Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Valentine’s day (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Δεν ξέρω πότε ζήλεψα περισσότερο, όταν, στην παρουσίαση του «Μονογράμματος» του Οδυσσέα Ελύτη, διάβαζε ο Τάκης Χορν τους υπέροχους στίχους, ή όταν ο Κωνσταντίνος Μαρκοράς διάβαζε τηλεοπτικώς στην Μαρίνα Κουντουράτου το ίδιο και αυτό ποίημα; Ας μην ψεύδομαι. Ξέρω.

Είναι κάποια ποιήματα που μες στα βιβλία στέκουν παράταιρα. Η θέση τους είναι στις στάσεις των λεωφορείων, στο γκράφιτι των πλινθόκτιστων τοίχων, στις υπόγειες διαβάσεις και τις στάσεις του μετρό. Κάποια ποιήματα φτιάχτηκαν για να παρεισφρύσουν όπου οι άνθρωποι περπατούν σκυφτοί και βιαστικοί, όπου οι ζητιάνοι ζητιανεύουν, όπου οι ναρκωμανείς ψάχνουν τη φλέβα τους. Τα ωραιότερα από αυτά είναι ποιήματα του έρωτα. Και τα ωραιότερα από τα ποιήματα του έρωτα μιλούν για χωρισμό.

Το ποίημα του Σωτήρη Παστάκα «Νήσος Χίος» είναι ένα από αυτά─ κι όπως τα περισσότερα από τα ποιήματα που πλάστηκαν με σπλάχνα, εσωτερικά όργανα, μεστά σωματικά υγρά, έχει προσπεραστεί από το φως. Ας είναι.

Το μνημειώδες ποίημα του νομπελίστα δεν το έφερα τυχαία στη συζήτηση. Παιγμένο, όπως όλα τα ποιήματα του ποιητή, με ορχήστρα συμφωνική, δικαίως βρίσκεται παντού. Είμαι, όμως, αρκετά, αναιδής και αυθόρμητος για να πιστεύω ότι το μπλουζ που μπορεί να παίξει μια ηλεκτρική κιθάρα, δεν μπορεί να παιχθεί από μια συμφωνική ορχήστρα, κι ότι στη φλέβα του ναρκωμανή δεν μπορεί να απευθυνθεί το πρώτο βιολί.

Υπάρχει μια στάση απέναντι στο γράψιμο και τα πράγματα που προϋποθέτει το τσαλάκωμα. Μια περιοχή στην οποία η έκφραση παρουσιάζει ελάχιστη συνείδηση της παράστασης που μοιραία δίδει και περιελίσσεται τόσο πηγαία όσο η ανεπεξέργαστη εξομολόγηση κάτω από το πετραχήλι της οδύνης.

Εδώ φύεται η «Νήσος Χίος» του Σωτήρη Παστάκα, ένα στριφτό τσιγάρο κάτω από μια λάμπα που τρεμοσβήνει.

Μετρώ τα δάκτυλα του δεξιού μου χεριού
και τα βρίσκω πέντε. Μετρώ τα δάκτυλα
των δύο μου χεριών και τα βρίσκω δέκα.
Μετρώ όλα τα δάκτυλα και τα βρίσκω είκοσι.
Τα δόντια τριάντα δύο. Τις αισθήσεις μου
πέντε. Ακέραιο, δεν μπορώ να πω, με άφησε
το πάθος σου κι η αγάπη μου για σένα.

Δεν μετρώ τα ποτά, δεν μετρώ τα τσιγάρα.

