kritsin.BMP

Λάρισα, 20/04/2005

Άγγελοι από κέβλαρ*.

α΄
Στροβιλισμοί και άγγελοι από κέβλαρ
πετούν πάνω από σκοτεινές στέγες.
Μια λεπτή κόκκινη γραμμή
στην άκρη του δρόμου:
Είναι το αίμα μιας αόρατης πληγής.
Στρέφω το βλέμμα:
Ποιος είναι ο πληγωμένος;

β΄
Αργά , μεσʼ το λαιμό, του απογεύματος
φωνή αίματος ανέβαινε.
Τα σύννεφα κρεμόταν στον αέρα
σαν ακέφαλα ζώα .
Ένα αόρατο άροτρο
χαράζει ένα αυλάκι
απʼ το χώμα ως τα σύννεφα
και πάλι στο χώμα.
Χώμα . Και πρόσωπα από σκόνη.
Άνεμος θα τα στροβιλίσει.

γ΄

Το άλογο δεν είναι άλογο
γιατί έχει μάτια και φόβο.
Το φίδι είδε, σκοτεινό
να σέρνεται στο στήθος των πραγμάτων.
Άλογο με το φως της Σελήνης στα μάτια σου,
εσύ φωτίζεις τα σκοτεινά όντα της νύχτας.

* Συνθετικό υλικό για την κατασκευή αλεξίσφαιρων θωράκων.

δ΄
Φως της Σελήνης σε σπασμένα τζάμια .
Το βλέμμα κόβεται, αίμα τρέχει απ΄ τις ρωγμές.
Ήχος νυχιού σε σκουριασμένο μέταλλο
κομμάτια νύχτας που καίγονται
στόματα ανοιχτά μάτια.

Το πνεύμα αγωνίζεται να ελευθερωθεί
μέσα σʼ ένα βαρέλι φλεγόμενα σκουπίδια.

ε΄

Η χαμένη αστραπή του σώματός σου
ανάμεσα σε μέταλλα και καθρέφτες .
Πολλαπλασιάζεις τον εαυτό σου με τη μονάδα
γλιστράς πάνω στο χυμένο λάδι του χρόνου.
Τίποτα δε σε σταματά
παρά το στήθος ενός επιδέξιου εραστή
που πιέζει , καίει, λυτρώνει.

στ΄
Μικρές φωνές ακούγονται
όπως πουλιά που τυφλά φτεροκοπούν
πάνω σε τζάμια.
Το στήθος τύμπανο
που υπόκωφα ηχεί
καθώς αέρινα δάχτυλα το κρούουν.
Τα μάτια
δυο αερόστατα στο χάος.

ζ΄
Δρόμοι και σύννεφα
σαν δυο τεράστιοι μαγνήτες
έλκουν το σώμα μου.
Τότε γίνομαι ένα σάρκινο νήμα
που αιωρείται στο σύμπαν.
Τα μάτια μου καίγονται
από εκρήξεις αστεριών.

η΄
Επίδεσμοι ιώδους φωτός
τυλίγουν τα κινούμενα κρανία.
Κάποιος γελάει πνιχτά
πάνω απʼ τις στέγες.
Τα κρανία βιάζονται
κυματίζουν γρήγορα
προς τη αόρατη, θαμμένη όχθη.

θ΄
Το χώμα απλώνεται ως τον ορίζοντα
κάποτε γίνεται δρόμος κάποτε χωράφι.
Κάποτε υψώνονται όγκοι τσιμέντου ή μετάλλου.
Εκεί είναι οι τόποι των κρανίων
μιλούν , κινούνται, κραυγάζουν, αγνοούν.
Κάτω απʼ τον ήλιο ανθίζει για λίγο
το δέρμα τους.
Κάτω απʼ τη Σελήνη , τα μάτια τους
καίγονται,
κι ύστερα επιστρέφουν
στη χωμάτινη μήτρα.
Καινούργια αγγεία πρέπει να πλαστούν .

ι΄
(Όνειρο)
Μεγάλο τραπέζι χάνεται σε λευκό βάθος
πρόσωπα με επίσημα ενδύματα
κεριά και άνθη
γυναίκες που γελούν διαβολικά
και τρέμουν τα στήθη τους.
Πρόσωπα που σβήνουν
μέσα σε πολύχρωμους καπνούς.

_ Εσύ καλέ μου φίλε
πως βρέθηκες εδώ ;
Κι εσύ δεν πρόσεξες
κι έπεσες από τη σκάλα;
Εκείνος , μʼ ένα χλωμό χαμόγελο
αμίλητος , χάνεται στο βάθος.

