Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Ραδιόφωνο Ποιείν

Γιάννης Καλπούζος, Στίχοι

Εγώ λυγμών καρπός

Πίσω απ’ του νου μου το λευκό και την ηχώ του χρόνου
δίδυμη νύχτα το κακό, που πυρπολεί το φως μου
θειάφι μυρίζει το νερό, σκουριά κυλάει στο αίμα
το μόνο που `χω καθαρό είν’ το δικό σου βλέμμα.

Εγώ λυγμών καρπός, εγώ ματαίων κόπος
εγώ ο άκτιστος ναός, εγώ κρανίου τόπος
κι εσύ της γης πνοή το πρωινό του Απρίλη
με των ονείρων το φιλί μου γλύκανες τα χείλη.

Όλου του κόσμου τα δεινά νιώθω δικά μου χρέη,
σαν ασκητής που τυραννά το σώμα που δε φταίει
μ’ ακολουθούν βαριές σκιές και μια σιωπή που καίει
μόνο από τα χείλη σου ότι λες σαν αεράκι πνέει.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Αριστοφάνη, «Αχαρνείς»- Θεατρική διασκευή για ανήλικους θεατές (Βασίλης Πανόπουλος- Ζοζεφίνα Τζονάκα / μουσική: Βασίλης Πανόπουλος), εκδ. Αρμός, 2021

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(Βρισκόμαστε στην Πνύκα. Είναι άδεια. Εμφανίζεται ο Δικαιόπολης με μπαστούνι. Κρατά ταγάρι. Τραγουδά.)
Ω, τάλαινα καρδία

(ΤΡΑΓΟΥΔΙ)
Θα ΄ρθουν αργοπορημένοι
στην Πνύκα οι διεφθαρμένοι.
Μόνος εγώ και περιμένω
σαν κάρβουνο αναμμένο.
Πότε θα ΄ρθουν και ν΄αρχίσουν,
για ειρήνη να μιλήσουν;

Ω, τάλαινα καρδία,ο πόλεμος είν΄ η αιτία.
Δήμος κι Εκκλησίαστην Πνύκα παίρνουν απουσία.
Τι κοροϊδία!

Ώρα να τους ξεφτιλίσω,
μ ένα γιούχα θα αρχίσω.
Μόνος εγώ κι αναστενάζω,
με την τύχη μου τα βάζω.
Πιο καλά ’ταν στο χωριό μου,
στην κυρά μου και στο βιος μου.

Ω, τάλαινα καρδία,ο πόλεμος είν΄η αιτία.
Δήμος κι Εκκλησία, αυτοί είναι σκέτη τραγωδία.
Τι κωμωδία!

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Αλμανάκ Ποιείν 2021: Οι 4+ 1 δίσκοι μελοποιημένης ποίησης (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

1. Θανάσης Παπακωνσταντίνου, «Απροστάτευτος», εκδ. Αχός, 2021

Η σχέση του Θανάση Παπακωνσταντίνου με την ποίηση είναι βιωμένος χρόνος ανάγνωσης και αναγεννησιακή τέχνη. Δεν μελοποιεί ποιήματα, αλλά τα ενσαρκώνει μουσικά, τα αναπλάθει με τον μουσικό του τρόπο έτσι ώστε στην ουσία παράγει ένα νέο ενδιάμεσο έργο το οποίο αποκτά τη δική του τεχνοτροπία. Σε αυτόν τον δίσκο μελοποιεί αναπροσαρμόζοντας λατινοαμερικάνους  ποιητές του μαγικού ρεαλισμού, ο στιχουργικός χώρος στον οποίο κινείται και ο ίδιος ως στιχουργός. Το αποτέλεσμα ειναι ένα soundtrack ποίησης, υπερρεαλιστικών λέξεων και ήχων με τη βοήθεια της ενορχήστρωσης της Βάσως Δημητρίου, με τη φωνή του Σωκράτη Μάλαμα. Ένας δίσκος μακριά από την αισθητική τού «μελοποιώ ποιήματα για να προσδώσω αξία στο βιογραφικό μου» ή «να συνταιριάξω τις τέχνες στη συνθήκη του τραγουδίσματος της ποίησης από τον λαό». Είναι μια μουσική εργασία με τη σημασία μιας κινηματογραφικής εικόνας στην οποία οι ακροατές γίνονται θεατές της μείγματος του πραγματικού με το φανταστικό με σκοπό την ανάδυση φιλοσοφικών ιδεών πλασμένων από το υλικό της ζωής και μόνο.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη» [ηχογράφηση ΕΡΤ, 1966]

 

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη» πρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1896 στην εφημερίδα «Ακρόπολις».