Στην αρχή του ποιήματος γίνεται ξεκάθαρο: ο αφήγητης είναι διαλυμένος. Δεν είναι, όμως, αυτό το στίγμα που έχει σημασία. Δίδεται μια υπόσχεση που πρόκειται με χειρουργική λεπτότητα να διερευνηθεί στη συνέχεια: πώς είναι ο χωρισμός όταν η αγάπη του ενός, η χωρίς ανταπόκριση, είναι η αγάπη του άνδρα;

«Αντίπαλο έχεις μόνον τον εαυτό σου»,
έλεγες, «τι σημασία έχουν οι αντεραστές,
με τον εαυτό σου πρέπει να μετρηθείς,
τον εαυτό σου κοίτα να νικήσεις».
Δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελα να καταλάβω.
Αναλφάβητος των αισθημάτων ήμουν
κι ακόμη θεωρούμαι: τον εαυτό μου να υπερβώ,
να τον νικήσω; Κι εγώ τι θ’ απογίνω;

Μια γυναίκα χωρίζει γιατί στην προκρούστρεια κλίνη της φαντασίας της, το σώμα του ανδρός περίσσεψε. Σαφώς και υπάρχουν αρμοδιότεροι για να διερευνήσουν τη γυναικεία ψυχοσύνθεση από τους ποιητές (το λέω για τους κακεντρεχείς που θα διαβάσουν ως θέσφατο την προηγούμενη πρόταση, όπως και αρκετές από τις επόμενες), οι ψυχίατροι ας πούμε, όμως εδώ ο αφηγητής, εξ αμφοτέρων των ιδιοτήτων του, είναι ξεκάθαρος: πονά γιατί είναι αυτός που είναι, ανεπαρκής μιας φαντασιακής σύλληψης. Αναρωτιέμαι: πόσοι άνδρες χώρισαν επειδή η γυναίκα τους δεν έγινε άλλη από αυτή που φαντάστηκαν;

Η απόγνωση δεν είναι ακόμη πόνος.
Είναι θυμός, αντεκδίκηση,
ζώσα λάβα και ζωντανή χειρολαβή,
που σου προσφέρω να πιαστείς,
να σε τραβήξω πάλι κοντά μου.

Πυγολαμπίδα της αυγής
μεταλαβιά μου,
μαύρε κονδυλοφόρε μου
μην με παρεξηγήσεις: σε θέλω
ακόμη ζωντανή, γι’ αυτό
σε λούζει ο θυμός μου.

Η οργή του προδομένου άνδρα είναι κοινός τόπος για τους δικηγόρους διαζυγίων, τους αυτοκινητιστές, τους κουρείς και όλους όσοι περπατούν στον κόσμο. Αλήθεια, ποια γυναίκα οργίστηκε επειδή την εγκατέλειψαν;

Κάποιες σκέψεις αναπαράγονται
από μόνες τους, κάποιες ημέρες
ξεχωρίζουν κι από μία διαφορετική
επινόηση του ταλέντου σου,
μια προβοκάτσια: στο φως της ημέρας
να φαντάζεσαι σκοτάδια,
στις φωτεινές επιγραφές των δρόμων,
διάβαζα την αμετάκλητη καταδίκη μου,
έβλεπα στα κρυφά να σφουγγίζεις
ένα δάκρυ. Κάτι μέσα σου
με είχε καταδικάσει για πάντα.

Να είσαι ήρεμος μες σε πέλαγος ευτυχίας κι αίφνης να εμφανίζεται μια οριστική, αμετάκλητη καταδίκη, άγνωστης προέλευσης, άγνωστης ζύμωσης, δίχως και το παραμικρό ίχνος προηγούμενης νοσηρής συμπτωματολογίας. Αλήθεια, πόσες φορές μια γυναίκα εγκαταλείφθηκε δίχως να το περιμένει;

Δεν με νοιάζει ποιανού λύνεις
τα κορδόνια, τίνος το στήθος
θωπεύεις, παίζοντας με το πουκάμισο
και τα κουμπιά του. Δεν με νοιάζει
σε ποίον κατεβάζεις το φερμουάρ
και λύνεις το ζωνάρι. Σε ποίον
περιποιείσαι τα νύχια των ποδιών του,

πες μου.

