Με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Γκάτσου (12 Μαΐου 1992) αναδημοσιεύουμε σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ μια μελέτη του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη η οποία αποτελεί μέρος  ανέκδοτης εργασίας του πάνω στο έργο του ποιητή-στιχουργού.*

 

 Ακούστε «Την Παναγία των Πατησίων» ΕΔΩ

 

 
Μια μεγάλη ομάδα τραγουδιών του Νίκου Γκάτσου μπορούν να ενοποιηθούν κάτω από τον τίτλο «Σατιρικά γυμνάσματα» (από τη γνωστή παλαμική συλλογή). Πρόκειται για κείμενα ή στίχους που συναντάμε, με αμιγώς περιπαικτική διάθεση, με σάτιρα και χιούμορ, με θέματα συχνά ανάλαφρα, με ομοιοκαταληξίες πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες που αξιοποιούν συχνά και αναφέρονται σε πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος και του παρόντος χρόνου, από τη μυθολογία έως το τέλος του 20ου αιώνα. Ο Γκάτσος εντάσσει τέτοια κείμενα σε όλο το μελοποιημένο του έργο από πολύ νωρίς (τα πρώτα τραγούδια) και σταθερά μέχρι τους τελευταίους του ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών. Δίνει έτσι μια επιπλέον διάσταση στη θεματογραφία, στο ύφος και τη γραφή του. Πρόκειται και για μια αυτοσαρκαστική διάθεση του ίδιου του Γκάτσου. Υπήρχαν εξάλλου και στην Αμοργό δείγματα τέτοιων στίχων που κι εκεί λειτούργησαν αφομοιωμένοι πλήρως και αποτελεσματικοί μέσα στο έργο.
Όσον αφορά στα λίγα τραγούδια του ποιητή που προηγήθηκαν της Μυθολογίας (1958-1965) δεν έχουμε καθόλου τέτοια «σατιρικά» δείγματα, εκτός ίσως από «Τα λουστράκια», στίχοι που γράφτηκαν για την ταινία Αμέρικα Αμέρικα του Ελία Καζάν:

 

Πού θα πάμε, πού θα πάμε / τι θα φάμε, τι θα φάμε;
Έκλεψα μια λαμαρίνα / με ζεστή, ζεστή φαρίνα.
Σώπα, σώπα, σώπα, σώπα / δε μου το’πες, δε σου το’πα.
Πάψε, πάψε, πάψε, πάψε / κι ό,τι βρεις μπροστά σου χάψε.

 

Το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν εξάλλου ένα από τα 10 που ο Νίκος Γκάτσος επέλεξε από το σύνολο των τραγουδιών του και τα οποία προσδιόρισε σε ενότητα ως «Παιχνίδια» στο Φύσα αεράκι φύσα με (εκδ. Ίκαρος) Τα υπόλοιπα ήταν τα: «Ο Πάρις και το μήλο», «Το παιδί με τα κόμικς», «Στο μαγαζάκι του Μηνά», «Με γαρίφαλο στο πέτο», «Κυκλαδίτικο» «Μια Κυριακή του Μάρτη», «Το Δεσποινάκι», «Η Παναγία των Πατησίων» και το «Ανατολίτικο». Θα μπορούσαμε βέβαια να προσθέσουμε εκ των υστέρων και από το Όλα τα τραγούδια (εκδ. Πατάκη) πολλά ακόμη σ’ αυτή την ενότητα. Ο ποιητής δημιούργησε εκεί και μια επιπλέον ομαδοποίηση στο Φύσα αεράκι φύσα με που τους έδωσε τον τίτλο «Σατιρικά» και στην οποία υπάρχουν μόλις 5 τραγούδια, πολύ χαρακτηριστικά τους, τα: «Ο Σαμ ο Τζόννυ και ο Ιβάν», «Η μπεκάτσα», «Μπάρμπα-Γιάννηη Μακρυγιάννη», «Ελλάδα Ελλάδα» και «Ισχύς μου η αγάπη του λαού». Μπορούμε βέβαια να καταλάβουμε τη λεπτή διαφοροποίηση ανάμεσα στα «Παιχνίδια» και στα «Σατιρικά». Τα δεύτερα, παρά τον σχηματοποιημένο τίτλο τους περιέχουν εμφανώς ενίοτε και πολιτικοκοινωνική κριτική σε μορφή εύστοχης σάτιρας και κριτικής («Ο Σαμ ο Τζόννυ και ο Ιβάν», «Μπάρμπα-γιάννη Μακρυγιάννη», «Ελλάδα Ελλάδα», «Ισχύς μου η αγάπη του λαού») ενώ τα πρώτα στέκονται περισσότερο σε μικρές παιγνιώδεις ιστορίες, πρόσωπα καθημερινά και καταστάσεις που σε κάνουν να χαμογελάς, που θυμίζουν τα σχεδιάσματα και τους σκανταλιές τους αθώου παιδιού. Γι’αυτό ίσως και η λέξη «παιχνίδια» τους είναι απόλυτα ταιριαστή.

 

 

 

 

 

Η Μυθολογία, οριακός κύκλος τραγουδιών στο έργο του Νίκου Γκάτσου, αποτελεί κομβικό σημείο τους στίχους του. Τα κείμενα εκεί περιέχουν πολύ έντονο το στοιχείο τους ανατροπής, του χιούμορ, του σαρκασμού, του παιχνιδιού. Ο Ροβινσόνας της Μυκόνου είναι μια καθαρά σουρεαλιστική μορφή που αδυνατείς να την προσδιορίσεις. Οι ομοιοκαταληξίες του είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις. Αλλά και ο Ορέστης διατηρεί μεν την τραγική φόρτιση του ονόματός του αλλά η περιγραφή της δραματικής πορείας του γίνεται μ’ έναν περιπαικτικό τρόπο και με ανάλαφρη διάθεση. Η Μυθολογία άνοιξε πολλούς δρόμους στην ελληνική μουσική και έδειξε πως η ποίηση σε πλήρη αρμονία με μιαν εμπνευσμένη μουσική μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά στην αποδοχή της από το ευρύ κοινό, να πετύχει το στόχο της, να τα περιέχει όλα σε μια θαυμαστή αναλογία. Το δίδαγμά της υπήρξε καταλυτικό για όλους τους επόμενους δημιουργούς και βέβαια υπήρξε σημείο αναφοράς και για τους Χατζιδάκι και Γκάτσο.

