Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ted Hughes, «Μεταθανάτια Ζωή» (μετάφραση- επίμετρο: Νικόλας Προδρόμου)

Τι να σου πω για τη μεταθανάτια ζωή
που να μην το γνωρίζεις ήδη;

Τα μάτια του γιού σου, που μας έχουν αναστατώσει
με τον Σλαβο-Ασιατικό
Επίκανθο του βλεφάρου σου, που, όμως, θα έμοιαζαν
στα δύο αψεγάδιαστά σου μάτια,
έγιναν, τελικά, δύο υγρά πετράδια
που είναι η πιο σκληρή ουσία του πιο αγνού πόνου,
καθώς τον τάιζα στο ψηλό, άσπρο καρεκλάκι του.
Τα μεγάλα χέρια του πένθους όλο έστυβαν και έστυβαν
το υγρό, υφασμάτινο προσωπάκι του. Έστυβαν τα δάκρυά του.
Όμως το στόμα του σε πρόδωσε, γιατί δέχτηκε
το κουτάλι του ασώματου χεριού μου
όταν έφτασε απ’ τη ζωή που επιβίωσε απ’ τον θάνατό σου.

Μέρα με τη μέρα η αδερφή του γινόταν πιο χλωμή
με μια πληγή που δεν έβλεπε,
δεν άγγιζε και ούτε αισθανόταν, καθώς έντυνα την πληγή αυτή
καθημερινά με το μπλε της ζακετάκι Μπρετόν.

Το βράδυ ξαπλώνω ξύπνιος με το σώμα μου
Σαν τον Κρεμασμένο
Τ ονεύρο του λαιμού μου έχει ξεριζωθεί και ο τένοντάς μου,
που στερέωνε τη βάση του κρανίου μου
μέχρι τον αριστερό μου ώμο,
έχει διαλυθεί από τη βάση του ώμου μου και μετατράπηκε σε κόμπους.
Πίστευα πως θα μπορούσα να κατανοήσω τον πόνο αυτό
εάν φανταζόμουν τον εαυτό μου να κρέμεται
από ένα αγκίστρι κάτω από τους μυς του λαιμού μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Macedonio Fernández  (Argentina,  1874-1952), «Επιστολή στους κριτικούς» (μετάφραση- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

Macedonio Fernández (Argentina, 1874-1952), Δύο πεζά (μετάφραση-επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας) [Β’ Μέρος]

 

 

 

Είμαι ο ένας που σας κατάλαβε, o πρώτος που συνέλαβε  τον ουσιαστικό σας ορισμό: είστε οι αιώνιοι αναμένοντες της Τελειότητας, και οι  καθημερινά  περιορισμένοι στον εγκωμιασμό της βιβλιοδεσίας, υποχρεωμένοι  λόγω της απογοήτευσής σας,  ο ένας μετά τον άλλον, μέρα με την ημέρα, από το ποίημα, το  μυθιστόρημα, το βιβλίο ˙ είστε οι μόνοι που αγαπάτε κι αντιλαμβάνεστε την Τελειότητα ˙ οι συγγραφείς τίποτα από όλα αυτά, δημοσιευτές πρόχειρων σχεδιασμάτων, βιβλία βιαστικά, ευκαιριακά, μπαλώματα ˙ η Τελειότητα θα ‘ρθει κάποια μέρα σε ένα βιβλίο , έτσι που με το δίκιο σας την αναμένετε, τη φαντάζεστε: μέχρι τώρα δεν έχει φανεί η Τελειότητα παρά μόνον στη χάρη και στην ηθική δύναμη κάποιων αντρών ή γυναικών που όλοι μας αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε κάποτε και που ποτέ δεν θα προσεγγίσουν την ιστορική δημοσιότητα  ούτε και την καθημερινή.

Όμως είστε καλά στην αναμονή σας και είμαι βέβαιος πως θα επικροτήσετε όλοι ομόφωνα τη μέρα που θα  φανεί εν είδει Βιβλίου, απέραντα ευγνώμονες.

Οι συγγραφείς, όσοι δεν εννοούμε να καταλάβουμε ότι από καιρό θα έπρεπε να υπακούσουμε στη στάση των κριτικών ξέροντας τι τρομαχτική εξουθένωση είναι να δομήσεις ένα βιβλίο μες στα αυστηρά πλαίσια της τέχνης και πόσο μηδαμινή η πιθανότητα να τα καταφέρεις, όχι μόνο υποφέρουμε αλλά και μαραινόμαστε επειδή δεν φτιάχνουμε το Βιβλίο και περιμένοντας να το φτιάξουμε έχουμε απολέσει τη συμπάθεια που επιφέρει η προσμονή να τη βρούμε στις απόπειρες των άλλων.