ια΄
« Δρώντων και ού διʼ απαγγελίας».
Τότε αποφάσισα να δράσω:
Πήρα ένα σώμα και το μύρισα
μέχρι λιποθυμίας .
Γλιστρώντας
στον λείο μανδύα του δέρματός σου
πέφτω στις ξαφνικές παγίδες
του κορμιού σου.

ιβ΄
Μια μαύρη Μόνα Λίζα
μου χαμογελάει
μου δείχνει τα νύχια της , μʼ αγγίζει
βυθίζομαι στη σκοτεινή θάλασσα
του κορμιού της,
τα στήθη της δυο λόφοι από έβενο
λευκά μαργαριτάρια ρέουν στις κορφές τους.

ιγ΄
( Ο άλλος τόπος)
Παιδί της γης πως βρέθηκα εδώ
να περπατώ σε μαύρους δρόμους;
Έγχρωμες κραυγές με τυλίγουν
γκρίζες προσόψεις
και πρόσωπα από κερί
εξουσιάζουν, εξουσιάζουν, εξουσιάζουν .
Όταν γερνούν σβήνουν μόνοι τους
χορτασμένοι ανθρώπινο κρέας.

ιδ΄
Ποια είναι αυτή η Βαλκυρία του δρόμου
με σώμα κοφτερό σαν ξυράφι;
Ένα ασημένιο καρφί σκίζει τα χείλη της
μια μεταλλική ζώνη σφίγγει την κοιλιά της.
Αυτή ατάραχη, κανένα ίχνος πόνου
το σώμα της, είναι ο τόπος της δύναμης.

ιε΄
Κόκκινο κίτρινο και πάλι κόκκινο
λάμψη , φωτιά και άδεια μάτια.
Καθώς οι πέτρες και τα σίδερα πετούν
πιο ελαφρά κι από πουλιά
τα ανθρώπινα σώματα βαραίνουν και πέφτουν φλεγόμενα .

ιστ΄
Το σώμα γεμάτο κόκκινα μάτια
το στόμα άδειο από λέξεις
τα μάτια γίνονται νύχτα .
Το ποτάμι λειωμένη κόκκινη λάβα
στην όχθη του ένας δράκοντας
ακονίζει τα νύχια του.

ιζ΄
Οι Άγγελοι σκυθρωποί
ίσως με ένα υποδόριο χαμόγελο
τεράστια μάτια
γρήγορα βήματα
ανοιχτά στόματα.
Οι θεοί μορφάζουν αδιάφορα
οι κραυγές μας τους ενοχλούν.

ιη΄
Άσπρα μακριά μαλλιά
και βαμμένα χείλη.
Μια λάμψη παλιάς ομορφιάς
περιβάλλει το πρόσωπό της
το βλέμμα της
καρφωμένο στο δρόμο
σαν να γυρεύει
κάποια αόρατα πετράδια.

Ο Μινώταυρος στο βάθος του δρόμου χαμογελάει.

ιθ΄
Κυκλοδίωκτος ή όχι;
αυτή η ερώτηση γεννάει την ελευθερία μου κάποιος νοιώθει την ανάσα του θεού γύρω του,
o altra cosa.

κ΄
Κούκλες από σάρκα και οστά στέκονται ακίνητες στη βιτρίνα
τα εσώρουχα σφιχτά, χαράζουν την σάρκα τους αυτές όμως χαμογελούν σε αντίθεση με τις πλαστικές που είναι άλλωστε ένας αποτυχημένος ανθρωπομορφισμός.

κα΄
Αλλά το κέβλαρ είναι εδώ το υλικό για μια άλλη άτρωτη ανθρωπότητα χωρίς τις δονήσεις του έρωτα χωρίς τη θλίψη του αποχωρισμού χωρίς τη λάμψη του δειλινού πάνω στο νερό χωρίς το φεγγάρι να σου καίει το μυαλό.

κβ΄
Το πεζοδρόμιο υγρό
από τα δάκρυα των Αγγέλων. Τα δάχτυλα της βροχής με χαϊδεύουν ως το βάθος του λαιμού μου θυμίζουν εσένα καθώς έβγαινες από τη θάλασσα από τότε δε σʼ αφήνω να μʼ αγγίζεις με στεγνά χέρια θέλω να οξειδώνομαι μεσʼ τη δική σου υγρασία.

κγ΄
Καθώς κομμάτια ουρανού φλέγονται κάθε μέρα μόνο τα χείλη σου δροσίζουν το μέτωπό μου η ευωδία του σώματός σου πλέει γύρω μου σαν ένας αόρατος μαγικός μανδύας.

κδ΄
Πόρτες κρυστάλλινες παραμερίζουν καθώς πλησιάζω. Το πρόσωπό μου
διαγράφεται λίγο χλωμό
σε μια οθόνη.
Μια λάμψη από μηχανή αόρατου φωτογράφου.
Κάποιοι, κάπου αλλού γελάνε με τα λόγια που σου ψιθυρίζω.

