Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Είτε χορτάτοι είτε πεινασμένοι, το ψωμί που τρώτε απ’ τους αφέντες, είναι μολυσμένο!» (γράφει ο Λεωνίδας Καζάσης)

Μη δυνάμενοι να απεξαρτηθείτε από τις πλασματικές υλικές ανάγκες, που δημιουργεί η κοινωνία της αφθονίας(η οποία προϋποθέτει την υπερεργασία, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, χωρίς να οδηγεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στον καπιταλισμό),όντες ευνούχοι, χαρίζετε την ηθική αρετή στις θρησκείες, που την προβοκάρουν, θεωρώντας ανήθικη την αβρότητα του αγκαλιάσματος, του φιλιού, την οικουμενικότητα της ένωσης.

Οι θρησκείες, κλείνοντας τα μάτια στην εγκληματικότητα όλων εκείνων, που έθεσαν σκοπό ζωής τον υλικό πλούτο (είτε επιτύχουν τον σκοπό τους είτε όχι), ζητούν από τους πλουσίους, την ελεημοσύνη της αλαζονικής φιλευσπλαχνίας τους, προάγοντας αυτούς και την υποταγή σε αυτούς, υποκρινόμενες ολιγάρκεια, ανιδιοτέλεια!

Ενώ, τόσο η ολιγάρκεια, η ανιδιοτέλεια, όσο και οι υπόλοιπες ηθικές και διανοητικές αρετές, ευρίσκονται μακριά από τις θρησκείες του πολιτισμού, οι οποίες, ως συνοδοιπόροι της εκμετάλλευσης, ενστερνίζονται την ηθική της την ανήθικη, που απαγορεύει στους ανθρώπους να φιλιούνται, για να τους πείθει να αλληλοεξοντώνονται.

Οι προβοκατόρισσες θρησκείες διασύρουν, υπονομεύοντας, το απροσπέλαστο, αυτό που διαφεύγει, προσαρμόζοντάς το, σε ό,τι εκλογικεύει, αναπαράγει, διαιωνίζει το μικρόβιο της εκμετάλλευσης!

Ο κόσμος δεν αλλάζει, βγάζοντας οι φτωχοί, τα απωθημένα-συμπλέγματά τους, παίρνοντας την θέση των πλουσίων, ως δικτάτορες προλετάριοι, σε ένα κράτος αυστηρής ειδίκευσης, εξειδίκευσης των ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων ενός επεκτεινόμενου συστήματος παραγωγής, μέσα σε μιά υστερική, αλματώδη άνοδο της τεχνολογίας, που δεν είναι φιλική προς το φυσικό περιβάλλον, και παράγει ανάγκες, παρά αποκρίνεται σε αυτές, όπου η γνώση, η ικανότητα θα αποτελούν πάλι, αιτίες εξουσιαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο, διατηρώντας, ταξικά-υλικά προνόμια· ούτε αλλάζει, αυξάνοντας οι εργοδότες τα ημερομίσθια και τις κάθε είδους παροχές προς τους υπαλλήλους τους, μικραίνοντας το άνοιγμα της ψαλίδας της ανταλλακτικής υπεραξίας, που ο επιστήμων «σοσιαλιστής» εντόπισε, κρούοντας, στους πλουσίους, τον κώδωνα της ολοκληρωτικής απώλειας. Ο κόσμος θα αλλάξει, όταν απομυθοποιηθούν οι πλούσιοι (και τα υλικά αγαθά που αντιπροσωπεύουν) ως ψυχασθενείς-μανιακοί, που, όντες καταπιεσμένοι, και αυτοί δυστυχούν, αλληλοσφαζόμενοι, φθονούμενοι από τους πάντες, αγοράζοντας-δωροδοκώντας τα πάντα, βιάζοντάς τα – Και πάψουν, να αποτελούν τα ιδανικά των ανθρώπων.

Άλλωστε, ο Αριστοτέλης, αν και διδάσκαλος βασιλέων, δεν διστάζει, τόσο στα «Ηθικά Νικομάχεια», όσο και σε άλλα έργα του, να αποκαλεί τους φιλοχρήματους, ανελεύθερους, και την φιλοχρηματία, ανελευθερία.

