Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Wolfgang Borchert (1921 – 1947) «Κι όμως τη νύχτα κοιμούνται οι ποντκοί» (μτφρ. Ρόδη Ασήμη)

Το κούφιο παράθυρο στον μοναχικό τοίχο έχασκε μενεξεδένιο, γεμάτο από τον πρώιμο απογευματινό ήλιο. Σύννεφα σκόνης άστραφταν ανάμεσα στα υψωμένα απομεινάρια των καπνοδόχων. Η έρημος των ερειπίων λαγοκοιμόταν.

Είχε τα μάτια κλειστά. Μεμιάς σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. Κατάλαβε ότι κάποιος είχε έρθει και στεκόταν τώρα μπροστά του σκοτεινός, σιωπηλός. Τώρα με τσάκωσαν, σκέφτηκε. Αλλά παίζοντας λίγο τα βλέφαρα είδε μονάχα δυο πόδια ντυμένα μ’ ένα παντελόνι κάπως φτωχικό. Έτσι στραβά που στέκονταν μπροστά του, μπορούσε να δει ανάμεσά τους.

Τόλμησε να ρίξει μια γρήγορη ματιά από τα μπατζάκια προς τα πάνω και διέκρινε έναν ηλικιωμένο άντρα. Είχε ένα μαχαίρι κι ένα καλάθι στο χέρι. Και λίγο χώμα στην άκρη των δαχτύλων.

— Κοιμάσ’ εδώ, ε; ρώτησε ο άντρας και κοίταξε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Ο Γύργκεν, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα, είδε τον ήλιο ανάμεσα απ’ τα πόδια του άντρα και είπε: «Όχι, δεν κοιμάμαι. Πρέπει να φυλάω εδώ πέρα».

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. — Α, γι’ αυτό έχεις λοιπόν αυτό το μεγάλο ξύλο;

— Ναι, απάντησε ο Γύργκεν θαρραλέα και κράτησε σφιχτά το ξύλο.

— Και τι φυλάς;

— Δεν μπορώ να το πω. Τα χέρια του έσφιγγαν το ξύλο.

— Τίποτα λεφτά μήπως; Ο άντρας άφησε κάτω το καλάθι και σκούπισε το μαχαίρι εδώ κι εκεί πάνω στο παντελόνι του.

— Όχι, λεφτά πάντως όχι, είπε ο Γύργκεν με περιφρόνηση. Κάτι εντελώς διαφορετικό.

— Ε, τι λοιπόν;

— Δεν μπορώ να το πω. Κάτι άλλο τέλος πάντων.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Luigi Pirandello, «Το Πιθάρι» (μτφρ. Ντίνα Σιδέρη – Κώστας Ασημακόπουλος)

Γεμάτες οι ελιές και τούτη τη χρονιά. Γερά δέντρα, προκομμένα, φορτωμένα πέρσι, ξανακάρπισαν φέτος όλες, παρά το χιόνι που τις βρήκε στον ανθό.

Ο Τζίραφα έκανε ένα γύρο στα κτήματά του από το Κότε ως το Πριμοσόλε, και προβλέποντας πως δε θα έφταναν τα πέντε παλιά κιούπια που είχε στην αποδοχή για το λάδι, της καινούριας σοδιάς, παράγγειλε στην ώρα του ένα άλλο πιο μεγάλο ακόμα στο Σάντο Στέφανο της Καμάστρα, εκεί που τα έφτιαχναν. Ψηλό κοντά ένα μπόι, χώρια το κεφάλι, γερό, φαρδύ, το καλύτερο απ’ όλα.

Είχε στήσει γερό καβγά με τον καμινά γι’ αυτό το πιθάρι. Μα και με ποιον δεν τα ’βαζε ο ντον Λολό Τζίραφα; Για το καθετί, το παραμικρό, για ένα πετραδάκι που έπεφτε από το φράχτη, για ένα άχυρο, φώναζε να του σελώσουν τη φοράδα να τρέξει στην πόλη να κάνει μήνυση. Έτσι με τα παράβολα, τα δικαστικά έξοδα και τις αμοιβές των δικηγόρων, κόντευε να καταστραφεί.

Λέγανε πως ο νομικός του σύμβουλος βαρέθηκε να τον βλέπει μπροστά του δυο τρεις φορές την εβδομάδα, και για να τον ξεφορτωθεί του χάρισε ένα βιβλιαράκι σαν σύνοψη. Ήταν ο κώδικας για να ψάχνει και να βρίσκει μόνος του, αν είχαν νομική βάση οι αγώνες που σκόπευε ν’ αρχίσει.

Παλιότερα, όλoι όσοι είχαν προστριβές μαζί του, του φώναζαν, για να τον πάρουν στο ψιλό:

— Σέλωσε τη φοράδα! Τώρα, όμως:

— Το βιβλίο! Το βιβλίο! Συμβουλέψου τον κώδικα!

Κι ο ντον Λολό απαντούσε:

— Σίγουρα! Και θα σας τυλίξω όλους σε μια κόλα χαρτί, βρωμόσκυλα!

Τούτο το καινούριο πιθάρι, πληρωμένο μετρητά τέσσερα τάλιρα κουδουνιστά, το στέγασαν προσωρινά σ’ ένα βαθύ κατώι, ώσπου να κάνουν χώρο στην αποθήκη. Ήταν στ’ αλήθεια κρίμα να βλέπεις ένα τόσο όμορφο πιθάρι μέσα σ’ εκείνη την τρώγλη που μύριζε μούστο κι εκείνη τη στυφή, διαπεραστική μυρωδιά των χώρων όπου δεν μπαίνει φως κι αέρας.

