Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο Ποιείν

Nightwish, “Η Συνειδητοποίηση”

 

We are going to die, and that makes us the lucky ones
Most people are never going to die because they are never going to be born
The potential people who could have been here in my place
But who will in fact never see the light of day outnumber the sand grains of Sahara
Certainly those unborn ghosts include greater poets than Keats, scientists greater than Newton
We know this because the set of possible people allowed by our DNA
So massively exceeds the set of actual people
In the teeth of these stupefying odds it is you and I, in our ordinariness, that are here
We privileged few, who won the lottery of birth against all odds
How dare we whine at our inevitable return to that prior state
From which the vast majority have never stirred?

Richard Dawkins

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Άλκης Μπαλτάς, «”Ο Εγωιστής Γίγαντας” του Όσκαρ Ουάϊλντ», Subways Music, 2020

Ο Άλκης Μπαλτάς ενορχηστρώνει και διασκευάζει μελωδίες από τον μεσαίωνα και “αγκαλιάζει” τη γνωστή ιστορία του γίγαντα που δεν αγαπούσε κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό του. Το παραμύθι αφηγείται ο Κώστας Τσιάνος. Τη Μικτή Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας, τη Συμφωνική Ορχήστρα Νέων του Δήμου Λαρισαίων, καθώς και την Παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας, διευθύνει ο Δημήτρης Καρβούνης.

`

*************************************************

Κάθε απόγευμα γυρίζοντας απ’ το σχολείο, τα παιδιά συνήθως πήγαιναν να παίξουν στον κήπο του Γίγαντα.

Ήταν ένας τεράστιος πανέμορφος κήπος, με μαλακό πράσινο γρασίδι. Εδώ κι εκεί στο γρασίδι ξεπρόβαλλαν υπέροχα λουλούδια, σαν αστέρια, και υπήρχαν και δώδεκα ροδακινιές που την άνοιξη φούντωναν από λεπτοκαμωμένα ροζ και λευκά λουλουδάκια, και το φθινόπωρο ήταν φορτωμένες νόστιμα φρούτα. Τα πουλιά κάθονταν πάνω στα δέντρα και τραγουδούσαν τόσο γλυκά, που τα παιδιά συνήθιζαν να σταματούν το παιχνίδι τους για να τ’ ακούσουν. «Πόσο ευτυχισμένα είμαστε εδώ!» φώναζαν με χαρά το ένα στο άλλο.

Μια μέρα, ο Γίγαντας γύρισε. Είχε πάει να επισκεφτεί το φίλο του, το Δράκο της Κορνουάλης, κι είχε μείνει μαζί του εφτά ολόκληρα χρόνια. Όταν πέρασαν τα εφτά χρόνια, είχε πει όλα όσα είχε να πει, μιας και οι κουβέντες του ήταν μετρημένες, κι έτσι αποφάσισε να γυρίσει στο δικό του κάστρο. Μόλις έφτασε, είδε τα παιδιά να παίζουν στον κήπο.

«Τι κάνετε εκεί πέρα;» φώναξε με τραχιά* φωνή, και τα παιδιά σκόρπισαν μακριά.

«Ο κήπος μου είναι κήπος μου» είπε ο Γίγαντας «και βάλτε καλά στο μυαλουδάκι σας πως δε σκοπεύω να αφήσω κανένα να παίζει εδώ εκτός από τον εαυτό μου». Κι έτσι έχτισε ολόγυρα έναν πανύψηλο τοίχο, κι έβαλε μια πινακίδα που έλεγε:

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ
Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ

Ήταν στ’ αλήθεια ένας πολύ εγωιστής Γίγαντας.

Τα καημένα τα παιδιά δεν είχαν πια πού να παίξουν. Προσπάθησαν να παίξουν στο δρόμο, όμως ο δρόμος ήταν πολύ σκονισμένος και γεμάτος τραχιές πέτρες και δεν τους άρεσε. Συνήθιζαν να σκαρφαλώνουν στον ψηλό τοίχο, όταν τελείωναν τα μαθήματά τους, και να μιλούν για τον όμορφο κήπο. «Τι όμορφα που ήταν τότε» έλεγαν μεταξύ τους.

Ώσπου ήρθε η Άνοιξη, και στη χώρα, απ’ άκρη σ’ άκρη, ξεπρόβαλαν μικρά μπουμπούκια και πουλιά. Μονάχα στον κήπο του εγωιστή Γίγαντα δεν έλεγε να τελειώσει ο χειμώνας.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Νίκος Μπαλής- Ηλίας Λαμπρόπουλος, «Μνήμη Κύματος» (ποίηση: Διονύσης Καρατζάς), 2018

Πρόκειται για την πρώτη δισκογραφική δουλειά του Μουσικού Εργαστηρίου του Παμμικρασιατικού Συνδέσμου Πάτρας  σε μελοποιήσεις του Νίκου Μπαλή  και Ηλία Λαμπρόπουλου στον λόγο του Διονύση Καρατζά έξι μελοποιημένα ποιήματα (Μνήμη Κύματος, Κριός Καιρός, Από κυκλώνες σε σιωπές, Αλλαγή καιρού, Οι εποχές μου, Πληρωμή) που ερμηνεύουν η Μαρία Ρούτση, η Σοφία Ραφτούλη και ο Ηλίας Λαμπρόπουλος και δύο ποιήματα (Ονειροκρίτης, Απέναντι πατρίδα) τα οποία απαγγέλλει ο Καρατζάς. 

