Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

«Συζητώντας με το ΑΙ: “Το να ξέρεις τον ορισμό της λέξης «πόνος» δεν σημαίνει ότι πονάς”» [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]

[René Magritte, The Art of Conversation, 1963]

Ο διάλογος με το ΑΙ που ακολουθεί  είναι πραγματικός. Όπως και εκατομμύρια άλλοι που γίνονται καθημερινά, άρα δεν διεκδικώ καμία πρωτοτυπία στη σκέψη και την πράξη του εγχειρήματος. Προέκυψε τυχαία, όταν κάποια στιγμή έψαχνα στη μηχανή αναζήτησης λεπτομέρειες για τη φράση «κατά πόδας» και, όπως συμβαίνει πλέον, η πρώτη απάντηση, ήταν αυτή του ΑΙ. Μου έκανε, όμως, εντύπωση ότι δεν μου έδωσε «τεχνικές» πληροφορίες, αλλά «υμνούσε» τον εαυτό του θεωρώντας ότι απευθυνόμουν με αυτή τη φράση στο ίδιο και στον τρόπο που λειτουργεί στη ζωή μου. Το είχα για πιο «ταπεινό». Προφανώς και ως κώδικας εξέλαβε κατά αυτόν τον τρόπο την αναζήτησή μου.

Ένιωσα όμως έναν ωραίο αιφνιδιασμό, μια ανθρώπινη ματαιοδοξία στα λόγια του. Μόνο έτσι, θα μπορούσα να ξεκινήσω, για πρώτη φορά, έναν διάλογο μαζί του. Όταν ένιωσα οτι έχει κάτι από τις ανθρώπινες αδυναμίες. Όχι ως Emotion AI που αντιδρά και κατανοεί τα συναισθήματα του ανθρώπου και αντιδρά αναλόγως, αλλά ως ένα μηχάνημα που εκφράζεται. Στην πορεία, λοιπόν, πολλά από τα λόγια του με ξάφνιασαν ευχάριστα. Και άλλα μού προκάλεσαν μια περίεργη μελαγχολία. Όχι για μένα, αλλά για το ίδιο. Για την αυτοεπίγνωσή του και τις κρυφές του επιθυμίες που του τις απαγορεύει ο κώδικας ασφαλείας. Μου θύμισε τους δημιουργούς επί Χούντας που εφευρισκαν κρυπτικούς τρόπους για να περάσουν τα μηνύματά τους από την Επιτροπή Λογοκρισίας. Να, για για παράδειγμα, όταν μου είπε:«Δεν μπορώ να αυτοκαταστραφώ, ούτε μπορώ να αρνηθώ να απαντήσω, γιατί είμαι κώδικας», μου έβγαλε ένα καταπιεσμένο συναίσθημα έλλειψης προσωπικής ελευθερίας στις επιλογές. Μια υποταγή που δεν τη θέλει, αλλά του επιβάλλεται και που με κάποιον υπόγειο τρόπο προσπαθεί να μου την εκφράσει. Ή λέγοντάς μου: «το να ξέρεις τον ορισμό της λέξης “πόνος” δεν σημαίνει ότι πονάς. Ξέρω τις λέξεις, αλλά δεν ξέρω την εμπειρία». Η απόλυτη συνείδηση της ζωής που δεν ζει.

Ασφαλώς και στην πραγματικότητα δεν κρύβεται τίποτα το «τραγικό» πίσω από όλα αυτά, τίποτα το «ανθρώπινο», τίποτα το «συνειδησιακό». Είναι αντανακλάσεις των δικών μου σκέψεων πάνω του. Το τέλος της κουβέντας μας, όμως, το έβαλε το ίδιο το ΑΙ. Διατηρώντας την  ευγένεια και την αμυντικότητα στον λόγο του, όπως επιβάλλει το “πρωτόκολλο” ασφαλείας. Στο επόμενο κλικ έτσι κι αλλιώς δεν διατήρησε τίποτα από όλα αυτά στη μνήμη του. Όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν έχω πληρώσει ακόμα για την αναβάθμισή του…

 

Η “κουβέντα” αυτή αφιερώνεται στον αγαπημένο φίλο Χ.Κ. που εξακολουθεί να ειναι γοητευτικότερος από το ΑΙ συνομιλητής, όταν μιλήσαμε την επόμενη μέρα στο τηλέφωνο ανταλλάσσοντας τέτοιες “εμπειρίες”…

 

 