Στην απομυθοποίηση των πλουσίων, και τoν περιορισμό των υλικών αγαθών στην χρηστική σημασία τους, θα συμβάλλει τα μέγιστα, η απελευθέρωση- αποποινικοποίηση του ερωτικού ενστίκτου των ανθρώπων, του οποίου ο αυτάρκης, πάνδημος χαρακτήρας, διαφυλάσσοντας την ατομικότητα, προάγει την φιλία της συλλογικότητας, καταλύοντας την ξιπασιά των διαχωριστικών ταξικών γραμμών. Γενάρχα της σοσιαλδημοκρατίας! Εισάγεις τον καπιταλισμό από τον φεγγίτη, αντί της κυρίας εισόδου, γι’ αυτό οι ιθύνοντες σε υποδεικνύουν, ως το αντίπαλο δέος της εκμετάλλευσης!

Ο πολιτισμός, μέσα από την ανικανότητα του αισθάνεσθαι, διά της εισβολής της σεξουαλικής ηθικής(η οποία επέφερε την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών), εσήμανε τον ηθικό-πνευματικό θάνατο των ανθρώπων, διαστρέφοντας τον βιοπορισμό και το νόημα της ζωής, σε αιμοδιψή πλουτισμό, που κατέστρεψε την φύση. Επομένως, ο κομμουνισμός του πολιτισμού, δηλαδή, ο κομμουνισμός που, ο Μάρξ, επενόησε, ερείδοντας τον «κομμουνισμό του», στα εκμεταλλευτικά θεμέλια της αλλοτρίωσης της μονογαμικής αποχής έρωτος (όπου, στο μανιφέστο, με πολύ ύπουλο, ειρωνικό, διφορούμενο τρόπο, εναντιώνεται στην πολυγαμία, την οποία αποκαλεί, σαν φαλλοκράτης, κοινοκτημοσύνη των γυναικών, ισχυριζόμενος, ότι αυτή υπήρχε πάντα, μέσα στον αστικό γάμο, τον οποίο ονομάζει, κοινοκτημοσύνη των παντρεμένων γυναικών· στην συνέχεια, την εξομειώνει με την πορνεία, όπως εξομειώνει και την μοιχεία, που την χαρακτηρίζει ανεπίσημη πορνεία, και τέλος υπόσχεται, να την καταργήσει (την καταργημένη εδώ και χιλιάδες χρόνια), μαζί με τις αστικές σχέσεις παραγωγής), της τεχνολογίας, της υλικής αφθονίας· ένας τέτοιος κομμουνισμός, που διατηρεί, ενθαρρύνοντας, τον ευνουχισμό, την μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, τον καταναλωτισμό, την ιεραρχική εξουσία, τον ανταγωνισμό, την εργασιακή μανία, με κίνητρο, την υλική ανισότητα· ένας τέτοιος κομμουνισμός δεν υφίσταται, παρά μόνο, ως άλλη μορφή καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία(όπως οι πράξεις, τα γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία, κατέδειξαν), κακοποίησε, δυσφήμισε, συκοφαντώντας, την κομμουνιστική ιδέα, που δεν μπορεί, να είναι τίποτε άλλο, από την απελευθέρωση της μοναδικότητος των ανθρώπων, μέσα σε συνθήκες ισηγορίας, συνθήκες ολιγαρκούς υλικής αυτάρκειας με γεμάτα κελλάρια (από την ενασχόληση με την γεωργία, την κτηνοτροφία, όπου η μηχανή, θα είναι διακόνισσα, και όχι άνασσα), και ελεύθερο χρόνο, συνθήκες αναγνώρισης-προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και ελέγχου των γεννήσεων, συνθήκες, που μόνο η απενοχοποίηση του έρωτα εξασφαλίζει. Ο Μάρξ, ενώ επεσήμανε, δίκην ψυχαναλητού, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, με την ρήση: – το εμπόρευμα, φετίχ στις ψυχές των ανθρώπων- είπε την μισή αλήθεια! Την άλλη μισή, ότι το εμπόρευμα γίνεται φετίχ στις ψυχές των ανθρώπων, γιατί έχει ακρωτηριασθεί, εκθρονισθεί το ερωτικό-σεξουαλικό ένστικτό τους, και στην θέση του ενθρονίσθηκε το εμπόρευμα, δεν τόλμησε(δικαιολογημένα, σύμφωνα με αυτά που έγραψε στο μανιφέστο), να την πει. Εάν η δόλια βία που χαρακτηρίζει την ζωή των ανθρώπων (ξεπερνώντας την βία του ζωϊκού βασιλείου), αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη φύση, ώστε τα πράγματα, να μην είναι αντιστρέψιμα, και κάποιοι να φαντάζουμε ευήθεις! Μην χαίρεστε για την νίκη σας! η νίκη σας είναι καδμεία!