Εδώ και δυο μέρες είχε αρχίσει το ράβδισμα της ελιάς κι ο ντον Λολό ήταν στις φούριες του. Έτρεχε σαν τρελός ανάμεσα στους ραβδιστάδες και στους αγωγιάτες που κουβάλαγαν με τα μουλάρια κοπριά και την άδειαζαν σωρούς στην πλαγιά για το λίπασμα της καινούριας εποχής. Δεν ήξερε με ποιον να τα πρωτοβάλει. Βλαστήμαγε σαν Τούρκος κι απειλούσε με κεραυνούς κι ετούτους και τους άλλους αν έλειπε μια ελιά —μάλιστα, μία ελιά— λες και τις είχε μετρήσει όλες, μία μία, πάνω στα δέντρα. Με την άσπρη καπελαδούρα του, το πουκάμισο ξεκούμπωτο, τα μανίκια ανασκουμπωμένα, κάθιδρος, έτρεχε από δω κι από κει, αγριεμένος, ξύνοντας με λύσσα τα ξυρισμένα μάγουλά του, όπου το γένι ξαναφύτρωνε προτού προλάβει να φύγει καλά καλά το ξυράφι από πάνω τους.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Evaristo Carriego (Aργεντινή, 1883-1912), Δύο ποιήματα (μετφρ.: Στέργιος Ντέρτσας)

 

 

 

Στη σκιά

Με δύναμη βίαιη η νύχτα ερχότανε.

Τ’  απόγευμα έπεφτε από φόβο κλαίγοντας,

και σε  κελιά  βαθιά κι  ανοιχτά, ακουγόταν

τα πουλάρια του ανέμου τρελαμένα να τρέχουνε.

 

Αποκτούσε ένα ατελείωτο, ματωμένο περίγραμμα

το τραχύ ντύμα που τα πάντα σκέπαζε.

«Μυστήριο» σε ένα σύμβολο μαύρο γελούσε,

στο γέλιo του δείχνοντας μια φριχτή ευτυχία.

 

Το Κακό ξαμολούσε  της Διαστροφής τα  τέρατα

Τραβούσε ένας απόστολος στη θυσία ολόισια …

τραγουδώντας  τις μεγάλες, δυνατές του ιδέες,

 

τις δυνατές του ιδέες σιγανά τραγουδώντας…

Και, εκεί, απειλούμενο  από σκιές μοχθηρές,

τ’  απόγευμα έπεφτε από φόβο κλαίγοντας.

 

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Δύο ποιήματα για την Πρωτοχρονιά (Μετάφραση από τα ιταλικά & γερμανικά: Θεοδόσης Κοντάκης)

Το ΠΟΙΕΙΝ εύχεται σε όλους τους συνεργάτες και αναγνώστες- φίλους του

Καλή Χρονιά!

 

`

 

Luciano Erba (1922-2010) 

Πρωτοχρονιά στο Μιλάνο

[Capodanno a Milano]

                                               

Στο Μιλάνο πιστεύανε πως το να πρωτοδείς

έναν άνθρωπο στο κατώφλι του σπιτιού

να φεύγει για τη λειτουργία την Πρωτοχρονιά

σημάδι είναι για αίσιο μέλλον.

 

Ήτανε φιγούρες με μαύρα μακριά παλτά

αβέβαιες στο πρωινό τ’ αγιάζι:

λευκά κασκόλ, καπέλα μαλακά και σκληρά

χτυπήματα από μπαστούνια, βήματα μακρινά.

 

Πού να ’στε τώρα, άνθρωποι καλότυχοι;

το μακρύ το κύμα του καλού σας οιωνού

σπάει ακόμα στον χρόνων την ακτή;

 

Σ’ ομίχλη ανάμεσό μας ολοένα πιο πυκνή

καμιά φορά μου φαίνεται πώς ξεκρίνω

κάπες να πετούν προφητικές.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Αγγελίνα Ρωμανού, «Back Door», εκδ. Provocateur, 2018 (μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα)

Manchmal, liebe ich dich nicht

trenne den Körper vom Rücken

und erhebe meine Hand nach vorne

den Hexenrumpf zu erreichen

Holunder einer Dünnen und Liebesunerfahrenen

die im Hof versteckt ist.

Manchmal, gleich wenn ich den Käfig in zwei Teile öffne

stecke ich die Haare auf, dass

die Blauen, die Grünen, die Paukenschlage Luft zufächeln

meine Locken gerade werden und

sich auf meinen Schultern ausbreiten wie du gewohnt warst deine Hände

auf meinem gesamten Hals zu legen

auch ein Stück von den Lippen berührend.

Manchmal, befühle ich mich ohne zu tasten

setze die Grenzen der Landkarte fest zwischen der

Brust und der Brust bis hin zu den dicken Gesäßbacken

der Schönheit.

Manchmal, ruf ich dem Aorist dich fromm anzufassen

um mich daran zu erinnern wie es war heimlich

den traurigen Freund

den nackten Mandelbaum

unsere leere Zigarettenschachtel zu beweinen

auf dem Bürgersteig mit offenem Kleid

so tun als kämest du vom Krieg zurück

genau derselbe verlangst mich dir zu beugen

Wasser ins Feuer zu werfen

und danach mich stumm hinzugeben

sobald der Sonnensperma unsere Tür in zwei Teile zerbricht

und frech in meine düstere Schamgegend hineinstürmt.
Διαβάστε περισσότερα