Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μπέατριξ Πόττερ, «Η ιστορία της Τζεμάιμα Παντλ-ντακ» (Μετάφραση- επίμετρο: Δήμητρα Φιλιπποπούλου)

 

Τι αστείο θέαμα είναι να βλέπει κανείς ένα τσούρμο παπάκια με μια κότα!

-Ακούστε την ιστορία της Τζεμάιμα Παντλ-ντακ, που είχε ενοχληθεί, επειδή η γυναίκα του αγρότη δεν την άφηνε να κλωσήσει τα δικά της αυγά.

Η κουνιάδα της, κ. Ρεβέκκα Παντλ-ντακ, ήταν εντελώς πρόθυμη να αφήσει την επώαση σε κάποια άλλη «–Δεν έχω την υπομονή να καθίσω σε μια φωλιά για είκοσι οχτώ μέρες∙ και ούτε εσύ την έχεις, Τζεμάιμα. Θα τα άφηνες να κρυώσουν∙ και το ξέρεις!»

«Θέλω να κλωσήσω τα αυγά που είναι δικά μου∙ θα τα κλωσήσω όλα μόνη μου», είπε η Τζαμάιμα Παντλ-ντακ με ένα κουάκ.

Προσπάθησε να κρύψει τα αυγά της∙ αλλά πάντα τα ανακάλυπταν και τα έπαιρναν.

Η Τζεμάιμα Παντλ-ντακ απελπίστηκε πραγματικά. Αποφάσισε να φτιάξει φωλιά μακριά από το αγρόκτημα.

Ξεκίνησε ένα όμορφο ανοιξιάτικο μεσημεράκι να προχωράει στον καρόδρομο που οδηγεί πάνω από το λόφο.

Φορούσε ένα σάλι και μια σκούφια.

Όταν έφτασε στην κορυφή του λόφου, είδε ένα δασάκι σε μια απόσταση.

Σκέφτηκε ότι έμοιαζε με αρκετά ασφαλές, ήσυχο σημείο.

Η Τζεμάιμα Παντλ-ντακ δεν το συνήθιζε και πολύ να πετάει. Έτρεξε μερικά μέτρα στον κατήφορο του λόφου, φτερουγίζοντας με το σάλι της, και μετά πήδηξε στον αέρα.

Πέταξε όμορφα, μόλις ξεκίνησε για τα καλά.

Εξερεύνησε με τη ματιά της τις δεντροκορφές, μέχρι που είδε ένα ξέφωτο στη μέση του δάσους, όπου τα δέντρα και τα χαμηλά κλαδιά είχαν καθαριστεί.

Η Τζεμάιμα προσγειώθηκε κάπως άγαρμπα, και άρχισε να περπατάει με μικρά, αδέξια βήματα για να βρει ένα βολικό, στεγνό μέρος για να κάνει φωλιά. Της άρεσε κάπως ένας κομμένος κορμός ανάμεσα σε μερικές  ψηλές δακτυλίτιδες.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Alicia Keys, Ποιήματα (μετάφραση: Δημήτριος Μουζάκης)

ΛΕΞΗ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Είναι ένας κρύος, κρύος χειμώνας του καλοκαιριού
Είναι μια μέρα σκοτεινή σαν τη νύχτα
Είναι η πιο καυτή ζέστη τον Δεκέμβριο
Είναι το πιο τυφλό σημείο της όρασης

Είναι αυτό που ακούς στο μυαλό σου όταν είσαι ολομόναχος
Είναι το ειλικρινές κομμάτι σου
Είναι το πιο μικρό πράγμα που σε κάνει να νιώθεις μεγάλος
Και σε αφήνει μπερδεμένο

Τον δειλό μεταμορφώνει σε στρατιώτη
Κάνει τον πιο γενναίο άνθρωπο να κλαίει
Κάνει τον θάνατο να να μοιάζει παράδεισος
Αφήνοντάς σε να τον φοβάσαι

Είναι όλα για μια λέξη τεσσάρων γραμμάτων
Μια απλή λέξη τεσσάρων γραμμάτων

Είναι το πιο κρύο μέρος μιας τόσο ζεστής καρδιάς
Είναι ένα σκοτάδι φωτεινό σαν ηλιόλουστη μέρα
Είναι ζωντανό μέσα σ’ όσους νιώθουν πως το καλό έχει χαθεί
Και σε παρασύρει

Είναι αυτό που ακούς στην καρδιά σου όταν είσαι ολομόναχος
Είναι το κακό μέσα σου
Είναι το πιο μικρό πράγμα που σε ψηλώνει
Αλλά σ’ έχει τόσο μπερδέψει

Κάνει τον στρατιώτη να μοιάζει με δειλό
Τους πιο αδύναμους μεταμορφώνει σε γενναίους
Μ’ αυτό κανείς δεν μπαίνει στον παράδεισο
Σε στέλνει σε έναν πρόωρο τάφο

Είναι όλα μόνο για μια λέξη τεσσάρων γραμμάτων
Μια απλή λέξη τεσσάρων γραμμάτων

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Wilfrid Wilson Gibson (1878-1962), Ποιήματα (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

Πρωινό

Τρώγαμε το πρωινό μας έχοντας ανάσκελα ξαπλώσει,
γιατί οι οβίδες ουρλιάζανε πάνω από τη γη.
Μια φέτα μπέικον στοιχηματίζω για ένα καρβέλι ψωμί,
ότι η Χαλλ Γιουνάιτεντ τη Χάλιφαξ θα σαρώσει,
αν ο Τζίμι Στέινθορπ στην άμυνα μπει,
αντί του Μπίλι Μπράντφορντ. Πριν το κεφάλι του σηκώσει,
ο κοκκινομάλλης έβρισε και το δέχτηκε · κι έπεσε νεκρός πίσω εκεί.
Τρώγαμε το πρωινό μας έχοντας ανάσκελα ξαπλώσει,
γιατί οι οβίδες ουρλιάζανε πάνω από τη γη..