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

Ευρώπη: από το δέος της γέννησης στην ευθύνη της ωρίμανσης (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

 

Σε μια εποχή που η Ιστορία επιστρέφει όχι ως μνήμη, αλλά ως ωμή πραγματικότητα, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει: θα παραμείνει το σκηνικό των εξελίξεων ή θα γίνει ο πρωταγωνιστής τους; Η μετάβαση από την αδράνεια των βεβαιοτήτων στην επώδυνη ωρίμανση είναι πλέον επιτακτική. Ανάμεσα στον κυνισμό της ισχύος και την ανάγκη για μια νέα ενοποίηση, η Ευρώπη παύει να είναι ένας γεωγραφικός χώρος και καθίσταται μια διαρκής ηθική επιλογή.

Ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια νέα, ανήσυχη φάση, όπου οι βεβαιότητες της μεταψυχροπολεμικής περιόδου καταρρέουν η μία μετά την άλλη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι ένα περιφερειακό επεισόδιο, αλλά η πιο ηχηρή υπενθύμιση ότι η Ιστορία επέστρεψε με τη βία, ότι η ισχύς, η στρατιωτική επιβολή και η αμφισβήτηση συνόρων δεν ανήκουν στο παρελθόν. Η Ρωσία του Πούτιν δεν επιτέθηκε μόνο σε ένα κράτος, επιτέθηκε στην ίδια την ιδέα μιας Ευρώπης βασισμένης στο δίκαιο, τη συναίνεση και τη μεταπολεμική τάξη.

Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια σκηνή πολώνεται επικίνδυνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα συγκρούονται όχι μόνο οικονομικά ή τεχνολογικά, αλλά σε επίπεδο κοσμοαντίληψης. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο γίγαντες, οι υπόλοιποι δρώντες καλούνται να διαλέξουν στρατόπεδο ή να αποδεχθούν την περιθωριοποίησή τους. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη παραμένει αμήχανη, συχνά θεατής των εξελίξεων που καθορίζουν το μέλλον της.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ, με τη ρητορική του «America First», έρχεται να διαλύσει και το τελευταίο καταφύγιο ψευδαισθήσεων. Η αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ, η αντιμετώπιση των συμμάχων ως «πελατών» και όχι ως εταίρων, και η ωμή συναλλακτική λογική, σηματοδοτούν μια βαθιά ρήξη με το παρελθόν. Για πρώτη φορά μετά το 1945, η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική συνεργασία. Και αυτό μετατρέπει την ενοποίηση από ιδεώδες σε επιτακτική ανάγκη.

Το διεθνές δίκαιο υπό ομηρία

Το διεθνές δίκαιο, καρπός ιστορικών τραυμάτων και συλλογικών συμβιβασμών, υποτίθεται ότι αποτελεί το ελάχιστο κοινό έδαφος πάνω στο οποίο οι κοινωνίες επιχειρούν να συγκρατήσουν την αυθαιρεσία της ισχύος. Δεν γεννήθηκε από αφέλεια, αλλά από τη σκληρή εμπειρία πολέμων, κατοχών και γενοκτονιών, από την επίγνωση ότι χωρίς κανόνες, ο κόσμος επιστρέφει στη ζούγκλα των αυτοκρατοριών. Κι όμως, σήμερα παρακολουθούμε την ωμή και συστηματική του καταπάτηση, πρωτίστως από εκείνους που ισχυρίζονται ότι το υπερασπίζονται. Οι μεγάλες δυνάμεις, και ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ, το επικαλούνται επιλεκτικά, το χρησιμοποιούν ως ρητορικό όπλο όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και το παρακάμπτουν όταν περιορίζει την ελευθερία δράσης τους. Παρεμβάσεις χωρίς διεθνή νομιμοποίηση, μονομερείς κυρώσεις, ανοχή σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από «χρήσιμους συμμάχους» διαβρώνουν την ίδια την έννοια της διεθνούς έννομης τάξης. Έτσι, το διεθνές δίκαιο μετατρέπεται από καθολικό κανόνα σε εργαλείο ισχύος, και η υποκρισία γίνεται εξίσου επικίνδυνη με την ανοιχτή βία.

