Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Φίλιππος Παλατιανός, Ποιήματα

Έξω από την παραλία

Γυρνούσαμε από την παραλία εννιά το βράδυ. Ζέστη έξω από την Αθήνα και τα αμάξια
κροταλιες στη μέση των δρόμων. Δύο άντρες μόνοι τους σε μια περιθωριακή καφετέρια. Όταν
τους βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους είναι σαν να σταματάει ο χρόνος. Και όταν λέω
ανθρώπους μπορεί να είναι κάποιος μια ανθρώπινη οντότητα χωρίς όμως ανθρώπινη έκφραση.
Για σένα ήθελα να γίνω καλύτερος και να σβήσω τα σκοτάδια μου. Αέρηδες έξω από τις στάσεις
του προαστιακού. Και η ταπεινή κυριακάτικη σιγή γεννάει αμφιβολίες για το αν το ξεκίνημα της
βδομάδας είναι τελικά κάτι κανονικό
ή απλά ψυχοφθόρο.
Θα πάω να βάλω ένα ποτήρι με παγάκια στο κεφάλι μου και μετά θα ξεκινήσω να φεύγω.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Θεοφάνης Αθανασόπουλος, Ποιήματα

“tinder”

εφαρμογές δικτ-ίωσης
downloading please wait
άνοιγμα

βάλε όνομα
τ’ονομά μου
τ’ονομά σου
τ’ανώνυμο ένα
κανένα
και μια εικόνα
-διάλεξε καλά τη μάσκα σου-
τ’ αχόρταγο μη-δέν σου
για τσέκαρε τωρα

δεν υπάρχει κανένα άτομο κοντά σας

βάλε τοποθεσία
-Οδός: Κενού 33-
κάπου κοντά είν’ ένα ταίρι
για το αταίριαστο μέσα
τώρα;

δεν υπάρχει κανένα άτομο κοντά σας

κάνε και μια καρδιά
μόνο μη βάλεις βέλος
-οι άνθρωποι φοβούνται τις πληγές-
Hello, are you always so wet?

δεν υπάρχει κανένα άτομο κοντά σας
δεν υπάρχει κανένα κοντά
δεν υπάρχει άτομο
δεν

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Υακίνθη Στρατοπούλου, Ποιήματα