 
Ακόμη και στην προσωπική όμως ζωή του Γκάτσου υπάρχουν δεκάδες αναφορές και σημεία που αναδύουν και επιβεβαιώνουν μιαν υψηλή αίσθηση χιούμορ μέσα από σπαρταριστούς διαλόγους και περιστατικά που έφτασαν ως εμάς μέσα από περιγραφές φίλων και συναδέλφων που τα κατέγραψαν ή από άλλες πηγές.

 
Σταχυολογώ: ο Νάνος Βαλαωρίτης που μεταξύ άλλων έχει καταγράψει πολλά ενδιαφέροντα και συνάμα κωμικά περιστατικά από τη ζωή και το έργο των Ελλήνων «υπερρεαλιστών» (1) σε ειδικό δοκίμιο, σημείωνε χαρακτηριστικά:

 

«Μεγάλος χιουμορίστας ήταν ο Νίκος Γκάτσος και θρυλείτο ότι το ποίημά του Αμοργός ήταν ένα αστείο σε βάρος κάποιου φανταστικού ανίδεου ακροατή-αναγνώστη, που θ’ αναρωτιόταν τι σχέση έχει η Αμοργός (το νησί) με το ποίημα. Φαίνεται ότι οι Αμοργιανοί ενδιαφέρθηκαν, τότε, νομίζοντας ότι το ποίημα με κάποιο τρόπο παρουσίαζε το νησί τους, ενώ σήμερα οι τουρίστες πηγαίνουν στην Αμοργό επειδή έχουν διαβάσει το ποίημα στις διάφορες ξένες μεταφράσεις του, «σα σε τόπο προσκυνήματος!» Ένας φοιτητής μου μάλιστα ήθελε να πολιτογραφηθεί κάτοικος της Αμοργού, όπου έζησε ένα μεγάλο διάστημα. Ο Γκάτσος εφάρμοζε και στη ζωή του ένα περίεργο σύστημα από ταμπού. Δεν πήγαινε ποτέ πιο πέρα από μια ιδεατή γραμμή στην οδό Σταδίου όταν πηγαίναμε προς τον Άνω Λουμίδη της οδού Βουκουρεστίου. Ο Γκάτσος μάλιστα, ο πιο σολωμικός από τους υπερρεαλιστές ποιητές δε δίσταζε να προβαίνει σε παράδοξες φάρσες εις βάρος και των φίλων του, και μάλιστα του Ελύτη, τον οποίο εκβίαζε και τρόμαζε μια συμμορία της γειτονιάς, με διάφορες προφάσεις, πιθανώς διοχετευμένες από τον ίδιο τον Γκάτσο(;). (…) Μια δόση αναρχισμού ήταν χαρακτηριστικό του Γκάτσου της εποχής εκείνης, όταν, καθώς διηγόταν ο Κατσίμπαλης, κλήθηκε στρατιώτης, πήρε το όπλο του και πήγε σπίτι του και ξέχασε πως ήταν στο στρατό».

 
Μετά τη Μυθολογία, που κάποια ποιήματά της ακροβατούν μεταξύ τραγικού και κωμικού στα λαϊκά τραγούδια που ακολούθησαν την επόμενη δεκαετή περίοδο (1965-1975) η γραφή του Γκάτσου είχε πολλές φορές αυτή την ανάλαφρη και περιπαικτική διάθεση και διάσταση, κάτι απόλυτα λογικό αφού έπρεπε επιπλέον να υπηρετήσει και να συνυπάρξει με μουσικές για ένα τραγούδι που απευθύνεται και στοχεύει σ’ ένα ευρύ κοινό που μ’ αυτό θα συντροφέψει τις έγνοιες, την καθημερινότητά του, τις δυσκολίες και τα προβλήματά του ή όπως πολύ ωραία το έγραψε ο Ελύτης στον Ήλιο τον Ηλιάτορα, έναν κόσμο που λαχταρά «ν’ αρχίσει το τραγούδι ν’ ανεβεί ο καημός/ να πάρει και να δώσει ο νους κι ο λογισμός».

Κάτι πολύ ενδεικτικό των συγκεκριμένων λαϊκών τραγουδιών είναι αρχικά το παιχνίδι με τις λέξεις που καταλήγει σε πολύ σφιχτές και δυνατές ομοιοκαταληξίες:

 

Λευτέρη, Λευτέρη, Λευτέρη/ σ’έχω σταμπάρει στο παλιό μου το δεφτέρι.
Λευτέρη, Λευτέρη, Λευτέρη/ μην κοροϊδεύεις κι έχω γίνει πια ξεφτέρι.
(«Ο Λευτέρης»
  (2)

 

Πολύ συχνά αυτό γίνεται με κύρια ονόματα. Μια παράθεση ονομάτων και ομοιοκαταληξιών όπως η παρακάτω, καθώς και η απλή ερωτική ιστορία που αφηγείται δεν είναι η μοναδική στα τραγούδια του Γκάτσου:

Ένα βράδυ στην Πεντέλη/ γνώρισε η Φανή τον Τέλη.
Μα πριν βγει το καλοκαίρι/ ποιος τον είδε ποιος τον ξέρει.
(3)
Μια βραδιά στη Βουλιαγμένη/ γνώρισε η Φανή τον Μένη.
Τίποτα δεν πήγε πρίμα/ κι όλα τά ’σβυσε το κύμα
Ένα βράδυ στο Λουτράκι γνώρισε η Φανή τον Τάκη.
Τους ευλόγησε ένας γλάρος/ κι έγινα κι εγώ κουμπάρος.
(«Η Φανή»)

 

 

 

 

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτών των τραγουδιών είναι η απλή καθημερινή γλώσσα την οποία αναπαράγει απόλυτα φυσικά ο ποιητής και που θα μπορούσε να αποτελεί ηχογραφημένο στιγμιότυπο μιας αυθεντικής σκηνής στους δρόμους π.χ. της Αθήνας, μιας σκηνής εποχής (ή και του σήμερα) ανάμεσα σ’ έναν άντρα, μια γυναίκα και τον διάλογό τους:

άντρας
Στάσου λιγάκι/ Δεσποινάκι/ στάσου λιγάκι κάτι να σου πω.
Έτσι που τρέχεις/ σκλάβο μ’ έχεις/ λες και δεν είμαι άνθρωπος κι εγώ.
γυναίκα
Άι κατ’ ανέμου/ χριστιανέ μου/ πας να με βάλεις πάλι σε μπελά.
Μπα σε καλό σου/ το μυαλό σου/ δε θα δουλεύει σήμερα καλά.
άντρας
Σε κυνηγάω και με ζέστη και με κρύο/ μπαίνω μαζί σου στο παλιό λεωφορείο
δε με κοιτάς και τότε γίνομαι θηρίο/ δε μου μιλάς και μου ματώνεις την καρδιά…
(«Το Δεσποινάκι»)

 

Τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις έχουμε όταν ο ποιητής επιλέγει ένα πολύ γνωστό θέμα ή πρόσωπο από τη μυθολογία ή την αρχαιότητα και το παρουσιάζει σε έμμετρη μορφή δίνοντας μια κωμική και ειρωνική διάσταση του συγκεκριμένου μύθου όπως στο αμελοποίητο «Ο πόλεμος κι ο έρωτας» ή στο «Ο Πάρις και το μήλο»:

Η Αθηνά κι η Ήρα /κορίτσια δίχως πείρα/ μαζί κι η Αφροδίτη
σαν άβγαλτο σπουργίτι/ κατέβηκαν μια μέρα στο παζάρι
κι είδαν εκεί το ξένο παλληκάρι./ Η πρώτη τον ρωτάει στο Άργος αν θα πάει/ η δεύτερη κι η Τρίτη πως πέρασε στην Κρήτη/ και καθεμιά καλόπιανε τον Άρη της ομορφιάς το μήλο για να πάρει./ Ο Πάρις τις κοιτάζει/ συμπέρασμα δε βγάζει/ κάνει μια βόλτα πάλι στο πράσινο ακρογιάλι/ και σε καμιά το μήλο δεν πετάει: Προτίμησε ο ίδιος να το φάει.

 

Το «Κυκλαδίτικο» πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστορικό περιοδικό Τραμ λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του σε δίσκο. Ο ποιητής φαίνεται έτσι να το ξεχωρίζει κι αυτό αφού επίσης το συμπεριέλαβε στα «Παιχνίδια» του. Η ατμόσφαιρά του ως προς την λυρική απαρίθμηση νησιών του Αιγαιοπελαγίτικου χώρου είναι παράλληλη στην πρώτη στροφή με το τραγούδι-ποίημα του Ελύτη, «Τα τζιτζίκια»,  από τα Ρω του Έρωτα που κυκλοφορεί κι αυτό την ίδια εποχή. «Η Παναγιά το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της. Τη Σίκινο την Αμοργό και τ’ άλλα τα παιδιά της» τραγουδάει ο Ελύτης, «Στη Μύκονο στη Σέριφο στη Σίκινο στην Ίο / πετάς κυπαρισσόμηλο κι εγώ πετάω μήλο» τραγουδάει ο Γκάτσος. Στις επόμενες στροφές ο Γκάτσος επιχειρεί μια ηθογραφική άσκηση ύφους γυρνώντας σε μια εποχή οριστικά χαμένη πλάθοντας για άλλη μια φορά ένα σύγχρονο δημοτικό τραγούδι που ρέει με απόλυτη φυσικότητα και φαντάζει τόσο απόλυτα πειστικό και βιωματικό ώστε αδυνατείς να πιστέψεις πως αποτελεί τη δημιουργία ενός ανθρώπου που δεν είχε καμιά σχέση με το νησιωτικό τοπίο, ούτε ταξίδεψε ποτέ εκεί (αντίθετα π.χ. με τον Ελύτη). Το «Κυκλαδίτικο» αποτελεί κι αυτό ένα χαρακτηριστικό γκατσικό παιχνίδι με τις λέξεις, τους ήχους, τα ονόματα, την παράδοση:

 

 

Στην Αμοργό στην Κίμωλο στη Νιο στη Σαντορίνη
μου στέλνεις κιτρολέμονο σου στέλνω μανταρίνι./…/
Παράγγειλα του κύρη σου που πίνει τον καφέ του
να σ’ έχει μαντζουράνα του να σ’ έχει κατιφέ του.

Παράγγειλα της μάνας σου που πλένει στο σκαφίδι
να μη σου λέει πικρόλογα τι θα τη φάει το φίδι.
Να δώσει η Μεγαλόχαρη κι η Παναγιά η Κανάλα4
να μεγαλώσεις γρήγορα σαν τα κορίτσια τ’ άλλα.
Και τ’ άγιο-Λιος ανήμερα στη Νάξο και στην Πάρο
να δώσει η Καλαμιώτισσα γυναίκα να σε πάρω.
Παράγγειλα του κύρη σου που ρίχνει παραγάδι
να’ ρθεί να κουβεντιάσουμε την Κυριακή το βράδυ.
Παράγγειλα στη μάνα σου που μοιάζει με βαρέλι
να σε ποτίζει αφρόγαλο να σε ταΐζει μέλι.

 

Ένα άλλο τραγούδι στο οποίο μπορούμε να σταθούμε και το οποίο επίσης ενέταξε ο ποιητής στα «παιχνίδια» του είναι και το «Μαγαζάκι του Μηνά». Τη «φωτογραφική» αποτύπωση εποχής που πετυχαίνει ο Γκάτσος εδώ έχει ήδη εντοπίσει ένας άλλος ποιητής, ο Μάνος Ελευθερίου που όταν απαριθμεί τα προτερήματα του Γκάτσου, για τον ίδιο, σημειώνει:

 

«Πάντα με ενδιέφεραν οι πληροφορίες που έδινε ο Γκάτσος στα γραπτά του. Πληροφορίες που έβγαιναν αβίαστα είτε για βιβλία και συγγραφείς είτε για τη ζωή και την ατμόσφαιρα του Μεσοπολέμου, που τον είχε βιώσει και αποστηθίσει.(…) Μ’ ενδιαφέρει, γιατί το έχω δει στην επαρχία και στα μικρομάγαζα των συνοικιών το ότι είχε ‘κινηματογραφήσει’ τις βασανισμένες γυναίκες να κρατούν ‘διπλωμένα τα λεφτά/ να πάρουν φόδρα και ταφτά’. Δεν ξέρω πόσοι γνωρίζουν σήμερα ή γνώριζαν τότε τι είδους ύφασμα είναι ο ταφτάς ή τι σημαίνουν τα ‘δυο μασουράκια ντεμισέ’. Μ’ ενδιαφέρει ότι τα γνώριζε εκείνος και τα πέρασε στην ποίησή του, ότι είχε αποστηθίσει τα ‘λαϊκά’ λόγια των ανθρώπων και φωτογραφίσει τις μικρές, άγιες καθημερινές κινήσεις τους». (5) Παραθέτω τις δυο πρώτες στροφές:

Στο μαγαζάκι του Μηνά / ο νους μου πάντα τριγυρνά
και συλλογιέμαι τα χλωμά τα δειλινά / όταν ερχόσουνα κλεφτά
με διπλωμένα τα λεφτά / να πάρεις φόδρα και ταφτά.
Στο μαγαζάκι του Μηνά / το παραμύθι ξεκινά
όταν ερχόσουνα σα σβούρα που γυρνά / για ν΄ αγοράσεις βερεσέ
δυο μασουράκια ντεμισέ / κι όλοι στενάζαμε για σε.