Όταν οι κανόνες υποχωρούν, η ίδια η κυριαρχία παύει να νοείται ως πολιτικό δικαίωμα και μετατρέπεται σε εμπορεύσιμο είδος. Σε αυτό το πλαίσιο, η γεωπολιτική επιστρέφει στην πιο αρχέγονη και κυνική της μορφή, εκείνη της κτηματομεσιτικής συναλλαγής, όπου η γη και οι άνθρωποι υποβιβάζονται σε περιουσιακά στοιχεία προς εκποίηση.

Μέσα στο σκοτεινό διεθνές τοπίο της εποχής μας, μια φαινομενικά περιφερειακή υπόθεση, η Γροιλανδία, αποκάλυψε με ενάργεια τη σύγκρουση δύο ασύμβατων κοσμοαντιλήψεων. Από τη μία, η επιστροφή μιας ωμής γεωπολιτικής, όπου εδάφη, λαοί και ιστορικές συνέχειες αντιμετωπίζονται ως διαπραγματεύσιμα μεγέθη, ως αντικείμενα που μπορούν να «αγοραστούν» ή να ενταχθούν σε σφαίρες επιρροής. Από την άλλη, η επίμονη, αλλά εύθραυστη, ιδέα ότι η κυριαρχία δεν αποσπάται από τη δημοκρατία και ότι η ισχύς οφείλει να δεσμεύεται από κανόνες.

Απέναντι σε αυτή τη λογική, η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός ξεχώρισε ως πράξη πολιτικής αυτοσυνείδησης. Με λόγο λιτό, στοχαστικό και βαθιά θεσμικό, υπερασπίστηκε την αρχή ότι τα κράτη δεν είναι ακίνητα προς εκποίηση και ότι οι κοινωνίες δεν αποτελούν γεωστρατηγικά πιόνια σε έναν κόσμο που επιστρέφει επικίνδυνα στη λογική των μεγάλων δυνάμεων. Τόνισε ότι η διεθνής τάξη, είναι εύθραυστη και δεν μπορεί να επιβιώσει αν απογυμνωθεί από τον σεβασμό, τη συνεργασία και την αμοιβαία αναγνώριση.

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στον Θουκυδίδη , όχι ως ρητορικό τέχνασμα, αλλά ως ιστορική προειδοποίηση. Όταν υπενθύμισε τη διαχρονική διαπίστωση ότι οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλεται, δεν την επικαλέστηκε για να τη νομιμοποιήσει, αλλά για να δείξει πόσο επικίνδυνη γίνεται όταν μετατρέπεται σε κανονιστική αρχή του σύγχρονου κόσμου. Η δημοκρατία, υπογράμμισε εμμέσως, δεν επιβιώνει εκεί όπου η ισχύς αποσπάται από την ευθύνη και το δίκαιο.

Η δύναμη αυτής της παρέμβασης δεν βρισκόταν στη στρατιωτική ή οικονομική υπεροχή του Καναδά, αλλά στην πολιτική του αυτοπεποίθηση και στη θεσμική του ωριμότητα. Ήταν μια στιγμή όπου μια χώρα μετρίου μεγέθους μίλησε με τη φωνή μιας μεγάλης πολιτικής παράδοσης. Και, αναπόφευκτα, η Ευρώπη φάνηκε ξανά απούσα, όχι επειδή στερείται λόγου, αλλά επειδή εξακολουθεί να δυσκολεύεται να τον αρθρώσει συλλογικά, ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο.

Η Ευρώπη σήμερα: αργοπορία, φόβος και ταπείνωση

Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει εγκλωβισμένη στις ίδιες της τις διαδικασίες. Οι αποφάσεις καθυστερούν, η ομοφωνία παραλύει, και η στρατηγική σκέψη θυσιάζεται στον φόβο του εσωτερικού πολιτικού κόστους. Η Ένωση αντιδρά, αλλά σπάνια προλαμβάνει. Διαχειρίζεται κρίσεις, αλλά δεν τις μετατρέπει σε άλματα ενοποίησης.

Αυτή η αδυναμία έχει κόστος. Η Ευρώπη ταπεινώνεται όταν αντιμετωπίζεται ως δεδομένος σύμμαχος ή ως αδύναμος συνομιλητής. Ταπεινώνεται όταν ο Πούτιν αγνοεί τις προειδοποιήσεις της και όταν ο Τραμπ την περιφρονεί δημόσια. Και το χειρότερο, ταπεινώνεται όταν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να αμφιβάλλουν για τη συλλογική τους δύναμη.

