Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Κώστας Κουλουφάκος (1924-1994), «Τα δημοσιευμένα έργα – Τα μεταφρασμένα -Τόμος B΄» (Φιλολογική επιμέλεια και επίμετρο: Γιώργος Ανδρειωμένος), εκδ. Κίχλη, 2022

Ένα από τα ζητούμενα της ελληνικής μεταπολεμικής γραμματείας είναι η συνολική έκδοση του πρωτότυπου και μεταφραστικού έργου του Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994), σημαντικής λογοτεχνικής, πνευματικής και πολιτικής προσωπικότητας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Μολονότι το όνομά του είναι γνωστό στους ενασχολούμενους με τα πολιτιστικά δρώμενα της περιόδου, τα γραπτά του παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα και δυσπρόσιτα στο ευρύτερο κοινό, όχι μόνο επειδή πολλά από αυτά έχουν δημοσιευτεί με διάφορα ψευδώνυμα, αλλά και γιατί έχουν τυπωθεί σε ποικίλα έντυπα. Το κενό αυτό φιλοδοξούν να καλύψουν οι παρόντες δύο τόμοι, στους οποίους ο καθηγητής Γιώργος Ανδρειωμένος συγκεντρώνει όσα δημοσίευσε ο Κουλουφάκος, είτε αυτοτελώς, είτε σε συλλογικές εκδόσεις, περιοδικά και εφημερίδες, περιλαμβάνοντας σε αυτούς και λιγοστά κείμενα του δημιουργού τα οποία παραδίδονται σε χειρόγραφη μορφή. Παράλληλα, σε επίμετρο, σκιαγραφείται η ζωή του συγκεκριμένου λογοτέχνη και αποτιμάται το πολυσχιδές έργο του, ενώ η έκδοση συνοδεύεται από φιλολογικά σχόλια, φωτογραφικό παράρτημα, συγκεντρωτικά εργογραφικά περιεχόμενα και αναλυτικό ευρετήριο προσώπων.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μαρία Μπεθάνη, «Θαύμα», εκδ. Μετρονόμος, 2022

ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ

 

Σφηνώνεται μια λέξη στο λαιμό μου

Και για να μη πνιγώ, την τραγουδώ

Μια λέξη πιο γρήγορη από δελφίνι

Που δε μπορεί να σταθεί ατάραχη στα κύματα

Γράφω, γράφω και αφήνω μια διαφάνεια στο πέλαγος.

Μια μικρή παύση.

Από εκεί περνάς εσύ κολυμπώντας

Με ρυθμό ονείρου

Καλοκαιρινής βροχής που επιμένει

Να μου θυμίζει πως είμαι παιδί ακόμα

Και έτσι δεν ξέρω πώς αλλιώς να ζήσω.

 

Με ρωτάς γιατί γράφω

Βγάζεις μία φωτογραφία από παλιά

Μου λες εδώ δε θα ξαναβρεθείς ποτέ

Ερευνάς τα μάτια μου να δεις αν θα θυμώσω

Παίρνω για επίθεμα τη λέξη που πληγώνει

Την ακουμπώ στην ίδια την πληγή

Απορροφάται σαν υποβρύχιο

Ταξιδεύει όπως σε καθαρτήριο

Βγαίνει από μέσα μου

Σαν ανθός.

 

Δε θα το φανταζόσουν ποτέ

Τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιούμε

Και πάντα περισσεύουν.

Κρέμονται από τα χείλη

Για να κολλήσουν σε νέες μνήμες

Γιατί νέες είναι πάντα

 

Σαν ανθός.

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ποιητικό Καφενείο

4 ποιήτριες απαντούν σε 4 ερωτήσεις για τη νέα τους ποιητική συλλογή [Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα]

Η Χλόη Κουτσουμπέλη, η  Ηρώ Νικοπούλου, η Λιάνα Σακελλίου και η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου μιλούν στο Ποιείν για τη νέα τους  ποιητική συλλογή που κυκλοφορεί στη σειρά 4×4 των εκδόσεων ΑΩ.

Στο βιβλίο η κάθε ποιήτρια πραγματεύεται με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης το δημιουργικό της όραμα σε μια ποιητική συνάντηση… «παντός καιρού».

 

**********************************

1) Χλόη Κουτσουμπέλη, Ποιητική συλλογή «Τα Άλλα»

 

Γ.Χ.: Στο ποίημά σας με τίτλο «Τα άλλα» αναφέρεστε στα παιδιά που φεύγουν και τα «Άλλα» που μένουν

[…]Όταν τα παιδιά φεύγουν απ’ το σπίτι

πίσω μένουν τα Άλλα,

αυτά που καταβρόχθισε το λαίμαργο στόμα

μιας θάλασσας,

αυτά που μία καμπουριασμένη γριά με ένα ψαλίδι

αναίτια έκοψε το νήμα τους.

Ίσως απ’ την αρχή συγκατοικούν μαζί μας.

Όμως μόνον μες στην ερημιά,

αντιλαμβανόμαστε την παρουσία τους.

Μόνο τότε καταλαβαίνουμε.

Και τα Άλλα δικά μας είναι.