 

 

 

 

Θα μπορούσαμε «κορφολογώντας» να προσθέσουμε από τα τραγούδια, και παραμένοντας μόνο στη θεματική του ερωτικού σμιξίματος που παραμένει πάντα σ’ αυτό το πλαίσιο ημιτελές και κωμικά «προβληματικό», μια απρόσιτη «Κεφαλλονίτισσα», τον «Χαραλάμπη», που για να αποκαταστήσει την τάξη και την τιμή οδεύει προς την εκκλησία διαμαρτυρόμενος όπως ο Α. Διάκος (Στα σίδερα με κλείσανε / κι ο ήλιος έξω λάμπει / με λένε Χαραλάμπη/ και πως να παντρευτώ./ Στα σίδερα με κλείσανε / μοσχοβολούν οι κάμποι κ.λ.π.), αλλά και μια κοπέλα που παινεύεται για την κοινωνική της τάξη και την προίκα της (Έχω αδερφό με καλό βαθμό/ στο Λιμεναρχείο / έχω κι ένα θείο τραπεζιτικό./…/ Έχω ρετιρέ ανατολικό / στο Πασαλιμάνι / έχω και στη Μάνη / σπίτι πατρικό).

 

Οι διάσπαρτες αυτές περιπτώσεις βρίσκουν σε μιαν άλλη μορφή την προέκτασή τους και την ολοκλήρωσή τους σε δυο κείμενα από τα Παράλογα λίγα χρόνια αργότερα. Εκεί δίπλα στον «Εφιάλτη της Περσεφόνης», τη «Μάγδα», τους «Χρησμούς της Σίβυλλας», ποιήματα με άλλη θεματική, γραφή και ύφος παρεμβάλλονται ως σχόλια παραλόγου και παιχνιδιού «Το άλογο του Ομέρ Βρυώνη» και «Η προσευχή της Παρθένου» που σαφώς ανήκουν στα «Σατυρικά γυμνάσματα», αλλά που ο ποιητής -σωστά- δεν τα απομονώνει από τον κύκλο (Παράλογα) όταν φτιάχνει τις ενότητες των σατιρικών και παιχνιδιών αφού αποτελούν βασικό συστατικό του παραπάνω κύκλου και ψηφίδες αποτελεσματικές του τολμηρού «παράλογου» παλίμψηστου που είναι τα Παράλογα και στων οποίων την ακρόαση σύμφωνα με τον Μάνο Χατζιδάκι «απαιτείται απ’ τους ακροατές προσήλωση, θρησκευτικότης και ει δυνατόν νηστεία -χωρίς να σημαίνει αυτό ότι Τα Παράλογα πρέπει να ακούγονται μόνο τη Μεγάλη Σαρακοστή».  (6)

 

Κάτι άλλο κοινό που παρατηρούμε σ’ αυτά τα δυο κείμενα αποτελεί ένα υπερρεαλιστικό παιχνίδισμα με τις λέξεις και η διακωμώδηση στίχων της παλιάς αθηναϊκής σχολής, κάτι που παγιώθηκε για δεκαετίες ως ποιητική φιλοσοφία (η οποία κάποτε ατυχώς φτάνει και ως τις μέρες μας…) κορυφωνόταν με αυτοπεποίθηση στους χαρακτηριστικούς στίχους του δημοφιλέστατου στον καιρό του Α. Παράσχου:

 

Την θέλω ασθενήν εγώ την φίλην μου
ωχράν την θέλω και λευκήν ως νεκρικήν σινδόνιν΄
με είκοσι φθινόπωρα, με άνοιξιν καμμίαν,
μ’ολίγον σώμα-άνεμον σχεδόν-ολίγην κόνιν.
Την θέλω επιθάνατον μ’αθανασίας μύρον.

 

Ο Γκάτσος, όπως κάνει συχνά στη διακειμενική του συνομιλία με την παρελθούσα ποίηση διαλέγει κάποια λέξη ή έναν στίχο-κλειδί ως αφετηρία για την δική του «εκδοχή» των πραγμάτων που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι εναρκτήριες φράσεις: Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη στο ομώνυμο τραγούδι και το Με είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμία στο «Η προσευχή της παρθένου». Η διαρκής αυτή συνομιλία με τους ποιητές τους παρελθόντος στο δεύτερο αυτό κείμενο σχολιάζεται και αναδεικνύεται με γερές δόσεις εμφανούς ειρωνείας και χιούμορ στους καταληκτικούς στίχους: «το διάβασα στον Παλαμά το βρήκα στο Δροσίνη» που η Μελίνα Μερκούρη με τον κατάλληλο επιτονισμό στη φωνή εκφέρει. Ας δούμε όμως πρώτα από κοντά τα δυο αυτά κείμενα.

 

 

Το άλογο του Ομέρ Βρυώνη

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
δες το κορίτσι μου πόσο κρυώνει
έλα ν’ ανέβουμε κι απόψε στ’άστρα
για να της φέρουμε χρυσή θερμάστρα.
Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
φέρ’ το τσεκούρι μου και το πριόνι
και πάμε γρήγορα να κόψω ξύλα
γιατί έχει σύγκρυο κι ανατριχίλα
Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
τούτο το σύννεφο μ’ εξαγριώνει
και το κορίτσι μου προσμένει πάντα
μ’ ένα θερμόμετρο που λέει σαράντα.