Εγώ δεν βρήκα μια επιδέξια επιτέλεση της καλλιτεχνικής μου θεωρίας. Το μυθιστόρημά μου είναι σφαλερό, όμως θα ήθελα να μου αναγνωριστεί πως είμαι ο πρώτος που έχει προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το θαυμάσιο εργαλείο του συνειδησιακού ξαφνιάσματος που είναι ο μυθιστορηματικός ήρωας στην αληθινή του αποδοτικότητα και ιδιότητα: εκείνο του απόλυτου ξαφνιάσματος της συνείδησης του αναγνώστη, κι όχι της τετριμμένης κατοχής μιας συνείδησης σε μια ιδιαίτερη κοινοτυπία, εφήμερης, ασταθούς, αυτής, και πως μαζί με αυτό και κάποιες άλλες σκέψεις που διαμορφώνονται στο σύνολο του δρομολογημένου βιβλίου, φέρνω πλησιέστερα ετούτη την Τελειότητα που εσείς περιμένετε , και, αποσαφηνίζω κάτι ακόμη επίσης, ένα σοβαρό δόγμα της λογοτεχνικής τέχνης.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Lucio Piccolo: Από τα «Ποιήματα μπαρόκ» (1956) (Μετάφραση από τα ιταλικά- επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

 

[Ζωγραφική: Ακουαρέλα του Casimiro Piccolo, αδελφού του Lucio Piccolo]

 

 

[Κι αν ακόμα γυρεύεις]

          [Sebbene tu cerchi]

 

Κι αν ακόμα γυρεύεις να ’ναι η δική σου

η απόδραση άρπα, φλογέρα, ποταμάκι,

το ξέρεις πως στο βάθος

μιας ατέρμονης μελαγχολίας είναι σημάδι∙

κι αν τ’ αγέρι μες στη νύχτα που απλώνεται

σκορπά τη μαντζουράνα, τη μυρτιά,

τον κάλυκα τον διάφανο της δατούρας

σ’ ατμό από άρωμα νοτισμένο,

το ξέρεις πως η ιστορία ξετυλίγεται,

λίγο βαστά και χάνεται μακριά:

και μένει η πίκρα στη στερνή τη γουλιά.

Κι αν πάλι το σκορπισμένο ξαναβρίσκει

τα όρια, την ανάπαυση, το νύκτιο το φως,

κι αν απ’ τις καμπάνες

ξεσπά ευφρόσυνη κλαγγή

μες στον άνεμο τον νυχτερινό,

κι αν ακόμα στεφάνι από μπουμπούκια χειμερινά

γλυκά διπλώνεται σ’ άνοιξης υμέναιο λευκό.

Τώρα σε λόφους σκοτεινούς, στων βουνών τις στροφές

το κυνήγι γι’ αναλαμπές, τις ζώνες τις καθαρές

τις παίρνει το πρώτο δείλιασμα που πάνιασμα γίνεται –

και θα ’ναι βοή κι αντάρα στις κοιλάδες πέρα,

στα ρείκια θα ντιντινίζουν οι σταγόνες σκορπώντας στον αγέρα,

λίγο θ’ αναβλύζουν οι πηγές που η χλόη αναδίνει:

μεστή απ’ αχτίδες θερμές, η γη τις πίνει.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Hanna Komar, Ποιήματα (μετάφραση- επίμετρο: Κατερίνα Κουλούρη)

Άλλη (από εκείνη που ήθελα)

άρρωστη και κουρασμένη
ξυπνάω με τη λαχτάρα κάποιος
να ξαπλώσει δίπλα μου,
κάποιος που να μη θέλει να με γαμήσει
φίλοι και φίλες
που θέλω και χρειάζομαι

σκέφτομαι τη μαμά μου –
αν πάω κοντά της, ξαπλώσω στο πλάι της
θα την κάνω την πιο ευτυχισμένη
μαμά, αλλά δε μπορώ
όταν ως παιδί αρρώσταινα
εκείνη έλεγχε αν είχα πυρετό
και μου έδινε φάρμακα
αντί να ξαπλώνει δίπλα μου
τραγουδώντας και κλαίγοντας,
αντί να μου ψιθυρίζει
‘Συγχώρεσε με κορούλα μου,
κανείς δε με δίδαξε στοργή…’

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

“Tα βερολινέζικα καφέ του εξπρεσσιονισμού” (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

Ernst Blass (1890-1939)

Το καλοκαίρι ήταν…

Το καλοκαίρι ήταν οπάλινο, και παρατηρούσαμε
διάφορων ανθρώπων βλέμματα και φωνές.
Ανεπαίσθητα γλιστρούσαμε μεσ’ από βεράντες σκεπαστές…

(Σε τραπέζια καφενείων μεγάλα ψάρια,καθισμένα,
θαλάσσια φυτά, υαλώδη, κινούμενα αργά,
ασπριδερά και χαμογελαστά. Αλλά απέναντι
ήταν μονίμως το ανοιχτό του στόματος σου το κοχύλι)

Και παρασύρονταν, όλο και πιο γρήγορα, να ξεβραστούν
στη γεμάτη ζωή μιας πόλης γκρίζας.

Ρίξτε το στο γκροτέσκο – σας πάει! *

Ένας γέρος πίνει λευκή μπύρα με σμέουρο, «μια στάλα».
Ο ήλιος ρίχνει στυγνά κι αμείλικτα το φως.
Σπίτι γυρνάνε τέσσερεις, που πήγαιναν καβάλα.
‘Ενας κριτικός γίνεται ξάφνου πολύ μοχθηρός.

Τα γυναικάκια γρυλλίζουν όμορφα, μα γουρουνίσια.
Ένας καθηγητής αγοράζει ένα γιακά,
τον παλιό τον φόρεσε πια αρκετά.
Ένας νέγρος χαζεύει την Ημερήσια.

Σαν δυσπεψία κρέμεται ο ουρανός
πάνω απ’ το Βίλμερσντορφ, που ποιητές έχει κατοίκους.
Ένας γάλος κρώζει κουρασμένος και βραχνός
και μια κότα φωνάζει: Κικιρίκου.

Διαβάστε περισσότερα