένας έξοχος φαρσέρ. Αυτό μαρτυρεί και ο Χ.Σ. και ο Ν.Λ., με μια τελείως διαφορετική οπτική.
Ο Σακελλαριάδης θεωρεί τις φάρσες ως εκδήλωση της απαισιοδοξίας του ποιητή:

«Πολύ θʼ απορήσουν (…) μαθαίνοντας ότι δε στάθηκε μονάχα διαλεχτός ποιητής, μα και μοναδικός farceur. Η απαισιόδοξη ιδιοσυγκρασία του, που τον έκανε να τα βλέπει όλα μαύρα, του δημιουργούσε την ανάγκη να εκδηλώνεται με διάφορες φάρσες στην καθημερινή του ζωή όπως ακριβώς στα τραγούδια του ξεσπούσε σε τραγική ειρωνεία»

`
Και αφού ολοκληρώσει την περιγραφή της προσωπικότητας του φίλου του ολοκληρώνει τη βιογραφία του:

«Αργά ή γρήγορα θάβρισκε μόνος του τη μόνη λύση που του απόμεινε, το θάνατο , που πάντα τον περίμενε σαν απολύτρωση πραγματική».

`

Ο Ν. Λαΐδης ολοκληρώνει τη σχετική ομότιτλη επιφυλλίδα του:

«Ίσως ίσως η αλήθεια να είναι ότι και το πνεύμα του κι η σαρξ ήταν πρόθυμη για όλα κι εκείνο που τον εσκότωσε να ήταν η μοίρα και μόνη, που τον εσφράγισε με μιαν αυθαίρετη βουλή, σε μια στιγμήν ελάχιστης αντιδράσεως. Πάντως, αλήθεια είναι ότι ο Καρυωτάκης δεν εγεννήθηκε και δεν έζησε με τη διάθεση που είχε μια στιγμή πριν από την τελειωτική βολή που έριξε κατά του κροτάφου του και της ποιήσεώς του, αλλά υπήρξε ένας ζωντανός άνθρωπος που ήξερε την αξία της χαράς της ζωής και που την είχε άλλοτε τραγουδήσει με την ορμή που αναβρύζει το νερό της Ιπποκρήνης

Χαρά η χαρά! Στα νέα χαρά
Παιδιά, κινούν ωραίοι
Μαύροι ληστές την κόρη Ζωή
Δεμένη νʼ αγαπήσουν…»
`

`

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
`

 1. Ψευδώνυμο, όπως και το Πωλ Νορ, του Νίκου Νικολαΐδη
2. Χ. Σακελλαριάδης «Ανέκδοτες επιστολές του Καρυωτάκη» στο αφιέρωμα στον Κ.Γ. Καρυωτάκη, Νέα Εστία (15.11.1971)
3. Χριστίνα Ντουνιά, «Κ.Γ. Καρυωτάκης – Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης», εκδόσεις «Καστανιώτη», σελ. 87
4.  Ό.π. σελ. 100
5.  Έτσι τελειώνει η επιφυλλίδα
6.  Γ.Π. Σαββίδης, «ο Καρυωτάκης δεν είχε πάει ακόμη στην Πρέβεζα…», «Το βήμα», 23 Ιουλίου 1978.
7. ΧΝ σελ 154-155