 

Η προσευχή της Παρθένου

Με είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμία
απ’ την Υπάτη τό ’σκασα και πήγα στη Λαμία.
Ήμουν μικρούλα κι άπραγη και δροσερή κι ωραία
πως τό ’παθα μανούλα μου κι αγάπησα εκδορέα.
Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη
γι’ αυτό και ο Αλή πασάς έσφαξε την Φροσύνη.
Στο δρόμο μου σφυρίζανε και με φωνάζαν Γκόλφω
μα ευτυχώς τον Τάσο μου τον λέγανε Ροδόλφο.
Ήμουν ψηλή κι ανάλαφρη κι αφράτη και μοιραία
πως έμπλεξα μανούλα μου με τέτοιο διαφθορέα.
Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη
γι’ αυτό κι οι νέοι μουσικοί θαυμάζουν τον Ροσσίνι.
Από σκαλί σ’ άλλο σκαλί κι από φιλί σε πάθος
πήρα σοκάκι ανάποδα και μονοπάτι λάθος.
Κι απ’ τον Ροδόλφο στον Μηνά
κι απ’ τον Κοσμά στον Πάνο
μεγάλωσα μανούλα μου δεν ξέρω τι να κάνω.
Το γαρ πολύν του έρωτος γεννά παραφροσύνη
το διάβασα στον Παλαμά το βρήκα στο Δροσίνη.

 

 

Μέσα από σατιρικά τραγούδια όπως τα παραπάνω τα οποία συναντούμε σταθερά σε κάθε σχεδόν κύκλο τραγουδιών του, ο Γκάτσος καταφέρνει να σχολιάσει και να καυτηριάσει τα ίδια πράγματα που πάντα τον απασχολούν. Πρόκειται για μικρές σπουδές-σχόλια πάνω στην ελληνική γλώσσα και την ποίηση του 19ου και 20ου αιώνα. Η επίσημη καθιέρωση της δημοτικής τον Ιανουάριο του 1976 σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (έτος που κυκλοφορούν τα Παράλογα) βάζει μετά από δεκαετίες ένα οριστικό τέλος στην ατέρμονη διαμάχη δημοτικής και καθαρεύουσας που βίωσαν όλες οι προηγούμενες γενιές. «Η προσευχή της παρθένου» όπως και η «Ελλαδογραφία» από τα Παράλογα, (κείμενο γραμμένο στην καθαρεύουσα), αποτελούν σαφείς νύξεις για την γλώσσα (7).

 

 Όψεις της νεοελληνικής κοινωνίας με τις ραγδαίες αλλαγές η οποία αυτή υφίσταται την εικοσαετία 1970-1990 και τις οποίες αδυνατεί συχνά να αφομοιώσει δημιουργικά, καθρεφτίζονται και σε πολλά άλλα τραγούδια αυτής της εικοσαετίας τα οποία έχουν σατιρικό χαρακτήρα, κάτι που τα κάνει συχνά πιο άμεσα, κατανοητά και αποτελεσματικά, λόγω της συγκεκριμένης μορφής τους (τραγούδι που απευθύνεται στο ευρύ κοινό). Από την συνεργασία με τον Μάνο Χατζιδάκι μπορούμε να εντάξουμε σ’ αυτή την κατηγορία άλλο ένα παιχνίδι με τις λέξεις, την «Παναγία των Πατησίων» του 1982 που θα μπορούσε άνετα να συμπεριλαμβάνεται στα Παράλογα που προηγήθηκαν. Συναντούμε εδώ εκτός από τις χαρακτηριστικές εμμονές στην απόλυτη ομοιοκαταληξία, νύξεις για την καταστροφική αστικοποίηση της πρωτεύουσας:

Τη μέρα που γεννήθηκα με πήρανε τρεις γύφτοι
και στράτα στράτα μ’ έφεραν εδώ στον Ποδονίφτη
τα σπίτια τότε φτωχικά ξεσκέπαστο το ρέμα
το γάλα ήταν όνειρο και παραμύθι η κρέμα.

Κριτική υπόγεια και χιουμοριστική-αληθινά επίκαιρη όσο ποτέ σήμερα- για τον (υπό)κοσμο της «τέχνης, του τραγουδιού και του θεάματος:

Μα εμένα μού ’δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες
που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες
και μού ’λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα:
Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα.
Απ’ αριθμούς και γράμματα δε σκάμπαζα ούτε λέξη
κι ένα παιδί της γειτονιάς πού ’χα μαζί του μπλέξει
έπαιζε μού ’πε ακορντεόν σε μια μικρή ορχήστρα
και με το ζόρι μ’ έβαλε να γίνω τραγουδίστρα.
Βγήκα στο πάλκο μια βραδιά κι ω θαύμα των θαυμάτων
πάψαν των σκύλων οι φωνές κι οι τσαχπινιές των γάτων
και μού ’λεγαν οι φίλοι μου παιδιά του εργοταξίου:
Εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου.

 

Η «ματιά» όμως του ποιητή εδώ δεν είναι σε καμιά περίπτωση αφοριστική και σκληρή αλλά, θα λέγαμε, χαρακτηρίζεται από έναν τόνο συμπάθειας και κατανόησης. Στις τελευταίες δυο στροφές που ολοκληρώνουν μια πλήρη ιστορία η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μια κινηματογραφική ταινία με αρχή, μέση και τέλος, όπως γίνεται πάντα στα τραγούδια του ποιητή, κατευθυνόμαστε προς έναν επίλογο που αναφέρεται και σχολιάζει τις συμβάσεις και τους συμβιβασμούς, την ματαίωση των ονείρων και φιλοδοξιών που μοιραία κάποτε επέρχονται στη ζωή (ή και στην ιδεολογία) πολλών ανθρώπων με την πάροδο των ετών. Όμως κι αυτές αντιμετωπίζονται στο συγκεκριμένο ποίημα-τραγούδι αποστασιοποιημένα, με μια τελική δόση μαύρου χιούμορ που κορυφώνεται με την ειρωνεία την οποία αναδύει η μετατροπή του «Η Παναγία των Παρισίων» σε «Παναγία των Πατησίων». Η απλή αλλαγή ενός γράμματος στα πλαίσια ενός αποτελεσματικού λεκτικού παιχνιδιού αποσαφηνίζει ακόμη περισσότερο τις αρχικές προθέσεις του ποιητή: Στόχος είναι ένα κείμενο απλό, κατανοητό, σαφές, καυστικό, χιουμοριστικό και κάποτε δραματικό, ρεαλιστικό παρ’ όλα αυτά, που καταφέρνει για άλλη μια φορά να παραμένει σημερινό αφού η επιφανειακή του επικαιρικότητα (Μοσχολιού, Αλεξίου) εκμηδενίζεται ολοσχερώς από την «διαχρονικότητα» των καταστάσεων ή των ανθρώπινων μορφών και τύπων που πραγματεύεται:

Με τον καιρό βαρέθηκα τον ακορντεονίστα
τα λόγια του μου φέρνανε και κούραση και νύστα
έτσι λοιπόν παντρεύτηκα με κάποιο συνταξιούχο
κι είχα σπιτάκι καθαρό σιδερωμένο ρούχο.
Κι έμαθα σα λησμόνησα του τραγουδιού τα φάλτσα
να φτιάχνω φίνο μουσακά και μακαρόνια σάλτσα
κι όλοι μου λέγαν σε γιορτές σε γάμους σε βαφτίσια:
Εσύ θα γίνεις Παναγιά μια μέρα στα Πατήσια.

