Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Μικρό ανθολόγιο ποιημάτων

ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Με κοιτάς μ’ ευγνωμοσύνη μέσ’ απ’ τη ντουλάπα
κι έχεις καταγωγή φωτογραφίας:
υποθέτω πως ανήκεις σε κάποια παιδική ηλικία
από αυτές που έζησα.

Σου είπα ότι προτιμώ τα ηλιοτρόπια ποτέ;

Η μαμά λέει συνέχεια ότι δε σε θέλει, όταν λείπεις.
Εγώ παίζω με κάτι παιχνίδια
κάνω πως δεν ακούω:
τη θλίψη της που σέρνεται στο υγρό πάτωμα
και πλησιάζει η ώρα
που θα πρέπει να τη σφουγγαρίσουμε.

Ποιος θα τολμήσει να πιάσει το κοντάρι;
Εσύ, μπαμπά;
Θα τολμήσεις να σφουγγαρίσεις
τα νερά που έσπασαν
και χύθηκα στο πάτωμα;

Αποφάσισα πως δε θέλω να χαθώ.
Θα παραμείνω ως λεκές στο μωσαϊκό των ευθυνών σας.

Κ’ ύστερα θα βγάλω ρίζες
θα ψηλώνω
μέχρι η οροφή να μην αντέχει πια
την επιθυμία των πλατανόφυλλων για φως.

Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Ένας τυχερός ρουφιάνος»

 

Σε μια κουκίδα του παγκόσμιου χάρτη ζει ένα παππούς, ογδόντα τόσα χρόνια,  όσοι τον ξέρουν, παραδέχονται πως τα ‘χει καταφέρει περίφημα στη ζωή του. Αυτό όχι μόνο το πιστεύει κι ο ίδιος, το κοκορεύεται κιόλας, λογικό λοιπόν να συμβουλεύει τους πάντες τι ακριβώς πρέπει να κάνουν, για να του μοιάσουν.

«Ν’ ακολουθείς το ρεύμα» είναι μια προσφιλής του ατάκα, και μετά απ’ την αρχική αυτή υπόδειξη ακολουθεί ένα μείγμα από μεσογειακές παροιμίες και ανακριτικές ερωτήσεις, δοκιμασμένη μέθοδος που γρήγορα τον οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα: «… να το ξανασκεφτείς… πρέπει να… λάθος σου… δεν τα λογάριασες σωστά…»

Δεν είναι λίγοι που τον θαυμάζουν για τη θυμοσοφία του, αποτυπωμένη σ΄ ένα μεγαλειώδες μέτωπο που ξεκινά απ΄ τα φρύδια και καταλήγει στον σβέρκο. Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως το τροφαντό του πρόσωπο έχει μείνει αναλλοίωτο, λες κι ο άτιμος ανακάλυψε κάποια συνταγή αντιγήρανσης ή φόρεσε κάποια μαγική μάσκα. Αν προσθέσεις σ΄ αυτά και το κοντόχοντρο σουλούπι του Μπόζο, τότε έχεις μπροστά σου το αρχαιοελληνικό άγαλμα ενός επικούρειου. Βέβαια, η σύγχρονη αυτή εκδοχή δεν έχει την παραμικρή σχέση με κάποιο αξιακό σύστημα, το αντίθετο μάλιστα, το χλευαστικό ημίγελο, η παραφουσκωμένη κοιλιά και η σοβαρότητα του πανσυμβουλάτορα προδίδουν άτομο αποκλειστικά αφοσιωμένο στο δικό του ηλιακό σύστημα, ή για να το πούμε αλλιώς, τίποτα περισσότερο από ένα ευγενές δείγμα μετα-οθωμανικού τομαρισμού.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ζαχαρίας Στουφής, «ο τάφος του διαόλου», εκδ. ΑΩ, 2019 (γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης)

Μία σύγχρονη πρόταση ηθογραφίας από τον Ζαχαρία Στουφή

 

Η νέα νουβέλα του Ζαχαρία Στουφή, «ο τάφος του διαόλου» (εκδόσεις ΑΩ, 2019) επαναφέρει τη συζήτηση γύρω από τη σχέση της σύγχρονης λογοτεχνίας με τη λαϊκή παράδοση. Η ανάπτυξη των Πολιτισμικών Σπουδών κατέδειξε ότι ο λαϊκός πολιτισμός δεν είναι ένα παθητικό αναχρονιστικό κατάλοιπο, αλλά έχει ένα ενεργό ρόλο στη σύγχρονη δημιουργία, αφού ακόμα εμπνέει τη δημιουργία κειμένων με ηθογραφικό στόχο.