 Ο μαστρο -Παύλος ο Πισκολέτος, ο ήρωας στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη “Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη” δεν ήταν κακός, αγαπούσε την οικογένειά του, αλλά έπινε λίγο παραπάνω και τεμπέλιαζε λίγο περισσότερο. Η αλήθεια όμως ήταν, ότι πολύ θα ήθελε να είχε λίγα λεφτά για ν’ αγοράσει τουλάχιστον μια γαλοπούλα. Και από κείνο το σημείο αρχίζει η χριστουγεννιάτικη περιπέτειά του…
Χρονολογία Ηχογράφησης : Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 1966
Πρώτη εκπομπή: 25 Δεκεμβρίου 1966
Επαναληπτικές εκπομπές: 29 Δεκεμβρίου 1973, 26 Δεκεμβρίου 1975, 25 Δεκεμβρίου 1993
Τεχνικός: Καρράς Βασίλης, Σκηνοθεσία, Κωστόπουλος Λάμπρος, Μουσική επιμέλεια: Δόμνα Σαμίου, Διασκευή: Μπουρούνης Δημήτριος.
Παίζουν οι ηθοποιοί:  Νότης Περγιάλης, Γιάννης Αργύρης, Τάκης Βουλαλάς, Τζόλυ Γαρμπή, Δημήτρης Τσούτσης, Θάνος Δαδινόπουλος, Θόδωρος Μορίδης, Κώστας Κοσμόπουλος, Νάσος Κεδράκας, Κώστας Καφάσης, Νέλη Μαρσέλλου, Αγλαϊα Παγκάλου
Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο Ποιείν

Αντώνης Μιτζέλος, «Της Κοκκώνας το σπίτι» (κείμενο: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), εκδ. ogdoo, 2021

Κείμενο: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Μουσική: Αντώνης Μιτζέλος

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στις 25 Δεκεμβρίου του 1893 στην εφημερίδα «Ακρόπολις» και ανήκει στη σειρά των Χριστουγεννιάτικων παιδικών διηγημάτων. Η πρώτη συναυλιακή παρουσίαση του έργου, δόθηκε 126 χρόνια μετά, το Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019 στο α θέατρο του Γυμνασίου – Λυκείου Σκιάθου όπου ηχογραφήθηκε ζωντανά. Την έκδοση κοσμούν τα σκίτσα και η ζωγραφική της Δέσποινας Μιτζέλου.

 

 

*****************************************************************************

Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω. Λιθόστρωτον ἀνηφορικόν, ἀπὸ κάτω ἀπ’ τῆς Σταματρίζαινας τὸ σπίτι ἕως ἐπάνω εἰς τὸν ναὸν τῆς Παναγίας τῆς Σαλονικιᾶς. Χίλια βήματα, κάθε βῆμα καὶ ἆσθμα. Ἐφούσκωνεν, ἐκοντανάσαινε κανεὶς διὰ ν’ ἀναβῇ, ἐγλιστροῦσε διὰ νὰ καταβῇ.

Ἅμα ἐπάτει τις εἰς τὸ λιθόστρωτον, ἀφοῦ ἄφηνεν ὀπίσω του τὸ μαγαζὶ τοῦ Καψοσπύρου, τὸ σπίτι τοῦ Καφτάνη καὶ τὸ παλιόσπιτον τοῦ γερο-Παγούρη μὲ τὴν τοιχογυρισμένην αὐλήν, εὑρίσκετο ἀπέναντι εἰς τὸ σπίτι τοῦ Χατζῆ Παντελῆ, μὲ τὸν αὐλόγυρον σύρριζα εἰς τὸν βράχον. Κάτω ἔχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλῶν σκοτοδίνην, σημειούμενος ἀπὸ ὀλίγους ἕρποντας θάμνους ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαίνοντο εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτὸς ἐκείνης ὡς νὰ ἦσαν κακοποιοὶ ψηλαφῶντες καὶ ἀναρριχώμενοι ἢ καὶ σκαλικάντζαροι ἐλλοχεύοντες καὶ καραδοκοῦντες ὣς νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ εἰσβάλουν εἰς τὰς οἰκίας διὰ τῶν καπνοδόχων. Τὸ κῦμα ὑποκώφως ἐφλοίσβιζεν εἰς τὰ κράσπεδα τοῦ κρημνοῦ, καὶ ἀκούραστος βορρᾶς φυσῶν ἀπὸ προχθές, μαλακώσας τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐξήπλωνε τὲς ἀποθαλασσιές του ἕως τὸν μεσημβρινὸν τοῦτον μικρὸν λιμένα, ὁ παγκρατὴς χιονόμαλλος βασιλεὺς τοῦ χειμῶνος.

Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ δρόμου, ἀριστερὰ εἰς τὸν ἀνερχόμενον, δίπλα εἰς τὸ σπίτι τοῦ γερο-Παγούρη, καὶ ἀντικρίζουσα μὲ τὸ τοῦ Χατζῆ Παντελῆ, ὑψοῦτο ἀτελείωτος οἰκοδομή, μὲ τέσσαρας τοίχους ὀρθοὺς μέχρι τοῦ πατώματος, μὲ τὰς ξυλώσεις χασκούσας ἕως τῆς ὀροφῆς, μὲ τὴν στέγην καταρρέουσαν, μὲ φαιοὺς καὶ φθειρομένους τοὺς τοίχους, τὴν ὁποίαν ἡ ἐγκατάλειψις, ὁ ἄνεμος καὶ ἡ βροχὴ εἶχον καταστήσει ἐρείπιον καὶ χάλασμα. Τὰ παιδία, ὅσα κατήρχοντο τὴν μεσημβρίαν ἀπὸ τὸ ἓν σχολεῖον καὶ ὅσα ἀνήρχοντο τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸ ἄλλο, διὰ νὰ ἀφήσωσι τὰ βιβλία εἰς τὴν οἰκίαν, κλέψωσι τεμάχιον ἄρτου ἀπὸ τὸ ἑρμάριον καὶ τρέξωσιν ἀκράτητα διὰ νὰ παίξωσιν εἰς τὸν αἰγιαλόν, τῆς ἔρριπτον ἀφθόνους πέτρας, διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθῶσι τὴν ἡμέραν δι’ ὅσον τρόμον τοὺς ἐπροξένει τὴν νύκτα, ὅταν ἐτύχαινε νὰ περάσωσιν. Οἱ παπάδες, ὅταν ἐπέστρεφαν τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων ἐν σώματι ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου, μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τὰς φωτιστήρας των, ἁγιάζοντες οἰκίας, δρόμους καὶ μαγαζιά, καὶ διώκοντες τοὺς σκαλικαντζάρους, ἐλησμόνουν νὰ ρίψωσι μικρὰν σταγόνα ἁγιασμοῦ καὶ εἰς τὴν ἄτυχην ἐγκαταλελειμμένην οἰκίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε χαρῆ ὁ οἰκοκύρης ὅστις τὴν ἔκτισε, καὶ ἥτις δὲν εἶχεν ἀξιωθῆ ν’ ἀπολαύσῃ τὴν οἰκοκυράν της. Τοιαύτη οἰκία ἑπόμενον ἦτο νὰ γίνῃ κατοικητήριον τῶν φαντασμάτων, ἄσυλον ἴσως τῶν βρυκολάκων, καὶ ἴσως ὁρμητήριον καὶ τόπος συγκεντρώσεως τῶν τυράννων τῆς ὥρας ταύτης, τῶν σκαλικαντζάρων.

Δὲν εἶχεν ἀξιωθῆ ν᾽ ἀπολαύσῃ τὴν οἰκοκυράν της. Ὁ καπετὰν Γιαννάκος ὁ Συρμαής, ἀνὴρ αἰσθηματικὸς καὶ γενναῖος, «μερακλὴς» ὅσον κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν συγχρόνων του, εἶχεν ἐρωτευθῆ ποτε εἰς τὸ Σταυροδρόμι τὴν κοκόνα Ἀννίκαν, ὡραίαν, ὑψηλήν, μὲ χρυσόξανθα μαλλιά, λευκὴν καὶ μὲ χαρακτῆρας λεπτοτάτους, μὲ βλέμμα τὸ ὁποῖον κάτι ἔλεγε στὴν καρδιά. Ὁ πλοίαρχος ἠρραβωνίσθη ἐν τῇ Βασιλευούσῃ, καὶ κατῆλθε μὲ τὸ καράβι εἰς τὴν πατρίδα, ὅπου παρήγγειλε νὰ τοῦ κτίσουν, μὲ σχέδιον κομψὸν καὶ ἀσύνηθες ἕως τότε εἰς τὴν πολίχνην, τὴν μικρὰν ὡραίαν οἰκίαν, σκοπεύων μὲ τὸ πρῶτον ταξίδιον νὰ φέρῃ ἔπιπλα ἀπὸ τὴν Βενετίαν, διὰ νὰ εὐτρεπίσῃ, νὰ στολίσῃ τὴν νεόκτιστον οἰκίαν καὶ τὴν κάμῃ ἀξίαν τῆς ἁβρᾶς κοκόνας, τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία δὲν ἔμελλε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ κοκόνα δὲν ἔμελλε νὰ κατέλθῃ. Ἡ κοκόνα, ὀκτὼ μῆνας μετὰ τὴν μνηστείαν, ἀπέθνησκε φθισικὴ εἰς τὸ Σταυροδρόμι, καὶ ἡ οἰκία ἔμεινεν ἀτελείωτη, ἔρημη καὶ ἄχαρη, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν δρόμον, σιμὰ εἰς τὸν κρημνώδη βράχον. Ὡς ἀόρατος δὲ ἐπιγραφὴ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς καταρρεούσης οἰκίας, ὡς ἀόριστος τραγικὴ εἰρωνεία ἐπὶ τῆς τύχης της, ἔμενε τὸ ὄνομα «τῆς Κοκόνας τὸ Σπίτι».

Μνημούρια τοῦ Φερίκ-κιοΐ κι ὁλόρθα κυπαρίσσα,
ἔχασα τὴν ἀγάπη μου καὶ λαχταρῶ περίσσα.

Διαβάστε περισσότερα