 

 

Μετά τα Παράλογα, την τελευταία δεκαπενταετία (1976-1991) ολοκληρωμένα τραγούδια σαν τα παραπάνω με έμφαση στο χιούμορ και την σάτιρα συναντούμε όλο και αραιότερα. Οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου στους επόμενους συμπαγείς κύκλους τραγουδιών (Τα Κατά Μάρκον, Μύθοι μιας γυναίκας, Ρεμπέτικο, Αντικατοπτρισμοί, Χειμωνιάτικος ήλιος, Σκοτεινή μητέρα) έχουν άλλη στόχευση και ύφος ο καθένας ανάλογα και με τις προθέσεις ή την μουσική του εκάστοτε συνθέτη. Άλλοτε το στίγμα είναι λυρικό, άλλοτε αιχμηρό ή καταγγελτικό, κάποτε δραματικό, ενίοτε και χωρίς σαφή προσανατολισμό. Όμως από τους ανέκδοτους και αμελοποίητους στίχους του ποιητή θα μπορούσαμε, να εντάξουμε σ’ αυτή την ευρεία ενότητα («Σατιρικά/Παιχνίδια) πολλά τραγούδια που για διάφορους λόγους δεν μελοποιήθηκαν και «έμειναν στο συρτάρι». Ο ποιητής επέλεξε ένα από αυτά («Το παιδί με τα κόμικς») και το τοποθέτησε στα «Παιχνίδια» στο Φύσα αεράκι φύσα με ενώ ένα άλλο που θα μπορούσε να υπαινίσσεται και πολιτικές αιχμές («Η μπεκάτσα») κατέληξε στα «Σατιρικά». Είναι μεγάλη η προτίμηση του Γκάτσου στα κύρια ονόματα πάσης φύσεως. Τοπωνύμια, ονόματα από τις θρησκείες, πρόσωπα από την ιστορία, τη μυθολογία, τις τέχνες, κύρια βαφτιστικά, οικογενειακά, αρκτικόλεξα, μήνες, μέρες, αστερισμοί, κ.λπ., συναντούμε διαρκώς στους στίχους του, ήδη από την Αμοργό. Ο ποιητής βρίσκει πολύ ενδιαφέρον και προκλητικό να τα ομοιοκαταληκτεί με πολυποίκιλες λέξεις καταλήγοντας σε απροσδόκητους συνδυασμούς όπως π.χ.: Ελλάδα – καιάδα, Αιχαίο – χυδαίο, Μύκονο – δίκανο, Βαλτεσινίκο – Νίκο, Καρύταινα – γείτονα, Τοπόλια – βόλια, έβρω – Έβρο, παντού -Κατμαντού, φατρίες -Τροίες, λούσα – Άγια Ελεούσα, υπάρχει – Πατριάρχη, Αγαύη -κουτάβι, Ομέρ Βρυώνη – πριόνι, Καραγκιόζη – μαφιόζοι, κ.λ.π. Τα ζευγάρια τέτοιου είδους είναι δεκάδες και συγκροτούν ομοιοκαταληξίες πολλές φορές πρωτάκουστες στην ελληνική ποίηση, και το σπουδαιότερο, χωρίς τις πιο πολλές φορές να αποβαίνουν αυτοσκοπός, σε βάρος δηλαδή του νοήματος. Ο Γκάτσος τις περισσότερες από αυτές τις ομοιοκαταληξίες τις χρησιμοποιεί, διόλου τυχαία θα λέγαμε, στα σατιρικά του τραγούδια πολλά από τα οποία μάλιστα φαίνεται να κατασκευάζονται ως «άσκηση ρίμας». Το πιο χαρακτηριστικό είναι «Το παιδί με τα κόμικς», γραμμένο την τελευταία δεκαετία. Από τις εφτά στροφές στο ίδιο ύφος παραθέτω τις τέσσερις:

Δε διάβασα τον Προυστ / δεν ξέρω τον Τολστόι
ακούω μόνο ουστ απ’ το μισό μου σόι./…/
Δεν είδα τον Νταλί / δεν ξέρω τον Πικάσο
συγχύστηκα πολύ / και μού ’ρχεται να σκάσω./…/
Δεν ξέρω τον Ραμώ / δεν άκουσα Στραβίνσκι
τα βράδια προτιμώ / παγάκια με ουίσκι./
Είμ’ ένα παιδί κουτό κι αμόρφωτο/ όλοι με φωνάζουν αδιόρθωτο
μά ’χω για κανόνα μου απαράβατο / κόμικς να διαβάζω κάθε Σάββατο.

 

Ένα μικρό σύνολο δημιουργούν σ’ αυτό το πλαίσιο τραγούδια που ο τίτλος τους αναφέρεται σε συγκεκριμένα γυναικεία ονόματα («Η Ασημίνα», «Η Φανή», «Ρήνα Κατερίνα», «Η Σίλια», «Το Δεσποινάκι», «Η Αλέκα», «Το Κατινάκι»). Η θεματογραφία τους είναι παραπλήσια. Πρόκειται για απλές, καθημερινές ιστορίες, κυρίως ερωτικές, οι οποίες αποπνέουν έναν ανάλαφρο και δροσερό αέρα «συμπάθειας προς τις «ηρωίδες» (και τους αντίστοιχους «ήρωες»-συντρόφους τους), συνάμα πάντα με τις κωμικοτραγικές καταστάσεις στις οποίες αυτές εμπλέκονται. Σε όλες διακρίνουμε το γνωστό παιχνίδι με τα κύρια ονόματα που προαναφέρθηκε:

Δε σε θέλω δε σε θέλω/ προτιμάω τον Οθέλλο.
(«Το Κατινάκι»)

