ΔΩΔΕΚΑΤΟ

  1. την μοναξιά δεν μπορείς να την γεμίσεις με ανθρώπους, γιατί η μοναξιά δεν είναι κενό, είναι εξόγκωμα.

 

  1. για κάθε εξόγκωμα μοναξιάς υπάρχει μια κοιλότητα λαγνείας

 

  1. η ταχύτητα που ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου μπροστά στην θάλασσα καθορίζει αν τα χέρια της θα σε πνίξουν ή θα σε σώσουν

 

  1. η ποίηση είναι μια θάλασσα που βουλιάζεις προς τα πάνω

 

  1. η θεοποίηση είναι ένα περιτύλιγμα που πουλάνε δωδεκάχρονα πακιστανάκια στην κάνιγγος. αν δεν θυμάσαι πως είναι η κάνιγγος μην τολμήσεις να πατήσεις.

 

  1. όταν κοιμόμαστε τις νύχτες, στις ντουλάπες μας κάνουν πάρτι οι αντιφάσεις της επόμενης μέρας

 

  1. από την άλλη, στο μαξιλάρι μας, κάνει πάρτι η ασάφεια του αληθινού μας εαυτού

 

  1. όταν πεθαίνουμε το σύνολο των ερωτικών σκέψεων που έχει παράξει ο εγκέφαλός μας, μεταφρασμένο σε μηχανική ενέργεια μπορεί να κινήσει την αλυσίδα ενός ποδηλάτου για μερικά δευτερόλεπτα.

 

  1. η απόσταση που θα διανύσει το ποδήλατο είναι η απόσταση μεταξύ του «έζησα» και του «έζησα παράφορα»

 

  1. τα τηλεσκόπια είναι το πιο έξυπνο κόλπο των αστεριών για να κοιτάν το μέσα μας

 

  1. το πιο πολύτιμο μέσα μας, κρύβεται στο εξόγκωμα της μοναξιάς μας

 

  1. στο χαρίζω

(Δεν είναι η εποχή των κερασιών, εκδόσεις Χαραμάδα, 2015)

 

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

 

ήχος πλάγιος του δευτέρου από το στηθοσκόπιο

 

 

σαν τι είμαι εδώ;

κατάκοιτος αέρας ξηµερώµατος

όνειρο απαρνημένο από τον ύπνο

που το εγκυμόνησε

 

αλήθεια

μιαν εξήγηση ολοστρόγγυλη δεν έχω να σου δώσω

 

ξεσκισμένος απ’ άκρη σ’ άκρη

κι όλο να χάνω το ραντεβού µου

στην κηδεία του θεού

 

ό, τι κι αν πω θα μοσχοβολάει σάπιο πορτοκάλι

 

στον φάρυγγα μια γεύση παραφλού

γιατί φοβάμαι πως θα σε παγώσω

όταν εξερευνητής των σωθικών σου

θα διοριστώ

 

παράτα με

στις πέντε το πρωί θα πάρω θέση

στη διπλανή αγέλη σκύλων

που ’χει για αρχηγό εκείνο το μπάσταρδο

µε τα τρία πόδια

 

όλη η Αθήνα θα’ ναι δικιά µου τότε

 

το αλύχτισμα µας:

ντεπόν

και σαν φεγγάρι

ντεπόν

και σαν καλημέρα στην άκρη του ολόφρεσκου γκρεμού

στα συσσίτια σήμερα μοίραζαν μπατζάκια

και πλάι από τα ολόρθα φορτηγά

νύμφες του κράτους

τα γάζωναν στους τυχερούς

 

κύριε ιατροδικαστή, από τι πέθανε η ελπίδα;

από αυτό που την τάισες, είπε

 

µία αγέλη τακτοποιεί τα άστρα

αυτή είναι η δουλειά της

κρατάει την ισορροπία του κόσμου

αλίμονο

αν ήξερε ο μπόγιας τη δύναμη του:

τις περιστροφές της γης θα βαλσάμωνε

 

θα σταμάταγε κι ο ελάχιστος ήχος

 

ο ήχος

 

ο ήχος

 

ο ήχος που κάνουν τα στήθη των νεαρών κοριτσιών

μεγαλώνοντας τα βράδια

αγνοώντας

τις εναλλαγές των πρωθυπουργών

το φουλάρισμα των νεκροτομείων

τις θλιµµένες μάνες

 

έτσι πάει

 

ταγμένος θα είμαι πια στο κοµµάτιασµα

του µπόγια

 

αρχηγέ; θα µου κόψεις το ένα πόδι;

αρχηγέ; θα µου µάθεις να ξεχνάω;

 

ό, τι γνώρισα

κι ακούµπησα

και έγδαρα

και µ’ έγδαρε, αρχηγέ

 

να σαπίσει τσιµεντωµένο στον βυθό των αναµνήσεων

 

