Poesie di Niki MARANGÙ dall’ Antologia di Poesia Cipriota, Una foglia verde oro, Edizioni Argo 2013,Traduzione di Crescenzio Sangiglio

Sagra popolare a Mèniko

comuni vestiti
indossò e sgattaiolò via.
K.P. Kavafis, Il re Demetrio

Giorni come fine di sagra popolare
quando i merciaioli ormai insonnoliti
avvolgono i loro tendali
raccolgono la loro mercanzia
caricano i camion
e uno alla volta se ne vanno
le grandi stanze si svuotano
le strade la Piazza
e la chiesa che stasera
molti pellegrini ha conosciuto

Ad un tavolo stanno ancora bevendo e raccontano
accanto agli estemporanei forni
col klèftiko oftòn1
come gli inglesi avevano teso agguato al paese
ed uno riuscì a scappare e lʼaltro fu preso

Così vi sono momenti che si svuota la vita
in una strada marina
con una traccia di anima
e un desiderio scialbo
tanto da poter contenere solo parte della città
vicino alla grande Porta
da cui partivano i cristiani
che tenevano laboratori dentro le mura
poco prima del tramonto del sole.

1)È lʼagnello arrostito sul fuoco. È forse chiamato “klèftiko”forse perchè cucinato allʼaperto, sulla brace, senza molta preparazione della carne, vista il modo di vivere “improvvisato” dei “kleftes” di continuo inseguiti dai turchi.

Πανηγύρι στο Μένοικο

με ρούχα απλά
ντύθηκε γρήγορα και έφυγε.
Κ.Π.Καβάφης, «Ο βασιλεύς Δημήτριος»

Μέρες σαν το τέλος της πανήγυρης
που οι πραματευτάδες νυσταγμένοι πια
τυλίγουν τους μπερντέδες τους
μαζεύουν την πραμάτεια τους
φορτώνουν τα καμιόνια
κι ένας ένας φεύγουν
αδειάζουν οι μεγάλες κάμαρες
οι δρόμοι η Πλατεία
κι η εκκλησία που γνώρισε
πολλούς προσκυνητές απόψε

Σʼ ένα τραπέζι ακόμα πίνουν και διηγούνται
πλάι στους αυτοσχέδιους φούρνους
με το οφτόν το κλέφτικον
πώς έστησαν οι Εγγλέζοι ενέδρα στο χωριό
κι ο ένας ξέφυγε κι ο άλλος πιάστηκε

Έτσι αδειάζει ώρες ώρες η ζωή
σε δρόμο θαλασσινό
μʼ ένα ίχνος ψυχής
και μια αχνή επιθυμία
τόση που να χωρά μόνο μέρος της πόλης
κοντά στη μεγάλη πύλη
απʼ όπου έφευγαν οι χριστιανοί
που είχαν εργαστήρια μέσα στα τείχη
λίγο πριν απ΄ τη δύση του ήλιου.

Sul lungomare di Lemessòs

Un mare torbido a Lemessòs
e impercettibile
come se neve grigia fosse caduta
sui frangiflutti e sul molo
e sulla vecchia casa
con la scala laterale e le botteghe

addormentata sulle foglie dellʼimenocalo

È unʼaltra cosa però il mare
così come ti si abbandona
così come ti trascina
così come ti si estende al di là degli eucalipti
carico di oleandri legno marcio terme marine
unʼaltra cosa il mare
così come penetra nella città galoppando agli angoli
si arrampica sui terrazzi
sʼimpiglia alle farmacie
arriva fino ai tribunali
con sè trascinando carene ed aquiloni
un odore di carrubo
ruggine baci naufragi
per riportarmi ogni mattino
alla mia vera destinazione

Στην παραλία της Λεμεσού

Στη Λεμεσό μια θάλασσα θολή
κι αδιόρατη σα νά ʼπεσε γκρίζο χιόνι
στους κυματοθραύστες και στην προκυμαία
και στο παλιό το σπίτι
με την πλαϊνή τη σκάλα και τα εμπορικά
κοιμισμένο στα φύλλα του υμενόκαλου

