Η ουσία της ερωτικής ποίησης  του Λαπαθιώτη και του Πέννα έγκειται ακριβώς στο γεγονός της απελευθέρωσης τού «είναι» τους ως μια βαθύτατη πολιτική πράξη μέσα στην καρδιά του Μεσοπολέμου, του φασισμού, του συντηρητισμού, του ψευδεπίγραφου χριστιανοδημοκρατισμού, της ηθικολογικής λογοκρισίας.

Δηλαδή στην καρδιά και του σήμερα. 

Το μόνο που κάνουν απέναντι σε όλες αυτές τις «Σειρήνες» είναι να προτάσσουν την ανάγκη τους. Αυτή η κραυγή αμεσότητας, η σάρκινη επιθυμία, η αδιάλειπτη ανάγκη του άλλου ως σώμα δίπλα και εντός, είναι που επαναφέρουν τον Λαπαθιώτη και τον Πέννα στο προσκήνιο καταργώντας κάθε είδους μεταφυσικές και τεχνητής νοημοσύνης αγωνίες όταν το σώμα διψά. Ο Λαπαθιώτης πιο εξεζητημένα, ο Πέννα ανεπιτήδευτα.

Και οι δυο πιάνονται από συγκεκριμένες λέξεις για να χτίσουν τον κόσμο τους που πλάθεται κάθε άγρια νύχτα στα κακόφημα στέκια. Από αναλύσεις του λεξιλογίου του Πέννα διαπιστώθηκε ότι χρησιμοποιεί μόνο 2.203 διαφορετικές λέξεις σε σύνολο 15.057. Τα συστατικά-λέξεις του είναι απλά: «αγάπη», «ήλιος», «αγόρι», «ζωή», «φως», «καρδιά», «θάλασσα», «βράδυ», «ευτυχισμένο», «γλυκό», «όμορφο». Στον Λαπαθιώτη λαμπυρίζουν οι λέξεις «φιλί», «φεγγάρι», «χίμαιρα», «τραγούδι», «φωτιά», «ψυχή», «βράδυ» κ.ά.
Στέκονται, δηλαδή και οι δύο απελευθερωμένοι ακόμα και από τις λέξεις, για να μιλήσουν για αυτό που πραγματικά τους «σκλαβώνει». Και σε αντίθεση με το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι της εποχής τους, αυτό που τους καίει έχει σώμα και όχι ιδεολογία, πολιτική ή ποιητική.
Είναι ορατό και όχι αδιόρατο.
Κατά αυτόν, λοιπόν, τον τρόπο τόσο η ποίηση του Λαπαθιώτη όσο και η ποίηση του Πέννα αποκτούν παράλληλα τη διάσταση μιας ανθρωπογεωγραφικής μαρτυρίας εκτός της επίσημης αποτύπωσής της στα μεγάλα κατάστιχα. Αποκαθιστούν την αδυναμία των «μικρών σκιών» να αναδειχτούν μέσα στα ζωντανά χρώματα εντός ιστορικό-πολιτικού κάδρου. Ο κήπος του Ζαππείου και οι λαϊκές γειτονιές της Ρώμης, οι γέφυρες και τα σκοτεινά σοκάκια, οι εργάτες και οι ναύτες, οι περαστικοί, είναι οι αφανείς ήρωες οι οποίοι πάντα θα θυσιάζονται στο βωμό της Ιστορίας. Αυτές όμως οι ιστορίες τους αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της γιατί κουβαλούν χωρίς να το γνωρίζουν την Ιστορία στις ασήμαντες πλάτες τους.
«Πάνω από όλα αγαπώ τους ποιητές που δεν ήθελαν να κάνουν μια παγκόσμια λέξη με το όνομά τους, αγαπώ τους ποιητές που κανείς μας δεν γνωρίζει. Ανάμεσα στους άλλους ανάμεσα στους διάσημους, αγαπώ περισσότερο από όλους που προσέγγισαν την απάρνηση της τέχνης: και μόνο εκείνοι που διέπραξαν την προδοσία των ανδρών με το γράψιμο με κάθε τρόπο», έγραφε νεότατος o Πέννα, το 1928, και πάνω σε αυτό το νεανικό του μανιφέστο συνθέτει, αγαπώντας τους ταπεινούς και ανώνυμους τους οποίους ερωτεύεται στην ανθρώπινη τους διάσταση.
Και o Λαπαθιώτης; «Έχω μέσα μου ηρώων αίμα»: η εναρκτήρια φράση του πρώιμου «Μανιφέστου» του που δεν είναι άλλη από την κλίση του προς τους «χαμηλόφωνους» παντός είδους, ή τους αυθεντικά «υψιφώνους» των οποίων η φωτιά που σιγοκαίει είναι αυτή που συντηρεί τη θερμοκρασία στο μεγάλο «καζάνι» που βράζει.
Στον τάφο του Πέννα, όπου βρίσκεται στο Νεκροταφείο Cimitero di Prima Porta, έξω από τη Ρώμη, αναγράφεται ως επιτύμβιο ένας στίχος του: «Νοσταλγία για ζωή ανθίζει μέσα μου ξανά / Και δείχνει θλιβερό το μνήμα αυτό που με τιμά».
Ο Λαπαθιώτης στον επίλογο της βιογραφίας του γράφει: «Ομολογώ πως είμαι κουρασμένος, λυπημένος, απογοητευμένος. Όχι πως είχα πλάσει πολλά όνειρα που μου τα σκόρπισε ή μου τα διέψευσε η ζωή. Ήμουν πάντα συντηρητικός κι οι χίμαιρές μου περιορισμένες. Ούτε είχα και ποτέ φιλοδοξίες, που δεν κατόρθωσα να ικανοποιήσω. Δεν είχα ίσως καν φιλοδοξίες. Δεν ζητούσα παρά τη γαλήνη, την ήρεμη ζωή, το στοχασμό […].
Όπως και να είναι, και οι δυο έζησαν αυτό που έγραψαν και όχι γράφοντας αυτό που ζούσαν.