Παρά την αναπτυγμένη φιλολογία της γυναικείας ανάγκης για προσοχή, αλήθεια, ποια γυναίκα αναπόλησε τη φροντίδα του ανδρός φεύγοντας; Αντιστρόφως: πόσοι άνδρες αναπόλησαν τη φροντίδα της γυναίκας φεύγοντας, ακόμη κι αν δεν ένιωσαν το παραμικρό για εκείνη;

Άρπαξες την τσάντα σου
κι έφυγες, μόλις μας έφεραν
την παραγγελία. Μένω.
Τον χαμένο σου έρωτα να μην τον
θεωρώ ακόμη χαμένο,
καθώς ιδρώνει ο φραπές
και παραμένει ορφανό
το καλαμάκι.

Να λυπάσαι περισσότερο κάποιον που απόμεινε μόνος σε ένα τραπέζι από κάποιον που γρονθοκοπήθηκε αλύπητα από εγκληματίες. Να είναι πιο επώδυνο ένα άρπαγμα τσάντας και ένα ορφανό καλαμάκι από έναν καρκίνο που σου κατατρώγει τα σωθικά. Αλήθεια, ποια γυναίκα πληγώθηκε ποτέ επειδή κάποιος άρπαξε την τσάντα του και έφυγε;

Όσο βρίσκεσαι μακριά μου, φοβάμαι
την κακοσμία του στόματος,
τους πενθοφορούντες όνυχες,
τις αποφορές του σώματος,
που πας μειλίχια να διορθώσεις.
Φοβάμαι, πως πολύ σύντομα
θα κατακτήσεις το υψηλό επίπεδο ερωτικής
τέχνης, που ενίοτε επιτυγχάνουν

μόνον οι γυναίκες που δεν αγαπήσανε ποτέ.

Για το περήφανο λιοντάρι που δάγκωσε τα οστά με όλη την ορμή της πείνας του, η απόρριψη διαρκεί ως κατάθλιψη. Εξαλείφει όλους τους πραγματικούς πόνους, αφήνοντας στη θέση τους το μίσος για τον εαυτό: να φοβάσαι να είσαι.

Μόνο καλό μου έκανες.
Κι από τότε που έφυγες
μ’ έκανες καλύτερο.

Η Αλαζονεία, η Ματαιοδοξία
παρέδωσαν τη θέση τους
στην Αλληλεγγύη, την Κατανόηση
την άφεση των ζώντων όλων.

Η αγάπη με είχε κάνει ψωροπερήφανο
η άρνησή σου με έκανε Ψυχίατρο.

Αυτή, λοιπόν, είναι η αγάπη του άνδρα: μια καταδικασμένη προσπάθεια να κατανοήσει αυτό που δεν μπορεί να κατανοηθεί, και που του ανοίγει την αγκαλιά για να χωρέσει τα πάντα˙ εκτός από τον εαυτό του.

Προφανώς δεν πρόκειται για κριτικό σημείωμα. Στον ποιητή, ούτως ή άλλως, απευθύνομαι. Καταλαβαίνω, καπτάνιο. Κι απόψε το βράδυ με φακό θα γράψω στον τοίχο του εσπερινού λυκείου:

Δεν θέλησες ομού να καταλήξουμε:
ελεύθερο μου άφησες τον στίχο…

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Μέρες που είναι, θυμήθηκα τον Καβάφη, ο οποίος αφιέρωσε 12 ποιήματά του στον Ιουλιανό τον «Αποστάτη», στολίζοντάς τον με αρκετά «όμορφα» λογάκια («φαύλος», «κάθαρμα», «ηγεμονίσκος», «ανόητος», «μιαρότατος», «αποτρόπαιος», «γελοιωδέστατος» κ.ά.).