 

ΕΡ.: Τι συμβολίζουν  «Τα Άλλα» ;

Χ.Κ: Σε αυτό το ποίημα μιλώ για το κοινωνικό χρέος κάθε ποιητή και ποιήτριας. Για το διευρυμένο και διασταλμένο ποιητικό σώμα που πρέπει να αγκαλιάζει όχι μόνο τα δικά μας βιολογικά παιδιά αλλά και αυτά τα «άλλα», τα παιδιά σε όλο τον κόσμο που αυτή τη στιγμή πεθαίνουν από πείνα, κακοποιούνται, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, πέφτουν θύμα της κρατικής βίας, πνίγονται στη Μεσόγειο καθώς προσπαθούν να μεταναστεύσουν με σαπιοκάραβα. Όλα τα παιδιά δηλαδή που δεν μεγαλώνουν σε ένα σταθερό, ασφαλές, στεγνό, προστατευμένο περιβάλλον. Και όταν τα δικά μας παιδιά αποχωρούν και παύει η καθημερινή τους φροντίδα, τότε μέσα από την απώλεια ευαισθητοποιούμαστε περισσότερο για τα «άλλα», τα λιγότερα προνομιούχα, τόσο πολύ που η άυλη τους υπόσταση μετατρέπεται σε μία φυσική σχεδόν παρουσία, που αφήνει τα ίχνη της μέσα στο σπίτι. Είναι η υπενθύμιση ότι ο ποιητής και η ποιήτρια πρέπει να έχουν ενσυναίσθηση και κοινωνική ευαισθησία και όχι να ζουν περίκλειστοι στον εγωιστικό τους μικρόκοσμο.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Αφίξεις

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «ΛΑΛ Γνωστοποίηση Πένθιμου Γεγονότος», εκδ. Κουκκίδα, 2022

Το έντομο

 

Ένα αλλόκοτο έντομο περιφερόταν αργά χθες βράδυ

μπροστά από τη βιβλιοθήκη μου.

Ούτε ακρίδα ούτε κατσαρίδα.

Πρώτη φορά είδα τέτοιο πράγμα

αντί να το κοιτάξω καλύτερα

πήρα μια παντόφλα και το κυνήγησα

ευτυχώς πρόλαβε να κρυφτεί μέσα στα βιβλία

δεν το ξαναείδα (μετά διηγήθηκα αυτό το περιστατικό στον Λαλ που χαχάνιζε).

Σκέφτομαι ότι χρόνια μετά

μπορεί να εμφανιστεί μπροστά μου

υπερμεγέθες και καλοταϊσμένο

με εύγευστες σελίδες της βιβλιοθήκης μου

και να θελήσει να πάρει εκδίκηση.

Από τα σαγόνια του

θα κρέμονται γραμμές λαμπερών στίχων

τα πόδια του θα σέρνουν

αίσιους τίτλους

 

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Αφίξεις

Γιώργος Ανδρέου, «Χαλίκια», εκδ. Μικρή Άρκτος, 2022

ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Στην τσακισμένη πολυθρόνα
Κάθεται
Πετσί αργασμένο
Αγρυπνισμένο
Αναπολεί
Μπορώ να υποθέσω τι

Το εξαχνωμένο όραμα
Τη δωρεά, τον μαύρο ανήφορο
Σημαίες, κοίτα πόσες
Κι άλλες τόσες

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό
Είχε κι αυτός πιστέψει τον Καιρό

Πατέρα, ε;
Κόκκινα σύνεφα
Και Μαγιακόφσκι και Ουλάνοβα
Περήφανος πολύ για τον Γκαγκάριν
Ενώ στα ξερονήσια ξαγρυπνούσανε
Λακεδαιμόνιοι και Θεσπιείς
Διπλά παραδομένοι στο θεριό
Κι απ’ τους εχθρούς κι απ’ τους συντρόφους τους

Δεν άντεξες.
Δραπέτευσες
Ήταν και του Πλουμπίδη η φθίση
Το ανεπίτρεπτο μεθύσι
Του κρεμασμένου με το όπλο παρά πόδα
Τέρατα. Ούτε Αντιγόνη ούτε Κρέοντας
Αρρωστημένη μηχανή, σφαγιοβόρος

Στην πολυθρόνα όρθιος
Των ενενήντα χρόνων σου σηκός
Η πόλη πάντοτε, το τίμημα
Της εξουσίας του κενού ο ενικός

Μια τρύπα στο νερό

Μια δίνη τα ανθρώπινα
Αχόρταγη

Κι εσένα θα σε καταπιεί
Κι εμένα θα με καταπιεί
Παρηγορήσου:
Όλους
Πού το χωριό το ορεινό
Που έπαιζες βόλους
Πού η πλατεία των πλατάνων
Η αδερφή σου στο μουλάρι σοβαρή
Η μάνα ζαλωμένη με τα ξύλα
Να μιξοκλαίει ο χιονιάς
Και να κοιτάζεις του πατέρα το ρολόι
Δεκέμβρη του Σαραντατέσσερα;

Σκυμμένος στο μπαστούνι σου

Τα μάτια σου κλειστά
Όμως το μέσα βλέμμα αλυχτά Αλί σου
Η εξορία, η φυλακή σου
Δεν έληξε η περιπολία ακόμα
Το σέρτικο φωτιά στο στόμα

Και το φυλάκιο ανοιχτό

Μέσα μια σόμπα και το ράδιο

Ζεσταίνονται και τραγουδούν
Οι φίλοι σου οι πεθαμένοι

Ζεσταίνονται και τραγουδούν
Ανυπεράσπιστοι κι απορημένοι

Ενώ η βροχή

 

Διαβάστε περισσότερα