Π ε ρ ί π α τ ο ς ω ς τ ο μ η δ έ ν

Για να περνά η ώρα, που και που
υποκρίνομαι πως ζω
στολίζω τάματα τους ώμους μου
κι ανοίγω μάχη με τους δρόμους
πάντα
οι φλέβες μου χτυπάνε σαν καμπάνες πάντα
βαδίζω κόντρα στην ενθύμηση.
Οι στιγμές αυτές
σκελετωμένοι φυγάδες
δραπετεύουν
απ’ τα ξύλινα επιτοίχια ρολόγια
και βρίσκονται συντρίμμια
να παζαρεύουν άσυλο
σε αγκαλιές βουβές
ξανά και ξανά.
Στα έρημα στενά
τα σπίτια ονομάζονται θηλιές
και κάθε όροφος ένας καημός
ετοιμόρροπος
να μου χαϊδεύει τον λαιμό, με θυμό
τα πλησιάζω
τους ψιθυρίζω λέξεις σκληρές
ερχομός
κυοφορία
δυστυχώς
είμαι νονά του πόνου
ξέρω να εκδικούμαι
γκρεμίζοντας και χτίζοντας
προτάσεις ασύντακτες
να άκου
κάποιες λέξεις σκλήρυναν τόσο
γίνανε βράχοι, μου μάτωσαν τα πέλματα
άκου κι αυτό
ψάχνω το χέρι ή το σχοινί
ας γελαστώ
συνθλίβω φράσεις
το “δεν” το μάζεψ΄ από κάτω
σχεδόν σαν το ξέρω χρόνια
το φίλησα και το λυπήθηκα
σημάδεψα με δύναμη
που;
όπου να ΄ναι
– τα ίχνη των τροχών στο σώμα μου δε διαβάζονται
ακούγονται –
να άκου
ο άνεμος βαφτίζεται καημός
και χύνεται σαν ερπετό μεσ΄ τις ρωγμές μας
παίρνει σχήμα
για μας τους δυο μονάχα
προβλέπει
που και πως προσμένουμε τα χάδια
τρυπώνει σ’ όλες τις σχισμές
κερδίζει έδαφος στις προσευχές μας
σαρώνει τις εκτάσεις μας
ο άνεμος ο θαυματοποιός
απέδωσε δικαιοσύνη.
Στα ιδρωμένα υπόστεγα αλλάζουμε
την πείνα μας
για λίγη νύχτα με φεγγάρι
οι σιωπές βαραίνουν ξαφνικά
η απόσταση ματώνει κι αποτυπώνεται
στους δανεισμένους αναστεναγμούς μας
τα δέντρα λιγοστά
διπλώθηκαν και χώρεσαν στις τσέπες μας
μισάνοιχτα στόματα
λαγούμια προδοσίας
ξεπουλιέται τώρα η αυτοκυριαρχία μας
με νόμισμα τη λήθη.
Να, πάρε λίγο σούρουπο
αυτό
με περιέχει.
Το γκρίζο της ασφάλτου δεν αστράφτει πια
ανήκει στα παιδιά μας
η πόλη ονομάζεται μπετό
δε χορταίνει να μας ρημάζει τα χρώματα
μας αρπάζει τα χέρια
να ως εδώ αγγίξατε, φτάνει
– μα εσύ γνωρίζεις ήδη
πως ψηλαφίζοντ’ οι χαράδρες των ευχών μου
και πως μαδάμε τ’ άστρα
π’ άσπριζαν κάποτε τα μπαζωμένα της ποτάμια –
τα δάκρυα που χύνονται εδώ
ορίζουν το δικό τους δρόμο
χώνονται σαν καρφίτσες
μέσα στα γόνατά μου
με προστάζουν να βαδίσω
άλλη
μια
νύχτα.
Τώρα αντί για νέα γράμματα
ας γράψουμε τ’ αρχαία μας φτερά
ν’ απλώσουμε τα χέρια
α λ α φ ρ α α
να βρούνε στόχο τα μαχαίρια.
Πώς να στριμώξω
πες μου
σε μια βόλτα
τόσους νεκρούς;

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Μάνος Ορφανουδάκης, «Σε ποιον ανήκουν οι νεκροί;»

 

 

Στον Λουκά

 

Μπήκαν στον χρόνο και μαζί του προσπεράσαν

ώρες, ημέρες, μήνες και χρονολογίες.

Έχουν ξεχάσει να θυμούνται πως ξεχάσαν

και να γυρεύουν συνεχώς δικαιολογίες.

 

Κι αφού περπάτησαν με πρόσωπο κρυμμένο

κι αφού στα όπλα γύρεψαν δικαιοσύνη

φτιάξαν το δίκιο τους με τ’ άδικο δεμένο

κι είδαν τ’ αστέρι στη σημαία τους να σβήνει.

 

Τώρα κοιτάζουνε εμάς που τους κοιτάμε

και απορούν με την δική μας απορία

καθώς ματώνουν στη σκανδάλη που πατάνε

-σ’ αυτό το «κλικ» που ξεγεννά την ιστορία.

 

Όσοι πληρώσανε και ξόδεψαν τα χρέη

βρήκαν απέναντί τους όλη τη γενιά τους

ήρθαν να ζήσουνε παράφορα μοιραίοι

κι ύστερα σβήνουνε σ’ ανώδυνους θανάτους.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Αδομνίστη Ωδητή, “Τempus Fugit”

Tempus fugit

Το ξέρω, στη ζωή σου εγώ κατέφτασα αργά.
Ήρθα απρόκλητη κι απρόκλητα βημάτισα γοργά.
Το ξέρω πως δεν πρόλαβα πρώτη να σε μαγέψω
κι ούτε με χίλια ποιήματα θα καταφέρω να πλανέψω
της καρδιάς σου τον αμείλικτο κριτή.

Διαβάστε περισσότερα