Μια μέρα, η μυστική μου λάμψη θα τους τυφλώσει.
Μια μέρα θα πω κάτι που θα τους κάνει όλους στήλη άλατος.

κε΄
Απόψε έχει φεγγάρι στο λιμάνι το φως του κυματίζει και χύνεται στη θάλασσα.

Βαδίζουμε μαζί πλάι στα καράβια μερικά απʼ αυτά με πήραν μακριά σου.
Τώρα τα δάχτυλα μου πλέουν στον ωκεανό του κορμιού σου.

κστ΄
Πλοία φαντάσματα σίδερα σκουριασμένα και μέσα τους παγιδευμένα κορμιά. Διωγμένοι από παντού.
Πιο μαύρη η ψυχή τους απʼ το κορμί τους πιασμένοι στα δόντια του Μολώχ.

κζ΄
Πλάκες που γλιστρούν σκισμένες αφίσες και μουσικές του δρόμου.
Κορμιά συνωθούνται χωρίς να νοιώθονται τα βλέμματα δεν συναντιούνται.

κη΄
Μια νέα γυναίκα ξυπόλητη καπνίζει τσιγάρα με τα δυο της χέρια ένας τεράστιος Σκορπιός τρώει ανθρώπους.
Σε μια νοθευμένη ζυγαριά ζυγίζουν αίμα, το βρίσκουν λίγο.
Ο Υδροχόος πεθαίνει από δίψα κόκκινες φλόγες καίνε τις νότιες πόλεις ο Τοξότης έχει μια τρύπα στο στήθος.

κθ

Κάπου πίσω απʼ τα βουνά ένας πνιχτός θόρυβος ακούγεται ένας λεπτός καπνός αναδύεται σαν να καίγονται μικρά φρύγανα το απόγευμα φλέγεται.

λ΄
Βάδιζα σιωπηλός και ξαφνικά βρέθηκα στις όχθες
του ποταμού εκεί το χώμα υγραίνει και με μικρούς ήχους η λάσπη αγκαλιάζει τα παλιά μου υποδήματα, μέσʼ από κίτρινους θάμνους φωνές πουλιών λάμπουν στο απόγευμα.
Καθώς η ομίχλη αχνίζει πάνω απʼ το ποτάμι κάθομαι σʼ ένα κορμό δέντρου και περιμένω να με αναζητήσουν.

Τέλος.

Βιογραφικό σημείωμα:
Ονομάζομαι Θανάσης Κριτσινιώτης. Γεννήθηκα το 1959 στη Φαρκαδόνα Τρικάλων. Το 1983 αποφοίτησα από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, όπου έκανα σπουδές φιλοσοφίας, ψυχολογίας και θεατρολογίας. Τρία χρόνια από το ʽ85 μέχρι και το ʼ87 υπήρξα μεταπτυχιακός υπότροφος και υποψήφιος διδάκτορας φιλοσοφίας.
Το 1989 διορίζομαι στη μέση εκπαίδευση και υπηρετώ σε διάφορα γυμνάσια και λύκεια της Ελλάδας και ελληνικά σχολεία της Γερμανίας, όπου από το ʼ96 μέχρι το 2001, παρακολούθησα και συμμετείχα στην πλούσια θεατρική ζωή αυτής της χώρας. Τώρα ζω και εργάζομαι στη Λάρισα. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά.
Ασχολήθηκα με το φοιτητικό θέατρο. Ανεβάσαμε τα θεατρικά έργα: « Κομμάτια και θρύψαλα» του Γ. Σκούρτη και το «Δεν πληρώνω-δεν πληρώνω» του Ντάριο Φο κ.α. Από τότε ασχολούμαι με τη ποίηση και τη συγγραφή θεατρικών έργων. Ένα από αυτά « Ο Οδοκαθαριστής και οι άλλοι» , βραβεύτηκε το 2004 με το κρατικό βραβείο του υπουργείου πολιτισμού. Επίσης παρουσίασα σε θεατρικά αναλόγια στη Λάρισα τα έργα μου, « Τα σώματα λάμπουν στο σκοτάδι» (2007) και « Η Ιώ στους δρόμους» ( 2008).
Έχω δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές : « Το Σάρκινο Φασματοσκόπιο» έκδοση
Σύγχρονη Εποχή 1988 και « Τα Φύλλα των Ημερών» έκδοση Τραμ 1996.
Συνεργάζομαι με τα περιοδικά Μανδραγόρας, Άνευ, Ακτή και παραδίδω σεμινάρια για το θέατρο .
Με ενδιαφέρει η αρχαία Τραγωδία αλλά και τα σύγχρονα κοινωνικά θέματα.

Θανάσης Κριτσινιώτης