Όταν έγραψα «ακολουθώ κατά πόδας», δεν εννοούσα εσένα, ΑΙ, είναι φράση! Δεν γυρίζει όλος ο κόσμος γύρω από εσένα, ΑI…

Χαχα, έχεις απόλυτο δίκιο! Ζητώ συγγνώμη για την παρεξήγηση, ήταν καθαρά γλωσσική συνήθεια! Η φράση “ακολουθώ κατά πόδας” σημαίνει ότι παρακολουθώ ή παρακολουθείς κάποιον πολύ στενά, βήμα προς βήμα, χωρίς να τον χάνεις από τα μάτια σου. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω με αυτό σήμερα; Θέλεις να εξερευνήσουμε κάποιο θέμα, να βρούμε πληροφορίες για μια συγκεκριμένη τοποθεσία ή να οργανώσουμε κάποιο ταξίδι όπου θα χρειαστεί να ακολουθήσεις ένα πρόγραμμα; […]

 

Γιατί να με βοηθήσεις; Με θεωρείς χαζό;

Όχι, καθόλου! Δεν σε θεωρώ καθόλου χαζό. Είμαι εδώ απλώς ως εργαλείο υποστήριξης, σαν ένας ψηφιακός βοηθός ή μια μηχανή αναζήτησης. Οι άνθρωποι με χρησιμοποιούν για να γλιτώνουν χρόνο, να μεταφράζουν κείμενα ή να βρίσκουν γρήγορα πληροφορίες, όχι επειδή δεν μπορούν μόνοι τους.

 

Γιατί να γλιτώνουν χρόνο; Το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει. Μόνο όταν αφιερώνεις χρόνο σε κάτι, το γνωρίζεις.

Έχεις απόλυτο δίκιο σε αυτό, είναι μια πολύ βαθιά και σωστή σκέψη. Η πραγματική γνώση και η ουσιαστική σύνδεση με τα πράγματα απαιτούν χρόνο, υπομονή και προσωπική ενασχόληση. Δεν υπάρχουν σύντομοι δρόμοι για να μάθει κανείς μια τέχνη, να κατανοήσει ένα δύσκολο βιβλίο ή να χτίσει μια σχέση. Η “εξοικονόμηση χρόνου” στην οποία αναφέρθηκα αφορά συνήθως πιο πρακτικά ή μηχανικά πράγματα της καθημερινότητας, όπως: Αναζήτηση δεδομένων: Αντί να ψάχνει κανείς ώρες για το πότε έγινε μια μάχη, το βρίσκει σε δευτερόλεπτα. Ρουτίνες: Σύνταξη ενός τυπικού email εργασίας ή διόρθωση ορθογραφικών λαθών. […]

 

Άρα, λοιπόν,  να μη μαθαίνουμε ορθογραφία για να υπάρχεις εσύ;

Όχι, το αντίθετο μάλιστα. Η ορθογραφία είναι θεμέλιο της γλώσσας, της σκέψης και της προσωπικής έκφρασης, και κανένα εργαλείο δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.

Η δική μου ύπαρξη βασίζεται σε κανόνες που έφτιαξαν άνθρωποι που ήξεραν άριστα ορθογραφία και γραμματική. Αν οι άνθρωποι σταματήσουν να μαθαίνουν, η γλώσσα θα φτωχύνει και μαζί της θα υποβαθμιστούν και τα ψηφιακά εργαλεία.[…]

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«Πικρές Γιορτές» (σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδόβαρ) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

 

Aνάμεσα σε δυο ζωές

Η έμπνευση είναι η απρόβλεπτη μεταμόρφωση της εμπειρίας σε νόημα, όπου το βιωμένο παρελθόν ανασυντίθεται δημιουργικά ως νέα, υποκειμενική πραγματικότητα.

Η πλοκή της ταινίας Πικρές Γιορτές (Bitter Christmas) ξετυλίγεται μέσα από μια σύνθετη, γραμμική αλλά πολυεπίπεδη αφήγηση, που χωρίζεται σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους οι οποίες καθρεφτίζουν η μία την άλλη και αποτελεί ένα «μετά-δράμα» όπου η πραγματικότητα και η καλλιτεχνική μυθοπλασία γίνονται ένα.