Ο δρόμος προς τα εμπρός, ο ρεαλιστικός φεντεραλισμός του Μάριο Ντράγκι

Σε αυτή τη σκοτεινή συγκυρία, η φωνή του Μάριο Ντράγκι ξεχωρίζει για τη νηφαλιότητα και το βάθος της. Η έκκλησή του σε ομιλία του από το Πανεπιστήμιο της Λουβέν, στις 2 Φεβρουαρίου 2026 να ξεπεράσει η Ευρώπη τις «παλιές διαιρέσεις», δεν είναι ρομαντική νοσταλγία. Είναι μια ψύχραιμη διάγνωση της πραγματικότητας. Όπως τόνισε, μόνο οι Ευρωπαίοι έχουν τη δυνατότητα να μετατραπούν οι ίδιοι σε πραγματική δύναμη, αντί να παραμένουν παγιδευμένοι ανάμεσα σε υπερδυνάμεις.

Ο «ρεαλιστικός φεντεραλισμός» που προτείνει δεν είναι άλμα στο κενό. Είναι μια πορεία σταδιακή αλλά προσανατολισμένη. Ρεαλιστική, γιατί λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές αντοχές και τις διαφορές των κρατών-μελών. Φεντεραλιστική, γιατί δεν χάνει ποτέ τον τελικό προορισμό, μια Ευρώπη με ενιαία άμυνα, συνεκτική εξωτερική πολιτική και κοινή δημοσιονομική ισχύ.

Η προειδοποίησή του είναι καίρια: «Ορισμένοι μπορεί να ξεγελούν τους εαυτούς τους ότι ο κόσμος δεν έχει πραγματικά αλλάξει». Αυτή η αυταπάτη, ότι μπορείς να διατηρήσεις τις αξίες σου παραχωρώντας ισχύ, ανεξαρτησία ή ακόμα και έδαφος, είναι θανάσιμη. Οι αξίες δεν επιβιώνουν χωρίς θεσμούς και δύναμη να τις υπερασπιστείς.

Η ενοποίηση, λοιπόν, δεν είναι απώλεια εθνικής ταυτότητας. Είναι η μόνη της σύγχρονη μορφή. Σε έναν κόσμο ηπείρων και αυτοκρατορικών λογικών, τα μεμονωμένα ευρωπαϊκά κράτη είναι ιστορικά απομεινάρια. Μαζί, όμως, μπορούν να αποτελέσουν πολιτισμική, οικονομική και ηθική δύναμη.

«Αυτό που ξεκίνησε με δέος πρέπει να συνεχιστεί με ελπίδα», είπε ο Ντράγκι. Και αυτή η φράση συμπυκνώνει το διακύβευμα. Αν η Ευρώπη τολμήσει να ενεργήσει από κοινού, θα ανακαλύψει ξανά κάτι που κοιμάται μέσα της, την υπερηφάνεια, την αυτοπεποίθηση, την πίστη σε ένα κοινό μέλλον. Και μόνο πάνω σε αυτά τα θεμέλια μπορεί να οικοδομηθεί μια Ευρώπη αντάξια της ιστορίας και των αξιών της.

Η Ευρώπη ως ηθική επιλογή

Η Ευρώπη δεν είναι γεωγραφία ούτε απλώς πολιτική κατασκευή, είναι μια ηθική επιλογή που επαναλαμβάνεται καθημερινά, συχνά σιωπηλά, συχνά κόντρα στον πειρασμό της ευκολίας και της ισχύος. Είναι η απόφαση να προηγείται το κράτος δικαίου από τον νόμο του ισχυρού, να συνομιλούν οι κοινωνίες αντί να απειλούνται, να μετατρέπεται η μνήμη της καταστροφής σε θεσμική αυτοσυγκράτηση. Σε μια ήπειρο που γνώρισε όσο καμία άλλη την αυτοκαταστροφή, η Ευρώπη υπήρξε το πιο τολμηρό της εγχείρημα, να δαμάσει την ιστορία χωρίς να την αρνηθεί.