Όμως είναι άλλο πράγμα η θάλασσα
έτσι που σου αφήνεται
έτσι που σε σέρνει
έτσι που σου απλώνεται πέρα από τους ευκάλυπτους
φορτωμένη αροδάφνες σάπιο ξύλο θαλασσινά λουτρά
άλλο πράγμα η θάλασσα
έτσι που εισχωρεί στην πόλη καλπάζοντας στις γωνιές
σκαρφαλώνει στις ταράτσες
μπλέκεται στα φαρμακεία
φτάνει στα δικαστήρια
σέρνοντας μαζί της καρίνες και χαρταετούς
μια μυρωδιά από χαρούπια
σκουριά φιλιά ναυάγια
για να με ξαναφέρνει κάθε πρωί
στον αληθινό μου προορισμό

*

Dopo la tempesta

Hanno pregato alla Madonna della Cava
e al tempio del Salvatore a Beirut
per salvarli dalla tempesta
e così sono sbarcati a Famagosta
Piedro ancora stordito dalle onde
si appoggiò sul leone di pietra
-Non toccarlo, gli disse il cammelliere
tiene in bocca draghi imprigionati
offrendogli un fermaglio
con la ruota di Santa Caterina
dalla prigione a Salamina.

Μετά την τρικυμία

Προσευχήθηκαν στην Μαντόνα ντε Λα Κάβα
και στο Ιερό του Σωτήρος της Βηρυτού
να τους γλυτώσει από την τρικυμία
κι έτσι ξεμπάρκαραν στη Φαμαγκούστα
ο Πιέδρο ακούμπησε στο πέτρινο λιοντάρι
ζαλισμένος ακόμα από τα κύματα
–Μην το αγγίζεις, του είπε ο καμηλιέρης
έχει στο σώμα του φυλακισμένους δράκους
και τού ΄δωσε μια περόνη
με τον τροχό της Αγίας Αικατερίνης
από τη φυλακή της στη Σαλαμίνα.

*

Il carrubo nel Google

La stanza col pavimento in terra
era la più calda,
portava acqua alla zia
per annaffiarla e pulirla.
Tutte le sere
passava in rassegna la casa e il giardino,
ricordava perfino i buchi dei chiodi sul muro.
Entrava in tutte le case a Vassili,
contava i passi fino a Kanakarià
gironzolava nei villaggi intorno.
Allorchè vide nel Google Earth il carrubo
dove dodicenne lasciava il trattore
e correva
dapprima verso il cespuglio di lentisco
e poi verso il mare
per non bruciarsi i piedi
pianse lacrime amare.

Η χαρουπιά στο Google

Το δωμάτιο που είχε χωματένιο πάτωμα
ήταν το πιο ζεστό,
παρακολουθούσε τη θεία να το ραντίζει
και να το σκουπίζει.
Κάθε βράδυ
περιδιάβαζε το σπίτι και τον κήπο,
θυμόταν ακόμα και τις τρύπες από τα καρφιά
στον τοίχο.
Έμπαινε σʼ όλα τα σπίτια στο Βασίλι,
μετρούσε τα βήματα μέχρι την Κανακαριά
τριγύριζε στα γύρω χωριά.
Όταν είδε στο Google Earth την χαρουπιά
όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος
και έτρεχε
πρώτα στo θάμνο με τα σκίνα
και μετά στη θάλασσα
για να μην κάψει τα πόδια του
έκλαψε πικρά.

*

Le donne a Bucarest

A Bucarest esiste
una segreta e potentissima organizzazione di donne
che portano fazzolettoni in testa e calzettoni,
e di solito tengono in mano una busta di nailon.
Spazzano le chiese,
vendono ceri,
danno da mangiare ai cani randagi,
stappano la bottiglia di vino del passante
e ogni giorno chiacchierano con
Brancoveanu
e sua figlia Safta.
Le spolverano il vestito
prima di cominciare il lamento per i loro quattro
figli
e rimettono a posto la perla
caduta
dal collare.
Si concentrano sul loro ricamo,
malgrado che nè gli occhi nè lʼilluminazione
le siano di aiuto
e si danno daffare affinchè il sole spunti nellʼora
giusta
ogni giorno.