Είναι γεγονός ότι μετά τη δεκαετία του ’90 και την επικράτηση της αστυφιλίας, η πεζογραφία δειλά άρχισε να στρέφει ξανά την προσοχή της στην ελληνική ύπαιθρο. Μία σειρά έργων στρέφουν το μυθοπλαστικό ενδιαφέρον στο χωριό, προσπαθώντας να αναβιώσουν τα ήθη, άλλοτε με μια νοσταλγική οπτική για την αθωότητα και άλλες φορές ως ερευνητική εργασία που ενσωματώνεται σε ένα δημιουργικό έργο. Η ασφυκτική ζωή στην πόλη, η μεταμοντέρνα αναζήτηση νέων θεματικών, που οδήγησε πολλούς συγγραφείς σε παρελθοντικές φόρμες και είδη,και η απειλή της ισοπέδωσης των λαϊκών ηθών από την πολιτισμική παγκοσμιοποίηση έχουν οδηγήσει αρκετούς πεζογράφους στην καταγραφή εθίμων και λαογραφικών στοιχείων του χωριού, είτε στο παρελθόν είτε σήμερα.

Το έργο του Στουφή αποτελεί μια σύγχρονη ηθογραφική νουβέλα. Στόχος του είναι ακριβώς να πληροφορήσει τον αναγνώστη για ήθη και λαϊκές παραδόσεις της βόρειας Ζακύνθου.Η νουβέλα αναβιώνει την παράδοση και τους μύθους της περιοχής, ιστορίες λαϊκών ανθρώπων για τη ζωή και τον θάνατο και τις μεταφυσικές αντιλήψεις τους, που συνδέονται άμεσα με την τοπική γεωγραφία, μέσα από μία μυθοπλαστική οπτική.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Οδυσσέας Ελύτης, «Έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί»

«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στην πέτρα. Θυμάμαι τη μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε τον δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ολυμπία Γαϊτανίδη, «Μονόλογος Γυναίκας»

 

Στο Κράτος των Αντινομιών

θα ενθρονίσω το παράδοξο

κι υστερικά θα πολεμώ

μέχρι να πέσει.

 

 

Η φύση μου.

Είμαι η μήτρα του εθνικού επιβιωτισμού, γεννάω πατριώτες. Στα όρια του φαντασιακού σας, ούτε άνθρωπος ούτε γυναίκα, στα χρόνια της μεγάλης κρίσης να πλάθω συνειδήσεις. Και κρέμεται απ’ τα στήθη μου το έθνος και κραυγάζει κι αποκτώ μαζί παιδιά κι αξία. Στη θερμοκοιτίδα μέσα, απάνω στο βρεφικό κορμί χαράξατε ανάγλυφο μη τυχόν ξεχάσετε ποια είμαι.Μια επιθετική μεταφορά, τέτοια ανάγνωση αρμόζει καθώς το δάχτυλο σαλιώνει και τ’ ανάγλυφό μου διαπερνά κι εγώ με μάτια παιδικά σαν ενήλικη με βλέπω, κι έκβαση πολέμου αντιδραστικού στο κορμί μου αναζητώ. Πάντα μετρώ ήσυχα τα  σημάδια μου, μη ταράξω τις βεβαιότητες των άλλων.

Είμαι μια μορφή εκτόνωσης για τον ανδρικό κομπλεξισμό. Δεν έχω καμία θέση μέσα στον κόσμο του κι αυτός δεν έχει θέση στον δικό μου κι όμως συνυπάρχουμε κι ίσως επιβιώνω. Εκπέμπω σ’ ενδιαφέρουσα συχνότητα, μα οι κεραίες μου βρίσκουν γυάλινο ταβάνι. Προορισμένη για πολλά, ικανή για τίποτα, δεσμοί συνάφειας με ό,τι κακό υπάρχει στον κόσμο, στο περιθώριο πάντα της ιστορίας που ξέρεις ν’ αφηγείσαι. Αντάρτισσες, ορφανές, ζητιάνες φουμάρουν στην άκρη της σελίδας μου, γεράσανε κι αυτές, μαζί μ’ εμένα. Πότε προλάβαμε να μάθουμε δε ξέρω, μωρά παιδιά… Μπορεί και να μη μάθαμε ποτέ εν τέλει, ναι ίσως δε μάθαμε ποτέ, γιατί αν ξέραμε κάτι θα λέγαμε, κάπως με λέξεις ή με χρώματα θα σηκώναμε κεφάλι. Φέρτε τα ρολόγια σας να τα σπάσω, να δώσω άλλοθι σε μυαλά συντηρητικά που θα σας πίνουν ακόμα το λαρύγγι σε είκοσι χρόνια από τώρα.

Διαβάστε περισσότερα