Θυμήθηκα όμως και οτι, μάλλον περισσότερο, τον ενοχλούν οι υποκριτές Αντιοχείς: «Ήτανε δυνατόν ποτέ ν’ απαρνηθούν την έμορφή τους διαβίωσι· […] Aνήθικοι μέχρι τινός —και πιθανόν μέχρι πολλού— / ήσαν. Aλλ’ είχαν την ικανοποίησι που ο βίος τους / ήταν ο π ε ρ ι λ ά λ η τ ο ς βίος της Aντιοχείας, / ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος» .

Το πιο οδυνηρό όμως είναι ο στίχος που ο Καβάφης σκόπιμα αφήνει να αιωρείται εκεί, μόνος του και για πάντα:

«Να τ’ αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τί;»

`

 

***************************************************************************

Κ. Π. Καβάφης, «Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς»

 

«Το Χι, φασίν, ουδέν ηδίκησε την πόλιν ουδέ το 

Κάππα. ……. Τυχόντες δ’ ημείς εξηγητών……

εδιδάχθημεν αρχάς ονομάτων είναι τα γράμμα-

τα, δηλούν δ’ εθέλειν το μεν Χριστόν, το δε 

Κωνστάντιον»

    Ιουλιανού, Μισοπώγων

 

Ήτανε δυνατόν ποτέ ν’ απαρνηθούν

την έμορφή τους διαβίωσι· την ποικιλία

των καθημερινών τους διασκεδάσεων· το λαμπρό τους

θέατρον όπου μια ένωσις εγένονταν της Τέχνης

με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις!

Aνήθικοι μέχρι τινός —και πιθανόν μέχρι πολλού—

ήσαν. Aλλ’ είχαν την ικανοποίησι που ο βίος τους

ήταν ο π ε ρ ι λ ά λ η τ ο ς  βίος της Aντιοχείας,

ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος.

Να τ’ αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τί;

Τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του,

τες ανιαρές περιαυτολογίες·

την παιδαριώδη του θεατροφοβία·

την άχαρι σεμνοτυφία του· τα γελοία του γένεια.

A βέβαια προτιμούσανε το Χι,

α βέβαια προτιμούσανε το Κάππα· εκατό φορές.

 

 

*********

 

 

 

 

Το Ίδρυμα Ωνάση, ανταποκρινόμενο για άλλη μία φορά στην ανάγκη ανοιχτότητας, προσβασιμότητας και διάδοσης του έργου του Κ. Π. Καβάφη, επενδύει στη δημιουργία του νέου χώρου του Αρχείου Καβάφη στην καρδιά της Αθήνας που θα φιλοξενεί το λογοτεχνικό και το προσωπικό αρχείο του ποιητή, καθώς και 966 βιβλία που περιλαμβάνονταν στη βιβλιοθήκη του, αλλά και μια συλλογή τεκμηρίων και έργων τέχνης με αναφορές στον ίδιο. Ακόμα ένας χώρος πολιτιστικής κληρονομιάς ανοίγει για όλους τους κατοίκους της πόλης, τους ερευνητές και τους επισκέπτες από όλο τον κόσμο.

Αρχείο Καβάφη
Φρυνίχου 16B, Πλάκα, 10558

Ωράριο λειτουργίας: Τρίτη, Πέμπτη & Σάββατο, 11:00-18:00
Είσοδος ελεύθερη
Πληροφορίες: 210 3713 000

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Θέτοντάς τους στην υπηρεσία του» (γράφει ο Λεωνίδας Καζάσης)

 

Η κοινωνία προόδευσε ξαφνικά: σύμφωνο συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους· γάμος μεταξύ τους· ανατροφή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια· δικαίωμα αλλαγής φύλου διά χρήσεως ορμονών και ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων – ό,τι πιο επώδυνο, πιο καταστροφικό!

Μεγάλες νίκες, ανέλπιστες των ομοφυλοφίλων· κατά τα άλλα, αποκαλούν πουτάνα, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες, όποια γυναίκα συνουσιάζεται άνευ υλικών ανταλλαγμάτων, την φύση της ακολουθώντας, ποθώντας τα αρσενικά, επιδιώκοντας την ανυπέρβλητη του οργασμού χαρά!