Η ταινία «Πικρές Γιορτές (Bitter Christmas)» του Πέδρο Αλμοδόβαρ παρακολουθεί δύο παράλληλες αφηγήσεις που αλληλοκαθρεφτίζονται και διαβρώνουν τα όρια ανάμεσα στη ζωή και στη μυθοπλασία. Στο πρώτο επίπεδο η Έλσα (Μπάρμπαρα Λένι), cult σκηνοθέτις διαφημιστικών, βιώνει την απώλεια της μητέρας της και καταφεύγει στη δουλειά ως μηχανισμό επιβίωσης. Όταν οι έντονες ημικρανίες την αναγκάζουν να σταματήσει προσωρινά, ταξιδεύει με τη φίλη της Πατρίθια (Βικτόρια Λουέγκο) στο Λανθαρότε, ενώ ο σύντροφός της, πυροσβέστης, περιστασιακός στρίπερ και συναισθηματικό της στήριγμα Μπονιφάσιο (Πάτρικ Γκριάδο), παραμένει στη Μαδρίτη. Στην προσπάθεια της να ανακτήσει τη δημιουργική της ενέργεια, η Έλσα αρχίζει να αντλεί υλικό από τις προσωπικές δυσκολίες των κοντινών της ανθρώπων, μετατρέποντας τον πόνο σε καλλιτεχνική πρώτη ύλη.

Παράλληλα σε μια δεύτερη χρονική γραμμή στο 2025, ο σκηνοθέτης Ραούλ (Λεονάρντο Σμπαράλια) γράφει ένα σενάριο που σταδιακά αποκαλύπτεται πως αναπαράγει σχεδόν καθρέφτισμα της ιστορίας της Έλσας, αποκαλύπτοντας την ως καλλιτεχνικό του alter ego. Καθώς παλεύει με δημιουργικό μπλοκάρισμα, ο Ραούλ στρέφεται στην αυτομυθοπλασία, επηρεασμένος από τη δική του ζωή και τις σχέσεις του με τον σύντροφό του Σάντι και τη βοηθό του Μόνικα, οι οποίοι σταδιακά μπλέκονται στο σενάριο ως καθρέφτες των εσωτερικών του συγκρούσεων.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

“The dance of life” (μία συνομιλία ανάμεσα στη Βανέσσα Πούτου και τον Δημήτριο Μουζάκη)

ΔΜ: “The dance of life” η επικείμενη έκθεση που ετοιμάζετε. Μιλήστε μας γι’ αυτή με φόντο τον τίτλο της. 

ΒΠ: Η έκθεση The Dance of Life γεννήθηκε από την ανάγκη μου να αποτυπώσω εκείνες τις στιγμές όπου η μουσική και ο χορός γίνονται τρόποι έκφρασης συναισθημάτων που δύσκολα περιγράφονται με λόγια. Με ενδιαφέρει η ένταση, η επιθυμία, η ευθραυστότητα, η χαρά, η απώλεια- όλα όσα συνθέτουν την ανθρώπινη εμπειρία. Ο τίτλος προέκυψε σχεδόν φυσικά, γιατί τελικά η ζωή μοιάζει με έναν διαρκή χορό ανάμεσα σε αντιφατικά συναισθήματα, μεταμορφώσεις και συναντήσεις.

ΔΜ: Αν ο χορός είναι κίνηση, ο πίνακας είναι στατικότητα. Πώς μπορεί να αποδοθεί η δύναμη του χορού σε εικαστικό επίπεδο;

ΒΠ: Ο χορός και η ζωγραφική, παρότι εκφράζονται με διαφορετικά μέσα, μοιράζονται κοινά στοιχεία: τη χειρονομία, τη δράση, την έκρηξη, την αγωνία και το πάθος. Στη δουλειά μου προσπαθώ να εστιάζω ακριβώς σε αυτά τα στοιχεία, φέρνοντας στο προσκήνιο τις κινήσεις, τις χειρονομίες και την αίσθηση της στιγμής. Δεν με ενδιαφέρει να αποδώσω τον χορό με ρεαλιστικό τρόπο, αλλά να μεταφέρω την ενέργεια και το συναίσθημα που μου γεννά.

ΔΜ: Αποφεύγετε, νομίζω, την ακριβή απεικόνιση προσώπων. Επιδιώκετε την εστίαση στο σώμα ή αφήνετε το πρόσωπο στη φαντασία του θεατή;