Όλη νύχτα κάτω απ’ το φεγγάρι

Όλη νύχτα κάτω απ’ το φεγγάρι
οι χαραδριίδες πετούν
πάνω απ’ τα ονειρικά λιβάδια από φως ασημί,
πάνω απ’ του Ιουνίου το χορτάρι
κλαίνε και καλούν,
περιπλανώμενες φωνές αγάπης στης νύχτας τη σιωπή.

Όλη νύχτα κάτω απ’ το φεγγάρι
αγάπη, αν και ξαπλωμένοι μιλάμε
ήσυχα κάτω απ’ την αχυρένια σκεπή,
στ’ ονειρικό φως πάνω απ’ του Ιουνίου το χορτάρι
μαζί πετάμε,
περιπλανώμενες φωνές αγάπης στης νύχτας τη σιωπή.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο Ποιείν

Πόλιος Παπαγιαννίδης (1956-2020), Σον Άδ’ επήγα (Ο Σιμούλτς κι ο Πόλιον μίαν κι άλλο, VASIPAP, 1994) (μετάφραση-σημειώσεις: Ιωάννα Κωνσταντινίδη)

Σον Άδ’ επήγα                                                                             To Hades I went

 

Στον Άδη πήγα, ετοίμασα                                                          To Hades I went, to prepare

Τον τόπο που θα ξαπλώσω                                                        the place I’m going to lie

Έλα αρνάκι μου μαζί                                                                   Come with me, my litte lamb

Αχ! Μονάχος μου αγριεύομαι                                                   Oh! I’m afraid by myself

 

Στον Άδη γράμματα δεν πάνε                                                   To Hades mail can’t be sent

Ταχυδρομεία δε δουλεύουν                                                       post offices don’t service

Απ’ το μικρό τ’ αρνάκι μου                                                        From my small lamb

Ένα νέο να φέρουν                                                                      some news to bring me over

 

Ο ουρανός να γκρεμιζόταν                                                        If only sky could be destroyed

Η γη να μετακινείτο                                                                    And Earth taken elsewhere

Να δω το μικρό το αρνί μου                                                      So I could see  where my little lamb

Σε τι λογής τόπο ξαπλώνει                                                        lies down

 

Και με τη λυρίτσα μου                                                               And with my small Pontic lyra

Στον Άδη κατέβηκα                                                                     I went down to Hades

Πουθενά, φωνή δεν υπήρχε                                                       Nowhere, no voice existed

Σκοτάδι, τίποτα δεν είδα.                                                           Darkness, I saw nothing.

*********************************************************************************

Ο Πόλιος Παπαγιαννίδης γεννήθηκε το 1956 στον Κεχρόκαμπο Καβάλας. Ερμηνευτής, συνθέτης, στιχουργός, δεινός οργανοπαίχτης (αγγείο, φλογέρα, ζουρνάς), παρέμεινε προσηλωμένος στην ποντιακή μουσική παράδοση, εκφράζοντας την αντίθεσή του στην εμπορευματοποίησή της και τις σύγχρονες εκφυλιστικές τάσεις. Πηγές έμπνευσής του η μητέρα, η ξενιτειά και, κυρίως, η αγάπη. Το 1992 κυκλοφόρησε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά και ξεκίνησε εμφανίσεις στο κοσμικόν κέντρον «Κορτσόπον». Έφυγε από τη ζωή το 2020.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Georg Heym (1887 –1912): “Η Χώρα των Νεκρών” και άλλα ποιήματα από την Ανθολογία εξπρεσιονισμού «Το Λυκόφως της Ανθρωπότητας» (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Όλα τα τοπία

Όλα τα τοπία με μπλε
έχουν γεμίσει.
Όλ’ οι θάμνοι και τα δέντρα στο ποτάμι,
που ψηλά στο βορρά έχει πλημμυρίσει.

Ελαφρά σμήνη, σύννεφα,
πυκνά πανιά, στόλος λευκός
του ουρανού οι όχθες πέρα
διαλύονται στον αέρα και στο φως.

Όταν έρχονται τα βράδια
κι όλοι πέφτουν να κοιμηθούν,
τα όνειρα τα όμορφα
μ’ ελαφρό πόδι μέσα προχωρούν.

Κύμβαλα παίζουν που ηχούν
στα χέρια ελαφρά.
Κάποια ψιθυρίζουν και κρατούν
μπροστά στο μέτωπο κεριά.

Οι βλεφαρίδες σου οι μακριές…

Οι βλεφαρίδες σου οι μακριές,
των ματιών σου τα σκοτεινά νερά,
άσε με μέσα να βουτήξω,
άσε με να φτάσω στο βυθό.

Ανεβαίνει στο φρεάτιο ο ανθρακωρύχος
και ταλαντεύεται η λάμπα του η θαμπή,
πάνω απ’ την πύλη του ορυκτού,
ψηλά στον τοίχο, στη σκιά,

κοίτα, κατεβαίνω εγώ,
στην αγκαλιά σου να ξεχάσω,
μακριά, ό.τι αντηχεί από ψηλά,
μέρα και βάσανα και φως.

Παντού φυτρώνει στα χωράφια,
όπου ο άνεμος στων σιτηρών στέκει το μεθύσι,
αγκάθι ψηλό, ψηλό μα κι άρρωστο μαζί,
απέναντι στο γαλάζιο τ’ ουρανού.

Διαβάστε περισσότερα