Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Μανόλης Πρατικάκης, «Ο αρχέγονος φρουρός», εκδ. Κέδρος, 2021 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

 

Ένα πολυμυθιστόρημα για τις σύγχρονες κοινωνικες ασθένειες/

Ένα λογοτεχνικό έργο υποδειγματικής ψυχογραφικής δύναμης

 

 

 

 

Πρέπει να ομολογήσω, ευθυς εξαρχης, πως με έχει ξαφνιάσει ο Μανόλης Πρατικάκης με το νέο μυθιστόρημά-του που τιτλοφορείται ΄΄Ο αρχέγονος φρουρος΄΄αλλα, ταυτόχρονα, πρέπει να ομολογήσω πως έχει διχάσει και τη γνώμη-μου με αποτέλεσμα τώρα, αξιακα ενεργώντας, να μην ξέρω ποιον να βάλω πρώτο στη σειρα ή στην προτίμησή-μου. Εννοω αν θα πρέπει να βάλω πρώτα τον ποιητη Μ. Πρατικάκη και μετα τον πεζογράφο Μ. Πρατικακη ή το αντίστροφο.

Ο Μ. Πρατικάκης, κατα τεκμήριον, είναι ποιητης, με 19 συλλογες στο ενεργητικο-του και απο τους πρωτεργάτες της ποιητικης γενιας-του, δηλαδη της τρίτης μεταπολεμικης γενιας ή γενια της Αμφισβήτηστης, όπως πλατια έχει καθιερωθει να λέγεται. Δεν είναι όμως άσχετος με τον χώρο της πεζογραφίας εφόσον έχει δώσει στο ελληνικο αναγνωστικο κοινο άλλα δύο βιβλία με πεζα κείμενά-του. Πρόκειται για τα΄΄Αφηγήματα ενοςψυχιάτρου΄΄, (εκδόσεις Καστανιώτη, 2009) και ΄΄Σύνδρομο Fregoli – Το τίμημα να είσαι ένας άλλος΄΄, (εκδόσεις Καλέντης, 2013).Το νέο, ογκωδέστατο, μυθιστόρημά-του, που ξεπερνα τις 450 σελίδες και εκδόθηκε τον Μάρτη του 2021, απο τις εκδόσεις Κέδρος, είναι ένα λογοτεχνικο έργο υποδειγματικης ψυχογραφικης δύναμης και άνετα, νομίζω, μπορει να καταχωρηθει στην κατηγορία της λεγόμενης λογοτεχνίας της ενδοσκόπησης.

Κατα τον δημιουργο-του, δηλαδη τον Μ. Πρατικάκη, είναι ένα μυθιστόρημα «πολυσύνθετο με πολλαπλα επίπεδα και συνεχεις ανατροπες». Εκτος απο αυτους τους χαρακτηρισμους, τους οποίους αποδέχομαι χωρις καμία επιφύλαξη, κατ’ εμένα, ΄΄Ο αρχέγονος φρουρος΄΄είναι και ένα γιγάντιο, ως προς τη σύλληψη, το εκτόπισμα και γενικα την ολοκλήρωσή-του, μυθιστόρημα, κατάφορτο απο βαθιους στοχασμους και πλατιες ιδέες, το οποίο ο Μ. Πρατικάκης δομει πρώτιστα πάνω στην, κατα ντοστογιεφσκικο τρόπο, εσωτερικη αναζήτηση αλλα και τον καφκικο εφιάλτη, και κατα δεύτερο λόγο πάνω στη μαγεία της λυρικης ποίησης, η οποία ξεχειλίζει πραγματικα απο τις σελίδες του βιβλίου-του.

ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ, πρόκειται για ένα πρωτόγνωρογια τα ελληνικα δεδομένα, όπως αντιλαμβάνομαι, είδος μυθιστορήματος όπου ο συγγραφέας-του λειτουργει επιτυχως, στο πάνω επίπεδό-του, με την επιστημονικη κατάρτισή-του, δηλαδηαυτη του διακεκριμένου ψυχίατρου και στο κάτω επίπεδο με τη λογοτεχνικη μαεστρία-του. Εννοω πως επιχειρει να ερμηνεύσει το πάνω επίπεδο με λογοτεχνικα εργαλεία, όπου κατορθώνει να ξεδιπλώσει στις σελίδες του βιβλίου-του κρυφες και αθώρητες, απο τους περισσότερους πολίτες, πτυχες της ανθρώπινης ύπαρξης, κυρίως της ανθρώπινης ψυχης, συνδυασμένα όλα αυτα σε μία αρμονικη και αδιαχώριστη σύζευξη με πράγματα που αγαπα και τον γεμίζουν, όπως είναι η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, ο πολιτισμος, η μαγεία και η σοφία της φύσης κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, και δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο απο τη ματια-μας, το γεγονος πωςο Μ. Πρατικάκης αφιερώνει 25 ολόκληρες σελίδες για να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του βασικου ήρωά-του! Με άλλα λόγια, ν’ αναλύσει λεπτομερως,δηλαδη σημείο προς σημείο, τον αρκετα ιδιόρρυθμο και δύσκολο χαρακτήρα του κεντρικου ήρωά-του ή, καλύτερα, την ψυχοσύνθεσή-του, αποκαλύπτοντάς-μας με αυτο τον τρόπο κοινωνικες ασθένειες ή ανθρώπινα δράματα που βασανίζουν σήμερα μεγάλο αριθμο συνανθρώπων-μας που διαβιουν δύσκολα στις σύγχρονες, τσιμεντένιες, απρόσωπες και αγέλαστες κοινωνίες. Κοινωνικες ασθένειες ή προβλήματα που καταχωνιάζουν απρόσμενα και απρόβλεπτα στο σώμα και την ψυχη των ανθρώπωνκαι τα οποία, αν δεν προβλεπτουν και επιλυθουν έγκαιρα, μπορει να πάρουν ανεξέλεγκτα καταστροφικες διαστάσεις.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευδοκία Ζορπίδου, “Σκηνικός Μονόλογος”

Το σκηνικό: O κόσμος, που κοσμεί τη ζωή μας, σωπαίνει, ενώ πλήθος διεργασιών λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό του. Τα δέντρα μεγαλώνουν κι απλώνονται, χυμοί ξεχύνονται από παντού, οι μέλισσες ζευγαρώνουν και γονιμοποιούν , η γη κινείται, άνθρωποι, ζώα, φυτά γεννιούνται και πεθαίνουν, γίνονται λίπασμα για τα άλλα που θα ’ρθουν. Σε κάποια γωνιά της γης, πέφτουν οι πρώτες βροχές που εξαγνίζουν∙ αλλού, τις καταπίνει η έρημος. Κάτω από τον έναστρο ουρανό, στοχάζομαι, ονειρεύομαι, …αιωρούμαι.
Σώπα άνθρωπε. Σώπα και αφουγκράσου. Άσε με να σου μάθω τα μυστικά μου. Η ζωή είναι κίνηση και ρευστότητα και αιώνια εναλλαγή. Προετοιμάσου για την ανατροπή. Η ανατροπή είναι η μόνη σταθερή πραγματικότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στέργιος Ντέρτσας, «Λουξεμβούργο»

Περιμέναμε,  εγώ και ο Αδάμ,  το λεωφορείο. Είχε φτάσει και πάλι η μέρα να κάνουμε το πρώτο μας  μπάνιο. Ήταν ένα δρομολόγιο ειδικά για τη θάλασσα που ξεκινούσε κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, κάποιες μέρες μετά το κλείσιμο των σχολείων, και τελείωνε λίγο μετά τις δεκαπέντε Αυγούστου. Το έβαζε ο Δήμος ή κάποιος άλλος που δεν ξέραμε, κάποιος που αν δεν λάτρευε το καλοκαίρι όσο εμείς, τότε σίγουρα το σεβότανε σαν σοφό μάγο της φυλής. Το  θεωρούσαμε εντελώς φυσιολογικό για την τάξη των πραγμάτων και τη συμπαντική ισορροπία, Θεού θέλημα με άλλα λόγια,  και δεν μας ένοιαζε να ασχοληθούμε με λεπτομέρειες που μας φαινόταν βαρετές και αδιάφορες.