Γι’ αυτό οι γυναίκες δεν λένε καλημέρα στους άνδρες, ούτε καν τους κοιτούν, για να μην χαρακτηριστούν εύκολες! Οι γυναίκες ενοχλούνται ακόμη και όταν τις  κοιτούν οι άνδρες, αγριοκοιτάζοντάς τους!  Τέτοιο πουριτανικό μίσος μεταξύ των δύο φύλων! Προοδευτικό! Οι ομοφυλόφιλοι λοιπόν, θα πρέπει, με τις ευλογίες του συστήματος να μοιάσουν στους αναφρόδιτους, οικογενειόπληκτους ετεροφυλόφιλους (που ούτε ετεροφυλόφιλοι είναι, αφού η μονογαμική αποχή και η πολύωρη εργασία, έχει καταστήσει αυτούς ευνούχους), μήπως και τους δεχτούν στην εκπαίδευση, στα ιερατεία, στα νοσοκομεία, στο δικαστικό σώμα, στα σώματα ασφαλείας, στις ένοπλες δυνάμεις (όσοι ομοφυλόφιλοι-ομοφυλόφιλες παρεισέφρησαν στα σώματα αυτά, κρύβουν την ερωτική τους προτίμηση για να μην τους αποβάλλουν από αυτά) να διδάσκουν, να λειτουργούν, να δικάζουν, να διοικούν, ως λειτουργοί, αξιωματούχοι και ως πρωθυπουργοί ακόμη!

Χρήσιμο είναι να αναφερθεί, ότι στην αρχαία Ελλάδα πολλές πόλεις είχαν νομιμοποιήσει την ομοφυλοφιλία (ενώ άλλες ήσαν ελαστικές προς αυτήν, όπως η Αθήνα) μεταξύ ερωμένου και ερώντος, δηλαδή, μεταξύ εφήβου και γυμναστού-δασκάλου ο οποίος προσπαθούσε τόσο για τη σωματική άσκηση, όσο και για την ψυχοπνευματική καλλιέργεια του εφήβου, και ότι στη Θήβα, είχαν συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα από ερωτικά ζευγάρια ομοφύλων (τον λεγόμενο Ιερό Λόχο), διότι θεωρούσαν ότι ως ερωτευμένοι θα έφθαναν, αισθανόμενοι την υπερβατική έκσταση που ο έρωτας χαρίζει, σε πράξεις απαράμιλλης γενναιότητας, σε περίπτωση πολέμου.

Αυτά μεταξύ άλλων, έγραψε ο Ιωάννης Συκουτρής (φιλόλογος, υφηγητής της φιλοσοφικής σχολής) στην εισαγωγή του Συμποσίου, όταν μετέφρασε και σχολίασε το γραπτό αυτό μνημείο του Πλάτωνος, του οποίου την εισαγωγή, την μετάφραση, τον σχολιασμό ολοκλήρωσε το 1934.

Ο Ιωάννης Συκουτρής, για την αναφορά του στην ομοφυλοφιλία των αρχαίων Ελλήνων, στην εισαγωγή του Συμποσίου, κατηγγέλθη το 1936 για ανηθικότητα (προβολή της ομοφυλοφιλίας) και κυνηγήθηκε από την Ελληνική, μικροαστική, φασιστική, ομοφοβική κοινωνία των γονέων και κηδεμόνων της Πάτρας, των διαφόρων επαγγελματικών σωματείων, της Ιεράς Συνόδου, των ακαδημαϊκών κύκλων της εποχής, εξωθούμενος στην αυτοκτονία από υπερβολική δόση βερονάλ, τον Σεπτέμβρη του 1937 σε ξενοδοχείο της Κορίνθου.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να σκόρπιζε γιασεμιά» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

«Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να / Σκόρπιζε γιασεμιά / φωτίζοταν για λίγο η νύχτα»
(Τάσος Λειβαδίτης]
Ο Πάμπλο Νερούδα, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, γράφει σε ένα ποιήμά του: «Πάρε μου το ψωμί, αν θέλεις,/ πάρε μου τον αέρα, αλλά / μη μου παίρνεις το γέλιο σου».
Είδα φωτογραφίες της Άννας. Ένα γέλιο πρόσωπο. Πόσους βλέπεις πια να γελάνε και ν’ ανθίζουν από άκρη σε άκρη χείλη, μάτια, βλεφαρίδες, μέτωπο, μαλλιά; Πόσους να περπατάνε και να σφυρίζουν έναν σκοπό; Να βαδίζουν με τα χέρια μπλεγμένα πίσω από την πλάτη; Να έχουν ένα καθημερινό λουλουδάκι στο πέτο; Να σταματάνε άξαφνα κοιτώντας μ΄ένα ηλίθιο βλέμμα -όπως το ορίζει ο Κορτάσαρ- κάτι ασήμαντο που τους ενθουσίασε; Να καλημερίζουν έναν άγνωστο μόνο και μόνο γιατί τους άρεσε μια κίνησή του; Να φωτογραφίζουν χωρίς να περιέχονται; Να αφαιρούνται, να παραμιλάνε, να λιγοστεύουν;
Μαζί με την Άννα δολοφονήθηκε και αυτό το γέλιο της. Κατακτημένο με πολύ πόνο και κόπο.
Ποιος τάφος άραγε μπορεί να το χωρέσει;
Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

Ανύπαρκτα σχολεία (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Στο σχολείο αυτό δίδασκαν δυο ποιητές, ο Οδυσσέας και ο Μαθιός, που καθόλου δε μιλιόντουσαν. Μια μέρα ο Μαθιός πήγε κι έπιασε το διευθυντή και του είπε:

Κύριε Διευθυντά, έχω να αναφέρω πως ο Οδυσσέας έγραψε ένα στίχο που λέει:

«Άξιον εστί του αιδοίου το μενεξεδένιο αλάτι».

«Αίσχος!», αναφώνησε ο διευθυντής. «Φωνάξτε μου τον Οδυσσέα».

«Οδυσσέα, απολύεσαι!», ανακοίνωσε ο διευθυντής στον αμαρτωλό. «Γιατί;», ρώτησε εκείνος. «Διότι τέτοιοι στίχοι», είπε ο διευθυντής, «δε στέκουν εις τα χείλη των καθηγητών».

«Εσάς, κύριε διευθυντά, ποιος σας είπε ότι έγραψα αυτό το στίχο;», ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Ο Μαθιός», απάντησε ο διευθυντής.

«Το γνωρίζετε, κύριε διευθυντά, ότι ο Μαθιός έχει γράψει το ακόλουθο ποίημα;», ρώτησε ο Οδυσσέας.

Ήτανε μια κοπέλα στο Κουμπάγκο
που ήταν χωμένη κάτω απ’ έναν πάγκο·
σαν της εδείχναν ψωλή
έβγαζε την κεφαλή
και την πιπίλα˙ σαν της δίναν ένα φράγκο.

«Φυσικά και το γνωρίζω», απάντησε ο διευθυντής.

«Θα τον απολύσετε, λοιπόν, και αυτόν;».

«Όχι, βέβαια», αποκρίθηκε ο δίκαιος, «ο Μαθιός αυτά τα έγραψε με ψευδώνυμο».

Τοιουτοτρόπως απελύθη ο Οδυσσεύς, αποχωρώντας ανακουφισμένος που στην πραγματικότητα τέτοια σχολεία δεν υπάρχουν.

******

*Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική, μόνον ο στίχος και το ποίημα αληθεύουν. Ο στίχος, από το «Άξιον εστί» του Οδυσσέα Ελύτη και το ποίημα, από τα «Εντεψίζικα» του Γιώργου Σεφέρη.

Διαβάστε περισσότερα