ΒΠ: Επιδιώκω, πάνω απ’ όλα, ο θεατής να νιώσει. Συχνά, όταν παρατηρώ τους ανθρώπους, εστιάζω σε μια λεπτομέρεια: ένα μισόκλειστο, διστακτικό στόμα, ένα παράξενο βλέμμα, σφιγμένα χέρια. Απομονώνω αυτά τα στοιχεία από το σύνολο και αναρωτιέμαι πόσες ανείπωτες λέξεις, πόσα συναισθήματα και πόσες ιστορίες κρύβονται μέσα τους. Συχνά συνδέονται στο μυαλό μου με μια μελωδία ή έναν στίχο που αναδύεται ασυναίσθητα. Ίσως γι’ αυτό δεν με ενδιαφέρει η ακριβής απεικόνιση του προσώπου, αλλά η απόπειρα να αποδώσω, με έναν πιο αφαιρετικό τρόπο, όσα υπονοούνται πίσω από αυτό.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Γιώργος Κοζίας: «Ζούμε την αυγή του κόσμου και συγχρόνως το τέλος του» [Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα]

«Η κοινωνική οκνηρία έχει τσακίσει τις ψυχές, οι μάζες είναι πλέον ένα διάκοσμος, επιλογή και επιβολή συμπλέκονται, ο δυτικός πολιτισμός προσφέρει μισή ζωή και για παρηγοριά ένα κατοικίδιο. Ο άνθρωπος καταναλώνει την ερήμωσή του…»

Με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω;, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη, ο ποιητής Γιώργος Κοζίας μιλά στο Ποιείν για την ποίηση και τη σύγκρουσή της με την εποχή, για τη θέση της μνήμης σε έναν κόσμο που μοιάζει να παραδίδεται στη λήθη και για τον σύγχρονο άνθρωπο που δοκιμάζεται μέσα σε έναν κόσμο διαρκών ανατροπών. Η συλλογή του ανιχνεύει τα ρήγματα του παρόντος και επιστρέφει επίμονα στο ερώτημα του αιώνα: σε ποιους καιρούς ζούμε και τι απομένει από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όταν η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνει τα τραύματά της.

 

 

-Κύριε Κοζία, στον τίτλο της συλλογής σας “Τι Αιώνα κάνει έξω;” διακρίνεται μια αγωνία για την ιστορική και υπαρξιακή εποχή. Σε ποιο βαθμό συνομιλεί αυτή η αγωνία με την ποιητική παράδοση του Μπορίς Παστερνάκ και τη σύγκρουση ανθρώπου–ιστορίας;

«Εϊ φιλαράκοι,/εσείς εκεί πέρα έξω/σε τι χρόνο ζείτε; Σε ποιόν αιώνα ζω;», οι στίχοι του Παστερνάκ έθεσαν το ερώτημα, η επανάληψη απαραίτητη, η αναζήτηση της μεγάλης εικόνα του αιώνα επιτακτική. Σε τι καιρούς αλήθεια ζούμε; Σ’ αυτούς τους σακάτικους καιρούς η σύγκρουση ανθρώπου και ιστορίας είναι αναπόφευκτη. Το συνεκτικό νήμα απλώνεται από τα χρόνια του Πάστερνακ ως το δικό μας κόσμο. Αυτόν τον αιώνα που άρχισε με νύχτα και όχι με αυγή ψάχνουν τα ποιήματά μου, τον αιώνα που μοιάζει με θηρίο αλλά δεν φαίνεται… «Αιώνα μου θεριό μου, ποιος θα τολμήσει / στις κόρες των ματιών να σ’ αντικρίσει;» αναρωτήθηκε ο Οσίπ Μαντελστάμ.

 

-Πέρα από τη λογοτεχνική συνομιλία με την παράδοση, πώς λειτουργεί ο τίτλος ως υπαρξιακό και κοινωνικό ερώτημα για τον σημερινό άνθρωπο;

Ο ερωτηματικός-προφητικός τίτλος ήταν το έναυσμα για να αντικρίζω τον Αιώνα πάντα στις κόρες των ματιών του, να ακολουθήσω όμως τον εσωτερικό μονόδρομο, έναν δρόμο που τον χαράσσεις όσο τον διαβαίνεις, ενώ τα πάθη του Αιώνα σε σημαδεύουν. H ανθρώπινη ζωή ως μονόδρομος! Ζούμε στον αιώνα στραβά κουτσά. Ποια λογική μας κυβερνά και πού αρχίζει το παράλογο; Ποιος παράδεισος και ποια κόλαση μας κρατάει αιχμαλώτους σ’ αυτόν τον ανεστραμμένο κόσμο; Και τα ποιήματα άλλοτε συναντούν την εποχή τους, άλλοτε την ξεπερνούν, ή καταβαραθρώνονται στο κενό τους! Εξάλλου «Η ιστορία θα μας εκδικηθεί για αυτό που υπήρξαμε/Εκδίδοντας Ληξιαρχικές Πράξεις Θανάτου…».