Δεν είχε κόσμο στη  στάση αλλά κάναμε πως δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν το είπαμε ούτε στον εαυτό μας. Καταφτάσαμε πανέτοιμοι να δώσουμε μάχη αν χρειαστεί, ως συνήθως. Είχαμε προβάρει στο μυαλό μας κλάψες και κλάματα, ιστορίες ψυχοπονιάρικες  προκειμένου να μας λυπηθούν και τα λοιπά,  και κυρίως πόσο ανάγκη είχε ο αδύναμος οργανισμός μας τον θαυματουργό συνδυασμό  ιωδίου και βιταμίνης D, «ποίημα» που είχαμε ακούσει από τον φαρμακοποιό της γειτονιάς εκείνες τις μέρες και το οικειοποιηθήκαμε πάραυτα,  γιατί δεν ήταν καθόλου δεδομένο πως πάντα θα σε βάζανε μέσα. Πολλές φορές το λεωφορείο ερχόταν γεμάτο κόσμο ή άλλες απλά σταματούσε να πάρει ένα δυο άτομα, να συμπληρώσει  και να συνεχίσει τον δρόμο του βαρυγκωμώντας και ξερνώντας καυσαέριο. Και τότε γινότανε το σώσε. Γέροι, παιδιά, μανάδες, νήπια, άπαντες  έτοιμοι εξαρχής, ακόμη και να πλακωθούνε στο ξύλο μπροστά στο απαθές βλέμμα του οδηγού που έμοιαζε με  φακίρης κι άκουγε μονίμως Μανόλη Αγγελόπουλο, προκειμένου να κερδίσουνε την προνομιούχα θέση.

Η ώρα περνούσε και ‘μεις κοιτιόμασταν δίχως να λέμε τίποτα σαν από φόβο πως θα καταστρέψουμε να πάντα. Λίγο μετά είδαμε να πλησιάζει στη στάση,  καμπουριασμένη και μικροκαμωμένη,  η κυρία Χρυσανθεμία με τη  μαγκούρα της,  που οι μεγάλοι λέγανε πως τα ‘χε χαμένα. Τα παιδιά της ηλικίας μου όποτε την βλέπανε ξεκινούσανε να της κάνουνε διάφορες φάρσες, αλλά  στο τέλος καταλήγανε να την ακούνε μαγεμένοι τις ιστορίες της. Κι εκείνη, ενώ απέφευγε τους μεγάλους όπως ο διάολος το λιβάνι, με  τα μικρά παιδιά ήταν σε θέση να καθίσει από το πρωί ως το βράδυ και να τα λέει ιστορίες ατελείωτες, παρά τις αγριότητες που κατά καιρούς είχε υποστεί.

Οι πιο ωραίες ιστορίες ήτανε από την υποτιθέμενη  ζωή της στο Λουξεμβούργο. Μας είχε πει πως είχε ζήσει εκεί για  πολλά χρόνια • και είχε ένα σωρό εκπληκτικά και πρωτάκουστα πράγματα να μας διηγηθεί. Την ακούγαμε  με το στόμα ορθάνοιχτο. Αρκεί να μην κάναμε ποτέ το λάθος να την ρωτήσουμε πότε και γιατί πήγε ή πότε και γιατί έφυγε•  ή και τα δύο. Τότε τα μάτια της εξαπολύανε  αστραπές, έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα  πράγματα σαν ξόρκια που για μας ήταν «γνήσιες βρισιές Λουξεμβούργου»,  και έφευγε κάνοντας όρκους πως θα πάει  εκεί για πάντα και θα μείνει μέχρι να γίνει εκατόν εβδομήντα τρία χρονών.  Αυτό το εκατόν εβδομήντα τρία ήτανε στάνταρ, ακόμη και σε ιστορίες που τις ξεδίπλωνε μέσα από ένα ρεπερτόριο άπειρων εκδοχών.  Εμάς πάντως δεν μας προκαλούσε  καμία απορία. Για κάποιο λόγο,  που δεν μας ένοιαζε να τον εξηγήσουμε,  ήμασταν πεπεισμένοι  πως η κυρία Χρυσανθεμία  μπορούσε να ζήσει όσα χρόνια της έκανε κέφι. Αν υπήρχε όμως μια ερώτηση που θέλαμε να της κάνουμε διακαώς ήτανε τι θα γινότανε από εκείνη την ηλικία και μετά, τι σκόπευε να κάνει. Δεν το είχαμε τολμήσει ποτέ.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Μπέης, Μικροκείμενα