Οι γυναίκες στο Βουκουρέστι

Στο Βουκουρέστι υπάρχει
μια πανίσχυρη και μυστική οργάνωση γυναικών
με μαντίλες και χοντρές κάλτσες,
που συνήθως κρατούν μια πλαστική σακούλα.
Σκουπίζουν τις εκκλησίες,
πουλούν κεριά,
ταΐζουν τα αδέσποτα σκυλιά,
ανοίγουν το μπουκάλι του κρασιού του παροδίτη
και κουβεντιάζουν καθημερινά με τον
Μπρανκοβεάνου και την κόρη του Σάφτα.
Ξεσκονίζουν το ένδυμα της
πριν πιάσουν το θρήνο για τους τέσσερεις
τους γιούς
και βάζουν το μαργαριτάρι που έπεσε από το
περιδέραιο στη θέση του.
Συγκεντρώνονται στο εργόχειρό τους,
παρόλο που ούτε τα μάτια, ούτε ο φωτισμός τις
βοηθούν
και φροντίζουν να ανατέλλει ο ήλιος στη σωστή
ώρα
κάθε μέρα.

*

Giardini notturni

E i cavalli farti passare
dalla Porta attraverso fontane,
giardini notturni,
ninfee, giacinti,
mele dellʼEsperia.
E la luce travolgere ogni cosa,
tu però insisti ad attraversare i penetrali,
tenebrosi, silenziosi.

Κήποι νυχτερινοί

Να σε αφήνουν τα άλογα στην Πύλη
να περνάς από σιντριβάνια,
κήπους νυχτερινούς,
νούφαρα, υάκινθους,
μήλα των Εσπερίδων.
Το φως τα ανατρέπει όλα,
αλλά εσύ επιμένεις να διασχίζεις τα άδυτα,
τα σκοτεινά, τα αμίλητα

*

Di ritorno

Di ritorno
passo a passo
sul selciato
del vecchio manoscritto
attendo il solito miracolo
diligentemente nascosto
a pagina 25.
Sotto la pioggia luccicano le logore lastre,
le barche scendono e risalgono il Bosforo
e lʼamore mi appare oramai
una questione remota.
Continuo dunque la lettura.

Επιστρέφοντας

Επιστρέφοντας
βήμα βήμα
στο καλντερίμι
του παλιού χειρογράφου
περιμένω το σύνηθες θαύμα
που είναι κρυμμένο με επιμέλεια
στην 25η σελίδα.
Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,
οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο
και ο έρωτας μου φαίνεται
υπόθεση πια μακρινή.
Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.

*

Nel cortile di San Lazzaro

Eppure il riso risonava
nel cortile di San Lazzaro
mentre camminavamo nella strada deserta
prima di cena.
Stavi parlando del salone
dove per la prima volta sʼudì il compianto
per Alessandro
ti stavo dicendo dello sguardo che avevo gettato
allʼaltro mondo
dietro le gabbie coi falchi
e le civette
dove un biodo sfiorava lʼaltro,
volgari gabbie
fatte di canne delle paludi del sud
alla meno peggio legate con uno spago
come il filo che lega le nostre vite.
Si apprestavano al grande viaggio le anime
sulle coste della Siria, a Petra, a Gerico,
itinerari di Strabone, di Tolomeo,
per giungere sul far della sera
alla Porta dei Leoni.
Ricordi la civetta che piangeva lì
sempre la sera, alla stessa ora?

ott. 1993

Στην αυλή του Αγίου Λαζάρου

Κι όμως το γέλιο αντηχούσε
στην αυλή του Αγίου Λαζάρου
καθώς περπατούσαμε στον άδειο δρόμο
πριν από το δείπνο.
Μιλούσες για την αίθουσα
όπου πρωτακούστηκαν οι θρήνοι
για τον Αλέξανδρο
σου ʼλεγα για τη ματιά που έριξα
στον άλλο κόσμο
πίσω από τα κλουβιά με τα γεράκια
και τις κουκουβάγιες
όπου το ένα ψαθί άγγιζε τʼ άλλο,
ευτελή κλουβιά
καμωμένα με καλάμια από τα έλη του νότου
δεμένα πρόχειρα με νήμα
νήμα όπως αυτό που ενώνει τις ζωές μας.
Οι ψυχές ετοιμάζονταν για το μεγάλο ταξίδι
στις ακτές της Συρίας, στην Πέτρα, την Ιεριχώ,
δρόμοι του Στράβωνα, του Πτολεμαίου,
για να φτάσουν σούρουπο
στην Πύλη των Λεόντων.
Τη θυμάσαι την κουκουβάγια που έκλαιγε, εκεί
πάντα το βράδυ, ίδια ώρα;