Στο Βαλτεσινίκο/ γνώρισα το Νίκο/…/ Στο Καραμπουρνάκι/ γνώρισα το Μάκη…
(«Περιπέτεια»)

 

και άλλοτε -για άλλη μια φορά- απόηχους της δημοτικής παράδοσης:

-Πού θα πας Ρήνα μου / Ρήνα Κατερίνα μου;
-Στο νερό στη λαγκαδιά/ να με δούνε τα παιδιά.
(«Ρήνα Κατερίνα»)

 

ή μοτίβα και θέματα (όνειρο) της προσωπικής μυθολογίας του ποιητή:

Χάθηκε τ’ όνειρο / στον ουρανό / Σίλια Σίλια πού να σε βρω.
(«Σίλια»)

 

Στο πλαίσιο αυτό ο Γκάτσος χρησιμοποιεί συχνά στους στίχους του τον διάλογο ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα που παίρνει τη μορφή αιτήματος/ερώτησης και μιας αντίστοιχης απάντησης:

άντρας
Σε κυνηγάω και με ζέστη και με κρύο / μπαίνω μαζί σου στο παλιό λεωφορείο
δε με κοιτάς και τότε γίνομαι θηρίο / δε μου μιλάς και μου πληγώνεις την καρδιά.

γυναίκα
Άκου και μένα να σου πω το βασανό μου
μη με περνάς για κουρελόχαρτο του δρόμου
έχω περίπτερο στα Σούρμενα δικό μου

έχω και κτήμα πατρικό στη Λειβαδιά.
(«Το Δεσποινάκι)

Η θεματογραφία κάθε φορά αλλάζει. Πότε έχουμε την εφήμερη σχέση ενός στρατιώτη με μια κοπέλα («Η Ασημίνα», «Η Μαρουλιώ»), πότε την αναζήτηση ενός σταθερού δεσμού που μετά από περιπέτειες θα καταλήξει (επιτέλους) στον γάμο («Η Φανή», 124), (8)  ή ακόμη και γυναίκες του περιθωρίου (Η Αλέκα) που ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή.
Μέσα από τις εκάστοτε περιπέτειες αυτών των γυναικείων προσώπων και το σκηνικό που τις περιβάλλει ξεδιπλώνεται και αποτυπώνεται μια ευρεία γκάμα της ελληνικής κοινωνίας, φωτογραφίζεται η μικροαστική και μεσοαστική ζωή στην πόλη, συνήθειες, αντιλήψεις και στερεότυπα.

 
Η αέναη π.χ. αναζήτηση ερωτικού συντρόφου στο τραγούδι του Γκάτσου με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Περιπέτεια» που αποβαίνει για άλλη μια φορά κωμικά μάταιη, εκτός από όλα τ’ άλλα, είναι ενδιαφέρουσα, κυρίως όταν συσχετιστεί με ένα αντίστοιχο τραγούδι του Ελύτη από Τα Ρω του Έρωτα, το «Τα όσα η μοίρα μού ’γραφε». Αμφότερα έχουν το ίδιο θέμα και την ίδια κυκλική ανάπτυξη. Ξεκινούν με μιαν αντίστοιχη γενική διατύπωση που αναφέρεται στην πρόβλεψη της μοίρας:

Τα όσα η μοίρα μού ’γραφε

Τα όσα η μοίρα μού ’γραφε
κι άλλος κανείς δεν ξέρει
Τα βρήκα μέσα στον καφέ
τα διάβασα στο χέρι.

Περιπέτεια

Τα σκυλιά βαρέθηκα
και τους ωροσκόπους
με τον κόσμο δέθηκα
και με τους ανθρώπους
και μια μέρα βρέθηκα
σε καινούργιους τόπους.

 

Μετά από διάφορες διαπιστώσεις που ακολουθούν και σχετίζονται με την επιβεβαίωση ή μη των προβλέψεων αυτών στην πραγματική ζωή και οι δυο ποιητές καταλήγουν σ’ ένα παραπλήσιο συμπερασματικό σχόλιο-επίγραμμα στην τελευταία στροφή. Η πραγματική ζωή συνήθως ή σε απογοητεύει ή είναι ανώφελη η οποιαδήποτε πρόβλεψη της εξέλιξής της. Οπότε μάλλον είναι πιο ενδιαφέρον και σοφό να ζεις το σήμερα, αφού κάθε είδος «πρακτικής» μαντείας είναι αναποτελεσματικό (παραμένει όμως πάντα ενδιαφέρον και σαγηνευτικό λόγω της της ανασφάλειας του ανθρώπου):

Μυστήρια τέτοια δε συμφέ-
να ψάχνω δε συμφέρει.
Φέρτε μου δεύτερο καφέ
κι αλλάξτε μου το χέρι

***
Τη ζωή σιχτίρισα
κι όλους τους ανθρώπους
γεια χαρά ψιθύρισα
στους καινούργιους τόπους
στα σκυλιά μου γύρισα
και στους ωροσκόπους.

 

Υπάρχουν βέβαια λίγα ακόμη μεμονωμένα κείμενα που θα μπορούσαμε να εντάξουμε στην ενότητα αυτή των παιχνιδιών-σατιρικών του Γκάτσου όπως τα «Προδομένοι αριστοκράτες», «El senorito satisfecho», «Kώστας κερνάει και Κώστας πίνει», «Σχόλιο για τη γλώσσα», «Καραγκιόζης 3-7». Πολλά από αυτά, χρονικά αλλά και θεματικά, συνδέονται με τον κύκλο Τα Κατά Μάρκον.