`

 

ΜΝΗΜΗ ΚΥΜΑΤΟΣ

Κεντώ στο σώμα μου παραμύθια της νύχτας
ν’ αρχίσει η θάλασσα τραγούδι, μοναξιά,
ταξίδι της καρδιάς μου.
Εσύ στον άνεμο με σκορπάς και με τάζεις
στη μνήμη κύματος.
Θα χορέψεις γυμνή κι εμένα θα τρελάνεις.
Σε ποιο ποτάμι λούζεσαι, σε ποιο νερό ανθίζεις;
Χωρίς να θέλω χάνεσαι στο νου ξαναγυρίζεις.
Θα παίξω μ’ όνειρα και στον πόνο θα δώσω το χρώμα έρωτα
ν’ αγαπήσω, ν’ αγαπηθώ
τα δώρα τ’ ακριβά μου.
Εσύ στον άνεμο με σκορπάς και με τάζεις
στη μνήμη κύματος.
Θα χορέψεις γυμνή κι εμένα θα τρελάνεις.

`

 

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

«Ο Αντώνης Φωστιέρης διαβάζει Φωστιέρη», Lyra, 2009

Η σκέψη ανήκει στο πένθος

Εγκαταλείπω ξανά τη σιωπή της ψυχής μου
Και μπαινοβγαίνω στα εκκωφαντικά λιθογραφεία
Του τίποτα. (Πέτρινοι κύλινδροι αλέθουν συλλαβές
Να μη μας λείψει το επιούσιο ποίημα). Μαύρο ψωμί
Με μαύρο αλεύρι – αναρωτήθηκε άραγε κανείς
Γιατί στο τύπωμα βγαίνουν οι λέξεις
Μαύρες;
Ποια γενετήσια κλίση αποφάσισε
Πως είναι πένθος κάθε σκέψη; Ποιο ένστικτο
Ρίχνει χαστούκι στα εύοσμα
Παιδιά της σημειολογίας
Που άφησαν
Σκανδαλωδώς να τους ξεφύγει το εμφανές;

(Προσποιούμενος συχνά συγκινήσεις
Κατάντησα ευαίσθητος.

Και με τι χέρια να ζυμώσεις τώρα το ψωμί
Με τι κουράγιο να τελειώσεις ποίημα).

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Άλκη Ζέη (1925 – 2020), «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου», εκδ. Κέδρος, 1971

 

Η Άννα Σακαλή διαβάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη “Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου” στην εκπομπή της “Η καλή μέρα από τη μουσική φαίνεται” στο Τρίτο Πρόγραμμα.

`

[…] Ο Πέτρος δεν το ‘θελε να πεθάνει από πείνα. Προχωρούσε στην άγνωστη γειτονιά. Ένιωσε τα μάτια του να τον τσούζουν από τα δάκρυα που δεν έβγαιναν. Είχε διαβάσει για ένα αγοράκι σαν και κείνον, που πεινούσε κι αυτό, μα έκανε χίλια δυο κατορθώματα σε μια επανάσταση στο Παρίσι, στα παλιά χρόνια. Έτρεχε από οδόφραγμα σε οδόφραγμα, κουβαλούσε φισέκια, έφερνε μηνύματα στους επαναστάτες… Γαβριά τον λέγανε, δεν ήτανε τ’ όνομά του, αλλά το παρατσούκλι του. Άραγε τον τραβούσε και κείνον τόσο δυνατά το στομάχι; Ο Πέτρος έσκασε μόνο δύο λάστιχα σε γερμανικά φορτηγά, το ένα, μάλιστα, λέει πως το ‘κανε ο Σωτήρης. Ούτε οδοφράγματα ούτε φοιτητές με τα λάβαρα μπροστά ούτε τίποτα.

Μόνο ένας ένας πέφτουν στο δρόμο οι διαβάτες από την πείνα. Μήπως έπεσε κι ο Γιάννης και έχει τόσες μέρες να φανεί; Την τελευταία φορά είχε τόσο αδυνατίσει, που το μπαλάκι του πιγκ πογκ στο λαιμό του* είχε τόσο ξεπεταχτεί ακόμα πιο πολύ, θαρρείς σε λίγο θα ‘φεύγε από το λαρύγγι του και θα ‘κανε γκελ χάμω.

Κατάλαβε πως είχε μπερδευτεί σε άγνωστα δρομάκια και προχώρησε να στρίψει, να βγει στη μεγάλη λεωφόρο, κι από κει ήξερε να πάει. Έστριψε και νόμισε πως ονειρεύεται.

Πέρα, από τη μεγάλη λεωφόρο, ερχότανε μια αλλόκοτη λιτανεία. Βάδιζε κόσμος πολύς, βουβός, λες και ήτανε μαγεμένος. Μπροστά πηγαίνανε ανάπηροι πάνω στα καροτσάκια τους, που τα ‘σπρωχναν νοσοκόμες, ντυμένες τις στολές τους. Πιο πίσω άλλοι ανάπηροι με τα δεκανίκια τους και πάρα πίσω κόσμος, κόσμος ατέλειωτος, που κρατούσανε τεντωμένα άσπρα πανιά* που γράφανε πάνω τους με τεράστια μαύρα γράμματα: «ΠΕΙΝΑΜΕ». Δεν ακουγόταν άλλος θόρυβος παρά το γκαπ γκουπ από τα δεκανίκια πάνω στην άσφαλτο. Ύστερα ακούστηκαν και ξερά κλακ κλικ από αυτόματα που τα οπλίζανε. Γύρισε ο Πέτρος και είδε να έρχονται από παντού καραμπινιέροι*. Ο κόσμος προχωρούσε σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Ο Πέτρος θα ‘θελε να το βάλει στα πόδια, μα στεκότανε καρφωμένος, λες και τον είχανε μαγέψει. Τα καροτσάκια με τους ανάπηρους όλο και πλησίαζαν, ο αέρας ανέμιζε σαν σημαίες τα μαντίλια των νοσοκόμων.

Διαβάστε περισσότερα