Οκτ. 1993

*

Con la tua umida vita

Con la tua umida vita
attaccaticcia fra le tue gambe
che non ti lascia
apprestare il patrocinio
la tua partenza interiore verso il sud
lʼuomo che siede sotto lʼalbero nudo
da tre anni e non vede nulla
nè il legno che spinge la terra verso lʼalto
nè i tanti tuoi crucci
fino a che ti facesti piccola e insignificante
spossata assetata
sola
a vagare nelle campagne in fiore
e nei tuoi esigui cieli bizantini
con le nuvolette gialle sopra disegnate.

Jalussa, primavera 1974

Με την υγρή ζωή σου

Με την υγρή ζωή σου
να σου κολλά ανάμεσα στα πόδια
και να μη σʼ αφήνει
να ετοιμαστείς για τη συνηγορία
την εσωτερική σου αναχώρηση για το νότο
ο άντρας που κάθεται κάτω απʼ το γυμνό δέντρο
για τρία χρόνια και δεν βλέπει τίποτα
ούτε το ξύλο που σπρώχνει το χώμα προς τα πάνω
ούτε τους πολλούς τους οικτιρμούς σου
μέχρι που έγινες μικρή και ασήμαντη
κουρασμένη διψασμένη
μόνη
να πλανιέσαι μες στους ανθισμένους κάμπους
και τους μικρούς βυζαντινούς σου ουρανούς
με κίτρινα σχεδιασμένα συννεφάκια

Γιαλούσα, άνοιξη 1974

*

Santi Quaranta a Kirklar Tekè

Nel Tekè
cʼera un ombroso cortile
un giardino con un mandorlo
un melograno e un fico
per dar da mangiare ai fedeli
e un vecchio pozzo
con acqua.
I dervisci erano quaranta
38 turchi e 2 greci.
Lì erano sepolti anche i
Quaranta martiri di Sevàstia,
Santi alamani
venuti dalla Palestina.
Alla festa del 9 marzo
cristiani e musulmani si raccoglievano
a festeggiare insieme.

Άγιου Σαράντα Kirklar Tekkè

Στον Τεκκέ
υπήρχε μια σκιερή αυλή
ένα περιβόλι με αμυγδαλιά
ροδιά και συκιά
για να τρώνε οι πιστοί
κι ένα αρχαίο πηγάδι
με νερό.
Οι δερβίσηδες ήταν σαράντα
38 Τούρκοι και 2 Έλληνες.
Εκεί ήταν θαμμένοι και οι
Τεσσαράκοντες μάρτυρες της Σεβάστειας,
αλαμάνοι Άγιοι,
που ήρθαν από την Παλαιστίνη.
Στο πανηγύρι στις 9 Μαρτίου
μαζεύονταν χριστιανοί και οθωμανοί
και γιόρταζαν μαζί.

 

 

 

 

********************************************

 

Πάνω από τριάντα χρόνια η Νίκη Μαραγκού (1948-2013), όπως η ίδια έγραψε στην ιστοσελίδα της, «κεντάει την ελληνική πεζογραφία με τα μικρά της κομψοτεχνήματα». Γεννήθηκε στη Λεμεσό με πατέρα από την Αμμόχωστο και μητέρα από την Κοζάνη. Αυτό «μεγάλωσε τον ελληνικό μου ορίζοντα», όπως εξομολογείται. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Βερολίνο και γύρισε στη Λευκωσία «για να ασχοληθεί με χίλια δυο πράγματα. Η κεραμική, το θέατρο, η ζωγραφική και η χαρακτική εκ παραλλήλου με τη σπουδή στην αρχαία, τη βυζαντινή και τη νεότερη γλώσσα είναι κάποια από τα πολλά θέματα με τα οποία καταπιάστηκε, ενώ για πολλά χρόνια υπήρξε βιβλιοπώλης και ξαναγύρισε στο πανεπιστήμιο βαθαίνοντας τη σχέση της με την τέχνη της γραφής». Ποιήτρια, πεζογράφος, μεταφράστρια, ζωγράφος με πολύπλευρη δράση.

Ποιητικά έργα: Τα από κήπων, Αθήνα 1980. Αρχή Ινδίκτου, Λευκωσία 1987. Divan, 1967-2000, Αθήνα 2005.