 
Τέλος, αξίζει, ως προσωρινό επίλογο να σταθώ στο (αμελοποίητο κι αυτό) απολαυστικό και παραληρηματικό κείμενο που τιτλοφορείται «Η δημοπρασία» και το οποίο εκτείνεται σε τρεις σελίδες. Ένας δημοπράτης που αυτοχαρακτηρίζεται «λίγο αριστοκράτης, πάντα δημοκράτης, λίγο διπλωμάτης» στο συμπερασματικό και καταληκτικό κείμενο (coda), του τραγουδιού αυτού, διαλαλεί την πραγμάτεια του με τη χαρακτηριστική φράση «Για περάστε! Για περάστε!» που επανέρχεται σταθερά στα λόγια του. Η αγωνιώδης προσπάθειά του να πείσει το κοινό για την αξία των κάθε λογής έργων που εμπορεύεται, είναι τόσο κωμικά έντονη ώστε καταλήγει σε αυτοειρωνικά σχόλια («Μια καλή δημοπρασία / θέλει νου και φαντασία») πέρα από το γνωστό παιχνίδι με τις ομοιοκαταληξίες του ποιητή («έχω και παλιό ταμπλό / από το Φοντενεμπλό») ή τα κύρια ονόματα («Έχω Γκίκα και Τσαρούχη / και Θεόφιλους πολλούς/ είναι όλοι ταλαντούχοι / μόνο κάνουν τους τρελούς»). Υπάρχουν επίσης όπως θα περιμέναμε, καυστικά σχόλια για την καταρράκωση της τέχνης και την εμπορευματοποίησή της («έχω φίνες Ταναγραίες / πού’ ναι βέβαια λαθραίες /…/ Βάλτε μία! Βάλτε δύο! Βάλτε τρεις! / Όπου χρήμα και πατρίς! /…/ Όλους σας γνωρίζω / δε σας ξεχωρίζω/ φτάνει να κερδίζω»).

 Στο δεύτερο μέρος του κειμένου της δημοπρασίας όλη αυτή η οργαστική έκπτωση της τέχνης σταδιακά στρέφεται μέσα από τις αντίστοιχες ντελιριακές κραυγές του εμπόρου ευθέως κατά των εκάστοτε αγοραστών των οποίων κριτικάρεται, για να εμπορευματοποιηθεί αμέσως μετά, η υψηλή θέση, ο νεοπλουτισμός, η απαιδευσιά και η ανηθικότητα («Όλα τ’ άπλυτα σας τώρα / θα τα βγάλουμε στη φόρα. / Τα καράβια σας τις βίλες / τις κρυφές ανατριχίλες / που πυροβολούν το σεξ σας / σαν ληστές από το Τέξας / το σπουδαίο τ’ όνομά σας / τα χρυσά παράσημά σας /…/ Για περάστε! Για περάστε!/ Τις ντροπές σας να θαυμάστε /…/ Αξιώματα διακρίσεις / πού ’ναι όλα να τα φτύσεις /…/ ερωμένους ερωμένες / και ποδιές κατουρημένες / που φιλήσατε με πάθος» κ.λ.π.).

 

 

 

 
Στην καταπληκτική περίπτωση του γενάρχη του νεοελληνικού τραγουδιστικού ποιητικού στίχου Νίκου Γκάτσου, νομίζω, τέλος, ταιριάζουν μερικές σκέψεις του Γιώργου Θεοτοκά όταν αναφερόταν στα μικρά «σατιρικά» ποιήματα του Σεφέρη (σε αντιδιαστολή βέβαια με την δραματική και αγωνιώδη του ποίηση):

 
«Μ’ αρέσει να παίζουν και να διασκεδάζουν πότε-πότε οι άνθρωποι που καταγίνουνται συστηματικά με τα σοβαρά πράματα της ζωής. Είναι δείγμα καλής καρδιάς και υγείας, ψυχικής και σωματικής. Κ’ είναι συνάμα ένας χρήσιμος αντιπερισπασμός που δεν τους αφήνει να πέσουνε στα δασκαλικά και στο σχολαστικισμό και να αποξεράνουνε την ιδιοσυγκρασία τους. Μην έχετε πολλήν εμπιστοσύνη στην αλύγιστη σοβαροφάνεια. Τα γράμματα κ’ η Τέχνη, σαν τον έρωτα, σαν όλα τα όμορφα πράματα, θέλουνε κέφι.)  (9)

***********

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

1. Νάνος Βαλαωρίτης, Για μια θεωρία της γραφής, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1990, σελ. 151-172 στο κείμενο «Το χιούμορ στον ελληνικό υπερρεαλισμό».
2.  Ο «μύθος» λέει πως οι στίχοι αυτοί έχουν γραφτεί ως περιπαικτικοί για τον Λ. Παπαδόπουλο που εκείνη την εποχή ανατέλλει το άστρο του και οι στίχοι του είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς.
3.  Ενδιαφέρον είναι πως τον ίδιο ακριβώς στίχο έχει χρησιμοποιήσει ο Γκάτσος και σ’ ένα τραγούδι σε εντελώς διαφορετικό κλίμα, αμιγώς ποιητικό, το «Μια φορά κι ένα καιρό» από την Αθανασία.
4.  Την Παναγιά την Κανάλα αναφέρει και ο Ελύτης στο Μικρό Ναυτίλο, ανάμεσα σ’ έναν καταιγισμό ονομασιών της Παναγίας που υπάρχουν εκεί στο συγκεκριμένο ποίημα: Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπορτιανή μου
5.  Αφιέρωμα στον ποιητή στο ένθετο «Πρόσωπα-21ος αιώνας» της εφ. Τα Νέα, της 15 Μαΐου 1999, τεύχος 10, σελ. 18-33. Το κείμενο του Μάνου Ελευθερίου έχει τίτλο «Γιατί τον αγαπώ», σελ. 30.
6.  Από το σημείωμα του συνθέτη στο οπισθόφυλλο του έργου.
7.   Το ίδιο βέβαια θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε και για την Αμοργό που προηγήθηκε.
8.   Το δίστιχο “Μα πριν βγει το καλοκαίρι/ ποιος τον είδε ποιος τον ξέρει” που κλείνει την πρώτη στροφή θα χρησιμοποιηθεί επτά χρόνια αργότερα άλλη μια φορά, σε άλλο τραγούδι, το «Μια φορά κι έναν καιρό» από την Αθανασία, σε εντελώς βέβαια διαφορετικό πλαίσιο εκεί.
9.   Γιώργος Θεοτοκάς, Αναζητώντας τη διαύγεια. Δοκίμια για τη νεότερη ελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2005 (με εισαγωγή και επιμέλεια Δημήτρη Τζιόβα), σελ. 391 στη βιβλιοκρισία του για τη Στροφή του Σεφέρη.

*************

 *Α΄ δημοσίευση: Περιοδικό «Μετρονόμος, τχ. 41-«Αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο», Περισσότερα για το τεύχος εδώ: http://www.metronomos.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=117:-41-&catid=3:2010-01-16-23-42-48&Itemid=14)

 

Σημεία διανομής του αφιερωματικού τεύχους:

 

Δισκοπωλείο Music Corner, Πανεπιστημίου 56.

Δισκοπωλείο Νίκος Ξυλούρης, Πανεπιστημίου 39, τηλ.: 210 3222711.