Αυτή είναι η Ευρώπη που αγαπάμε. Η Ευρώπη του κράτους δικαίου, όπου η εξουσία λογοδοτεί, της ελευθερίας, που δεν είναι σύνθημα αλλά καθημερινή πράξη, των δικαιωμάτων, που δεν χαρίζονται αλλά κατοχυρώνονται, της συνεννόησης, που προτιμά τον δύσκολο συμβιβασμό από τη βίαιη επιβολή, της αλληλεγγύης, που αναγνωρίζει στονάλλον όχι απειλή αλλά κοινό πεπρωμένο. Μια Ευρώπη ατελής, συχνά διστακτική, αλλά βαθιά ανθρώπινη στην επιμονή της να μην εγκαταλείψει τον πυρήνα των αξιών της.

Οι εμπνευστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν οραματίστηκαν έναν τεχνοκρατικό μηχανισμό. Οραματίστηκαν μια πολιτική κοινότητα ειρήνης. «Δεν ενώνουμε κράτη, ενώνουμε ανθρώπους», έλεγε ο Ζαν Μονέ, συνοψίζοντας την ουσία ενός σχεδίου που γεννήθηκε από τα ερείπια και επέλεξε να οικοδομήσει αντί να εκδικηθεί.

Σήμερα, καθώς οι σειρήνες του κυνισμού και της ισχύος ηχούν ξανά, η Ευρώπη καλείται να θυμηθεί ποια είναι. Όχι για να επιστρέψει στο παρελθόν, αλλά για να το υπερβεί. Διότι η Ευρώπη μας, όταν είναι πιστή στον εαυτό της, δεν είναι απλώς μέρος του κόσμου. Είναι πρόταση για το πώς μπορεί να είναι ο κόσμος.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Η ζωή μπορεί να ξανακερδηθεί όταν η αρετή και η θυσία έχουν πραγματική αξία» (γράφει η Γεωργία Χάρδα)

 

Η Άλκηστη του Ευριπίδη είναι ένα έργο που σε αγγίζει στην καρδιά πριν καν τελειώσει η πρώτη σκηνή. Η ηρωίδα, Άλκηστη, δεν είναι απλά μια σύζυγος ή μητέρα· είναι η ενσάρκωση της αφοσίωσης και της ανιδιοτελούς αγάπης, που δε φοβάται να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή της για τον άνθρωπο που αγαπά. Η δύναμη αυτού του έργου βρίσκεται στην ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας: η ηρωίδα αντιμετωπίζει την απώλεια των παιδιών της, τη φρίκη του θανάτου, και όμως στέκεται με θάρρος και αξιοπρέπεια, φωτίζοντας την ανωτερότητα της ψυχής της.

Η μετάφραση του Λυκούργου Καλλέργη, που ανέβηκε για πρώτη φορά από τη Λαϊκή Σκηνή στο θέατρο Μουσούρη στις 19 Δεκεμβρίου 1934, έδωσε νέα πνοή στην αρχαία τραγωδία. Ο Κάρολος Κουν, που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, έλεγε στις πρόβες ότι «για το αρχαίο θέατρο πολλά ειπώθηκαν. Γινήκανε μελέτες, γραφήκανε βιβλία άπειρα. Εμείς, για να παίξουμε την Άλκηστη, δεν βασιστήκαμε μονάχα σ’ αυτά. Κυρίως νιώσαμε βαθιά το έργο, το μεταφέραμε στη γλώσσα μας και προσπαθήσαμε να το αποδώσουμε με τα μέσα τα δικά μας, που ’ναι ζωντανά στην ψυχή και στο μυαλό μας». Η προσέγγιση αυτή κάνει την ανάγνωση και την παράσταση να μοιάζουν σαν να ζωντανεύει μπροστά σου η ίδια η ψυχή της Άλκηστης, με κάθε της χαρά, κάθε της φόβο και κάθε της θυσία.

 

[To βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δωδώνη]

 

Ισορροπώντας την αγωνία της ζωής με το μεγαλείο της αυτοθυσίας, η τραγωδία αφήνει ανεξίτηλο το σημάδι της…. Η Άλκηστη αγαπά με όλη της την καρδιά, αλλά μαζί με την αγάπη της έρχεται και ο πόνος: η συνειδητοποίηση ότι αφήνει τα παιδιά της, την οικογένειά της, και τα ίδια τα νήματα της ζωής πίσω της. Κι όμως, μέσα από αυτόν τον πόνο, η γενναιότητα της ηρωίδας φαίνεται ακόμα πιο λαμπερή. Η επέμβαση του Ηρακλή, η παρουσία του Απόλλωνα, η αναγνώριση από τον χορό, όλα αυτά προσδίδουν στο έργο έναν τόνο που δεν είναι μόνο τραγικός αλλά και μεταφυσικά γλυκός· η ζωή μπορεί να ξανακερδηθεί όταν η αρετή και η θυσία έχουν πραγματική αξία.