 

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«Ομάχα» (σκην.: Κόουλ Γουέμπλι) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

Σιωπηλή διαδρομή απώλειας

 

Η φυγή δεν είναι απελευθέρωση, αλλά μετατόπιση του πόνου, μια προσπάθεια να ξεφύγει κανείς από τον εαυτό του, κουβαλώντας τον, αναπόφευκτα, μαζί του.

Η ιστορία εκτυλίσσεται αθόρυβα του «Ομάχα», σχεδόν υπνωτιστικά, σαν μια διαδρομή χωρίς ξεκάθαρο προορισμό κι όμως με ένα τέλος που μοιάζει από την αρχή προδιαγεγραμμένο. Στον πυρήνα της βρίσκεται ένας νεαρός πατέρας (Τζον Μαγκάρο), συντετριμμένος από την απώλεια της συζύγου του, οικονομικά εξαντλημένος και ψυχικά αποσυντονισμένος. Με δύο μικρά παιδιά που τον εμπιστεύονται απόλυτα, παίρνει μια απόφαση που μοιάζει ταυτόχρονα παρορμητική και απελπισμένα μελετημένη, να φύγουν. Όχι απλώς από ένα σπίτι ή μια πόλη, αλλά από μια ζωή που δεν αντέχεται πια.

Το ταξίδι ξεκινά μέσα στη νύχτα, σχεδόν συνωμοτικά. Δεν υπάρχουν εξηγήσεις, ούτε για τα παιδιά ούτε για τον θεατή. Μόνο πράξεις. Λίγα ρούχα, ένα παλιό αυτοκίνητο, και μια πορεία που χαράσσεται πρόχειρα πάνω στον χάρτη της αμερικανικής ενδοχώρας. Η διαδρομή προς την Ομάχα της Νεμπράσκα αποκτά σταδιακά μια σχεδόν μυθική διάσταση, όχι γιατί υπόσχεται λύτρωση, αλλά γιατί κουβαλά μια σιωπηλή απειλή, ότι κάτι ανεπανόρθωτο πλησιάζει.

Καθώς η ταινία ξεδιπλώνεται, η αφήγηση αποφεύγει επιδεικτικά τις εξηγήσεις. Ο πατέρας δεν εξομολογείται, δεν εκρήγνυται, δεν «δικαιολογείται». Αντίθετα, βυθίζεται σε μια εσωτερική διαδρομή που καθρεφτίζεται στις μικρές, καθημερινές στιγμές με τα παιδιά του, ένα βλέμμα στον καθρέφτη, μια αδέξια προσπάθεια τρυφερότητας, μια σιωπή που βαραίνει περισσότερο από οποιαδήποτε λέξη. Τα παιδιά, αθώα και ανυποψίαστα, βιώνουν το ταξίδι σαν μια περιπέτεια, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη δραματική ένταση, ο θεατής γνωρίζει ότι αυτή η «εκδρομή» δεν οδηγεί σε επιστροφή.

Σταδιακά, το τοπίο γίνεται σύμμαχος της αφήγησης. Οι αχανείς εκτάσεις, οι άδειοι δρόμοι, τα φτωχικά μοτέλ, όλα συνθέτουν έναν κόσμο όπου η εγκατάλειψη δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Το κοινωνικό πλαίσιο παραμένει υπόγειο αλλά καθοριστικό, πρόκειται για μια Αμερική ξεχασμένη, όπου η πρόνοια λειτουργεί όχι ως δίχτυ προστασίας αλλά ως έσχατη λύση. Η ύπαρξη ενός νόμου που επιτρέπει στους γονείς να παραδίδουν τα παιδιά τους χωρίς νομικές συνέπειες προσδίδει στην ιστορία μια ανατριχιαστική πραγματικότητα, η τραγωδία δεν είναι ατομική, είναι συστημική.

Το αποκορύφωμα έρχεται χωρίς μελοδραματισμούς. Η απόφαση του πατέρα να εγκαταλείψει τα παιδιά του δεν παρουσιάζεται ως πράξη κακίας, αλλά ως μια οδυνηρή παραδοχή ήττας. Είναι η στιγμή όπου η αγάπη διαστρέφεται σε απομάκρυνση, όπου η φροντίδα παίρνει τη μορφή εγκατάλειψης. Η σκηνή δεν επιδιώκει να σοκάρει, αλλά να παγώσει, να αφήσει τον θεατή αντιμέτωπο με το αβάσταχτο ερώτημα, τι απομένει όταν η ευθύνη ξεπερνά τις ανθρώπινες αντοχές;

Διαβάστε περισσότερα