κουτσός θα παρακολουθώ τη σήψη σαν ηλιοβασίλεµα

και σε ένα σύννεφο από πάνω, παιδιά θα παίζουνε κρυφτό ― ρε, προσοχή µη  σας δει ο κόσµος να µεγαλώνετε, θα σας ξεσκίσει

στο σύννεφο χωθείτε βαθύτερα παιδιά

παιδιά µου

 

συγγνώµη για όλα, παιδιά µου

 

[ κι αν είχα µείνει άνθρωπος:

 

έι, εσύ, µη θρηνείς κρυµµένη

είµαι αθάνατος

η τελευταία σου κουβέντα

στα πόδια µου πάνω

όταν αργοσβήνεις

θα είναι ένας

γλάρος

κατάµονος ]

 

(Πάσα Ανάσα (απόσπασμα), εκδόσεις Υποκείμενο, 2017)

 

ΚΑΝΟΝΑΣ

 

υπάρχουν

δύο ειδών

νύχτες

οι νύχτες

μακριά σου

και

οι μέρες

που γίνονται

νύχτες

μακριά σου

 

(Ανέκδοτο, 2015)

 

ΩΔΗ ΣΤΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΤΩΝ ΔΕΙΛΩΝ

 

ωθεέμου

αφήστε με ήσυχο

εγώ με τα εφτά ευρώ μου

μπορώ να γυρίσω

τον κόσμο ολόκληρο ·

μέσα στο ύπνο μου μπορώ να μένω ξύπνιος

να κρυφακούω τα νοήματα

που σκάνε δίπλα μου

σα πεθαμένα γιασεμάκια

 

αφήστε με

 

μπορώ στο κροτάλισμα

που κάνουν τα δόντια μου

 

την ώρα που κρυώνω

ή

την ώρα που φοβάμαι

 

να βλέπω

πως συνθλίβονται

οι γενιές

 

σε αυτήν απέναντι μου

μέσα στο μετρό

που ερμηνεύει

τις κουκκίδες

στο χάρτη του δικτύου

σαν αμπαρωμένη μουσική

μπορώ να δω

πόσα επιτέλους

μας χρωστάει ο έρωτας

 

αφήστε με

 

μου κολλάει η αυγή

στο πρόσωπο

κι ύστερα

όλη μέρα

για αντίκτυπο κουβαλάω

την αλητεία

του τίποτα

και τα εφτά ευρώ μου

(Ανέκδοτο, 2015)

 

Ο ΗΧΟΣ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ

Ι.

τους εργάτες

παρατηρώ
να στρώνουν ένα οδικό δίκτυο

με την πίσσα των τσιγάρων

που έχω καπνίσει

 

δικιά σου η αούτομπαν

 

ΙΙ.

σε αυτό το καθεστώς

φοβάμαι

πως από την πολλή την τρέλα

θα καταρρεύσω

στην ποίηση
κι έπειτα

με κάθε λέξη

που θα γράφω

θα σπάει

κι ένα δάκτυλο μου

 

 

ΙΙΙ.
μα, άκουσε με λίγο

 

κρίμα που δεν κοίταξε
τα έσω σου
ο Βιβάλντι

θα είχε κουραστεί

τρεις φορές λιγότερο
αρκούμενος

στον χειμώνα

 

ΙV.
με λεηλάτησες

 

 

(Ανέκδοτο, 2015)

 

ΜΙΚΡΑ ΑΤΙΤΛΑ

 

την αγαπούσε

τόσο πολύ

που τον έπιανε ασφυξία

στην ιδέα

ότι θα είναι μαζί

μόνο έως το τέλος

της ζωής τους

 

————————

 

τις Κυριακές

τα μεσημέρια

τα ραδιόφωνα

όλου του κόσμου

τα ελέγχει

ο πιο στεναχωρημένος βοηθός

του διαβόλου

 

————————

 

για πολλά χρόνια

νόμιζε

πως μπορούσες

να φορτώσεις ένα ολόκληρο σπίτι

σε ένα φέριμποτ

 

προχθές τα κατάφερε

πριονίζοντας λίγο

το παιδικό του δωμάτιο

 

————————

 

του είχαν πει

να μην τρώει τα νύχια του

γιατί θα γίνουν

μια μπάλα μέσα του

και θα τον πνίξει

 

τελικά

την ξέρασε την μπάλα

και έβαλε με αυτή

μία γκολάρα

που ξεσήκωσε όλο

το γήπεδο

(Ανέκδοτα)

 

Ώριμος ποιητής της εφευρετικότητας ενός Χιόνη, δροσερά δοσμένης μέσα από το φίλτρο προσωπικής ευαισθησίας. Ποιήματα που επιτυγχάνουν την αμεσότητα, προσόν σπάνιο παρά την κατακλυσμιαία, πλέον, πληροφορία των μέσων. Συναίσθημα, δυνατές εικόνες, έντονος γλωσσικός παλμός: δε χρειάζεται πολλά η ποίηση, ίσως γι’ αυτό να ‘ναι τόσο δυσεύρετη στην εποχή που ενδιαφέρεται μόνο να καταναλώσει.