Αν κάποιος έβρισκε ένα λυχνάρι από το οποίο έβγαινε κάποιο τζίνι που θα του εκπλήρωνε οποιαδήποτε ευχή, το πιθανότερο είναι ότι θα ζητούσε λεφτά, εξουσία ή πρόσβαση σε περισσότερους/-ες σεξουαλικούς συντρόφους.
Αυτό που θα ζητούσα εγώ θα ήταν να διατελέσω προπονητής μπάσκετ της εθνικής Σερβίας.
Θα παρέτασσα βασική πεντάδα Νίκολα Γιόκιτς, Μίροσλαβ Ραντούλιτσα, Νίκολα Μιλουτίνοβ, Όγκνιεν Κούζμιτς και Μπόμπαν Μαργιάνοβιτς. Με μέσο ύψος στα δύο μέτρα και δεκαπέντε εκατοστά θα είχα μπροστά πέντε γίγαντες να παίζουν βόλεϊ και πίσω δέκα χέρια σηκωμένα στα τριάμισι μέτρα να τρελαίνουν στην τάπα όποιον έχει το θράσος να μπαίνει μέσα.
Εγώ θα ήμουν όρθιος με τα χέρια σταυρωμένα, κουστουμιά, σοβαρό υφάκι και μαλλί φάση Άντυ Γκαρσία. Θα σήκωνα από τον πάγκο για αλλαγή τύπους σαν το Βλάντιμιρ Στίματς, τον Αλεξέι Ποκουσέβσκι και το βετεράνο το Νέναντ Κρίστιτς. Και όταν καλούσα τάιμ άουτ, αντί για γκέι-τορέιντ θα πέταγα στον αέρα προς τα στόματα των παικτών μου ωμές μπριτζόλες βροντόσαυρου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γρηγόρης Λάσκαρης, Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα “Δε μπορώ”

-Δε μπορώ, απάντησε ψυχρά.
«Δε μπορείς σήμερα ή δε μπορείς γενικά;» σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά δεν το έκανε. Είχε αιφνιδιαστεί.
-ΟΚ είπε, κάνοντας τον αδιάφορο. Σηκώθηκε από την καρέκλα και κατευθύνθηκε προς το εργαστήριο.
Η υβριδοποίηση πρέπει να πλησίαζε στο τέλος της. Αναρωτήθηκε αν το αντίσωμα που είχε δανειστεί από την Βάνα θα δούλευε. «Παλιό σαν και σένα», μονολόγησε. Ένα κύμα βίας απλώθηκε στο σώμα του. Το μήνυμα έφυγε από τον εγκέφαλο και φράκαρε στα χέρια του. Μη βρίσκοντας διέξοδο επέστρεψε στο κεφάλι του. Προτίμησε να πνίξει την οργή. Ένα βίαιο ξέσπασμα μέσα σε εργαστήριο βιοχημείας δεν θα ήταν η καλύτερη εγγύηση για το μέλλον του. Το μυαλό του όμως δεν ησύχαζε: “Δε μπορώ. Τι δε μπορείς κυρά μου; Χθες που με χούφτωνες στο αμάξι γιατί μπορούσες;” Αδυνατώντας να βγάλει νόημα προσπάθησε να γενικεύσει, σκεφτόμενος από τι γονίδια είναι φτιαγμένη η Βάνα αλλά τον απέτρεψε η πολυπλοκότητα του εγχειρήματος. «Εσύ κορίτσι μου είσαι η γονιδιακή δεξαμενή της μαλακίας» είπε χαμηλόφωνα, νοιώθοντας κάπως καλύτερα. Πάντα η επιστήμη τον παρηγορούσε, τον έκανε να ξεχνάει τη μιζέρια των σχέσεων, να σηκώνεται πάνω από τα καθημερινά. Ήξερε άλλωστε ότι το υφάκι του γνώστη που έπαιρνε όταν νόμιζε ότι κατείχε την αλήθεια τον έκανε ακόμα πιο γοητευτικό. Από την άλλη, το κενό που ένοιωθε εκείνη τη στιγμή μέσα του ήταν τόσο αληθινό που καμιά μεμβράνη και κανένα RNA δε μπορούσε να το γεμίσει.

Διαβάστε περισσότερα