Πεζογραφία: Μια στρώση άμμου, Αθήνα 1990. Είναι ο πάνθηρας ζωντανός, Αθήνα 1998. Γιατρός από τη Βιέννη, Αθήνα 2003. Ο δαίμων της πορνείας, Αθήνα 2007. Γεζούλ, Αθήνα 2010. Δεκαοκτώ αφηγήσεις, Αθήνα 2012.

Άλλα έργα: Παραμύθια της Κύπρου, Αθήνα 1994. Συνταγές για την Κατερίνα, Αθήνα 2000. Μια νύχτα με τον Αλέξη, Αθήνα 2007. Μετέφρασε έργα των J.Sartorius, Cl. Esteban, M. Longley, H. Deluy. Εξέδωσε, επίσης, βιβλία για παιδιά.
Μεταξύ 1975 και 2013 έκανε οκτώ ατoμικές εκθέσεις ζωγραφικής. Έxει συμμετάσχει με έργα της στις Μπιεvάλλε Χαρακτικής Λoυμπλιάvας τo 1993 και του Καΐρoυ τo 1996 και σε άλλες διεθνείς εκθέσεις.
Τιμήθηκε μεταξύ άλλων, με κρατικά κυπριακά βραβεία ποίησης και πεζογραφίας, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τα ποιήματά της (Βραβείο Νανάς Κοντού, 2006) και το Βραβείο Καβάφη (Αλεξάνδρεια, 1998).

www.marangou.com

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=462&t=1652

 

 

 

 

 

*************************

ΒΙ0ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΊΩΜΑ

Κρεσέντσιο ΣΑΝΤΖΙΛΙΟ

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, διαμένει στο Πλαγιάρι Θεσσαλονίκης.
Με σπουδές στα κλασσικά γράμματα και στα νομικά, εργάστηκε στο Υπουργείο των Εξωτερικών της Ιταλίας.
Δημοσίευσε και δημοσιεύει άρθρα και δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής και μεταφράσεις ελληνικής ποίησης στα πιο έγκυρα ιταλικά λογοτεχνικά περιοδικά, μεταξύ των οποίων Il Lettore di Provincia, Idea, LʼOsservatore Politico Letterario, Il Filorosso, Il Segnale, La Clessidra, Hebenon, Soglie, Fermenti, Tratti.
Επίσης μεταφράσεις ιταλών ποιητών στην ελληνική γλώσσα και άλλες συνεργασίες στα περιοδικά Νέα Πορεία, Διαγώνιος, Εντευκτήριο και Νέα Εποχή(Λευκωσίας).
Έχει μεταφράσει στα ιταλικά ποίηση Γιώργου Θέμελη (1968), Γιάννη Ρίτσου ( από το 1975 εκδόσεις δέκα), Γιάννη Υφαντή (1983), ποιητές της Γενιάς του ʼ70, Μ. Θεοδωράκη, Σ. Ζαφειρίου, Σ. Σερέφα, Σ. Βρεττό κ.ά. Ανθολογίες ελληνικής, ιταλικής και κυπριακής ποίησης (1996, 2005, 2010, 2011), δύο μελέτες για το ρεμπέτικο τραγούδι (2004, 2013).
Πρόσφατη έκδοση: Ένα χρυσοπράσινο φύλλο, Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης, 2012 (εκδόσεις Argo).

Λογοτεχνική κριτική: Ρίτσος(1975), ελληνική μετάφραση και έκδοση 1978(Κέδρος).
Μεταφράσεις από τα ιταλικά στα ελληνικά:
Λ. Πιραντέλλο, Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή, που ανέβασε η σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη το 1972, Σ. Σαλιμπένι, Ποιήματα (1981), Μαρίνο Πιατσόλλα, Μεταλλικός ήλιος και απαλά φεγγάρια, Ανθολογία ποίησης (2010).
Ακόμα: Μποντελαίρ, Τα άνθη του κακού(1986), ιταλική μετάφραση.
Τέλος, το λήμμα Νεοελληνική λογοτεχνία στη μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γκαρτζάντι.

 

 

 

 

* Η κηδεία της Νίκης Μαραγκού τελείται σήμερα  στις 3 μμ., στον Άγιο Ιωάννη τον Πίπη, Λευκωσία.