Η Άλκηστη ανοίγει έναν χώρο βαθιά ανθρώπινο, όπου ο πόνος και η αγάπη συμφύρονται. Κάθε λέξη, κάθε στίχος, κάθε μοίρα της ηρωίδας μοιάζει να σε αγγίζει βαθιά, σαν να σου μιλάει κατευθείαν η ίδια. Ο Ευριπίδης δεν γράφει μόνο για τη θυσία μιας γυναίκας· γράφει για την αγάπη που δίνει νόημα στη ζωή μας, για την απώλεια που δοκιμάζει την ψυχή μας, και για την ελπίδα που φωτίζει ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές.

Είναι και μητέρα και σύζυγος και ηρωίδα. Και είναι αθώο θύμα, όχι γιατί είναι αδύναμη, αλλά γιατί η αγάπη της την βάζει σε μια θέση που ξεπερνά τον ίδιο τον θάνατο. Είναι η ανθρώπινη ψυχή που αποδέχεται τη μοίρα της με αξιοπρέπεια, που θυσιάζεται χωρίς φόβο, που αγαπά χωρίς όρους. Κι αυτό κάνει το έργο τόσο ζωντανό, τόσο αληθινό, τόσο αξεπέραστο.

Η δύναμη της Άλκηστης δεν βρίσκεται μόνο στη θυσία της· βρίσκεται στην ικανότητά της να εμπνέει, να συγκινεί και να υπενθυμίζει ότι η αγάπη και η αρετή μπορούν να αποκτήσουν διάρκεια πέρα από τον χρόνο. Όσοι έχουν διαβάσει το έργο αισθάνονται πως έρχονται αντιμέτωποι με την τραγικότητα και το μεγαλείο της ανθρώπινης ζωής. Η Άλκηστη ξεπερνά τα όρια ενός θεατρικού κειμένου και λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στην αγάπη, την απώλεια και την ηθική επιλογή.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

“Τα αμοιβαίως αποκλειόμενα” (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος πλάστηκε απευθείας από μια υπερφυσική οντότητα και ταυτοχρόνως να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος προέκυψε υπό μία μακρά διαδικασία εξέλιξης που ξεκίνησε από μονοκύτταρους οργανισμούς πριν από 3,8 δισεκατομμύρια χρόνια;

Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι το αφήγημα της δικής σου θρησκείας είναι το σωστό, ενώ το αφήγημα όλων των άλλων θρησκειών στον χώρο και τον χρόνο είναι εσφαλμένο;

Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι μια πανάγαθη υπερφυσική οντότητα επιτρέπει τους θανάτους παιδιών από σεισμούς, τσουνάμι και εκρήξεις ηφαιστείων;

Βεβαίως! Διότι η υπερφυσική οντότητα χρησιμοποίησε την εξέλιξη για να φτιάξει τον άνθρωπο, όλες οι θρησκείες, παρά τα σφάλματά τους, έχουν κοινά με την δική σου και αποδεικνύουν εκ της υπάρξεώς τους την ύπαρξη του θείου, κι ως προς το δε ανελέητο της φύσης και των πραγμάτων, άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου.

Είναι προφανές: ο κύριος Νατσιός είναι ξεκάθαρα λογικά ακεραιότερος ομιλώντας για ασυμβίβαστο. Κάποιες φορές είναι προτιμότερος ο πόλεμος από τις εξόφθαλμα παράλογες θωπείες των προδήλως αμοιβαίως αποκλειόμενων.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Και ξημερώνει ο νέος χρόνος» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

«Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά / έρχεται ο νέος με τα δώρα με τραγούδια με χαρά»
Υπάρχουν στιγμές που όσο μεγαλώνεις, αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Όχι άλλο. Κι άλλο. Έχει μεγάλη διαφορά. Δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Με οποιαδήποτε έννοια και μορφή της αγάπης. Ό,τι αγάπησες, αγάπησες. Πάει και τελείωσε. Κανένα νέος κρίκος στην αλυσίδα της προσωπικής σου αγάπης. Κανένα νέο «δώρο» όποια μορφή και να έχει. Πάει, γέμισες, τελείωσες. Αισθάνεσαι πως από εδώ και στο εξής όσα έρχονται θα είναι παραλλαγές μιας ηλιαχτίδας. Οι ζωντανοί σου και οι νεκροί σου, άνθρωποι, ζώα, τόποι, τραγούδια, βιβλία, χρώματα, σπίτια, ποδήλατα, playmobil, μικρά αντικείμενα, οποιοσδήποτε και οτιδήποτε αγάπησες εκπληρωμένα ή μη, δοτικά ή ανεπίδοτα, αληθινά ή φαντασιακά, γέμισαν τη χωρητικότητά σου. O% πλέον χώρος για άλλα.
Αισθάνεσαι πλήρης με αυτή την αγάπη που αξιώθηκες. Πολύ ή λίγη δεν έχει σημασία. Σημασία είναι ότι για σένα είναι όση «χρεώθηκες» και «χρέωσες». Κανένας και τίποτα δεν φαίνονται ικανά να μετακινήσουν τον άξονά σου. Επιστρέφεις πάντα εκεί που αγάπησες. (Όχι, λάθος χρόνος το «αγάπησες». Δεν μπορεί να αγαπάς και να είναι αόριστος. Για αυτό ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς γίνεται να ξε-αγαπάς. Μόνο τα μικρά παιδιά λένε: «δεν τον/την αγαπώ πια» όταν χωρίζουν τον πλατωνικό τους έρωτα. Και το εννοούν.)
Υπάρχουν, λοιπόν, στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Μπορείς να αισθανθείς μια νέα γλύκα, αλλά και πάλι αυτή δεν είναι τόσο ισχυρή για να εξελιχθεί σε αγάπη, όπως η χρυσαλλίδα που γίνεται πεταλούδα. Στέκεσαι τότε με μια βαθιά και ειλικρινή θλίψη απέναντι σε αυτό το νέο, όποιος και ό,τι κι αν είναι, σαν να του λες: «Λυπάμαι, αλλά ως εδώ. Η πόρτα έχει κλείσει. Το μαγαζί είναι γεμάτο. Δεν χωράει άλλους». Ακόμη κι αν αυτό το νέο στέκει και σε κοιτάζει με μάτια απορημένα, γεμάτα ανυπομονησία, γεμάτα αγάπη, εσύ μένεις πιστός στις αγάπες σου όχι από κάποια συναισθηματική ή ηθική υποχρέωση, αλλά γιατί δεν μπορείς να αισθανθείς ξανά το ίδιο.
Το ξέρω, είναι ύβρις να σου υπόσχονται αγάπη και να μη τη δέχεσαι. Όχι γιατί είσαι ανήμπορος λόγω παλαιών τραυμάτων, αλλά γιατί δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Τόσο απλά. Κι αν κάποιος αναρωτηθεί: «Γνώρισες όλα τα είδη της αγάπης για να αισθάνεσαι πλήρης;» του απαντάς κατηγορηματικά: «Όχι. Γνώρισα τα βάθη όσων αγαπώ». Και το βυθόμετρο είναι πάντα υποκειμενικό.
Υπάρχουν, ναι, στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο. Και στιγμές που νιώθεις ότι μπορείς αυτό το αίσθημα να το εκφράσεις. Δίχως να τρέμεις να μαρτυρήσεις την αγάπη μήπως και χαθεί, πετάξει, σου φύγει. Όπως, δηλαδή, τότε, μικρός, που φοβόσουν να μετρήσεις στον ουρανό τα αστέρια μην τύχει και βγάλεις πανάδες στα χέρια. (Μα ποιος στ’ αλήθεια σκέφτηκε αυτή την απειλή; Ποια θεότητα, ποια δεισιδαιμονία, ποιος αναλφαβητισμός μάς «γλεντούσε» τόσο άχαρα;) Υπάρχουν, λοιπόν, στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να αγαπήσεις κι άλλο.
Και τότε έρχεται ένας στίχος από το παρελθόν: «Μόνον όποιος αγάπησε πολύ, / μπορεί να αγαπήσει πάλι.»*
Και ξημερώνει ο νέος χρόνος.
Καλή χρονιά σε όλες και όλους. Με υγεία και αγάπη.
*Από το βιβλίο του Σωτήρη Παστάκα, «Νήσος Χίος». 

 

Διαβάστε περισσότερα