Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Μάκης Τσίτας, «Τσίχλες ταξιδίου», εκδ. Μεταίχμιο, 2026 (γράφει η Νίκη Σαλπαδήμου)

 

 

 

Ο Μάκης Τσίτας μάς ξαφνιάζει πάντα ευχάριστα με τις λογοτεχνικές δημιουργίες του. Βιβλία καλογραμμένα, που απευθύνονται σε ευρύ αναγνωστικό κοινό,σε μεγάλους και μικρούς, προφέροντάς τους τέρψη και συναισθηματική πληρότητα.

Τσίχλες ταξιδίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο τίτλος πρωτότυπος,προσελκύει με την πρώτη ματιά το ενδιαφέρον των βιβλιόφιλων. Αν, βέβαια, η πρώτη λέξη «τσίχλες» μας δημιουργεί ευφάνταστες εικασίες, η δεύτερη μας υπόσχεται ταξίδι.Ταξίδι γεμάτο περιπέτεια, δράση, και προπαντός γνώση. Η ζωή στην πόλη είναι δύσκολη και στην επαρχία ανιαρή, επομένως ένα βιβλίο που υπόσχεται ταξίδι είναι δώρο ανεκτίμητο.Το έχει πει άλλωστε και ο Αλεξανδρινός ότι το ταξίδι έχει αξία, η Ιθάκη θα είναι πάντα εκεί. Το ταξίδι με τιςέξοχες αφηγήσεις του Μάκη Τσίτα είναι βέβαιο ότι θα μας ενθουσιάσει και θα  μας ξεναγήσει σε ενδιαφέροντα μονοπάτια, ώστε να μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη μας.

Τα δεκαεννέα διηγήματα του βιβλίου έχουν πολλούς αποδέκτες.Οι ήρωές τους είναι πρόσωπα οικεία στον αναγνώστη όπως και τα γεγονότα, που διαδραματίζονται στο κάθε αφήγημα, γιατί αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής του. Ίσως πάλι ψηλαφίσει σ’ αυτά και προσωπικά του βιώματα, ευχάριστα ως επί το πλείστον, που θα τον κάνουν να χαμογελάσει.

Πώς είναι δυνατόν να μη συγκινηθεί ο αναγνώστης, διαβάζοντας το διήγημα «Πάρε τη ζακέτα σου» και να μην ταυτιστεί με τον ήρωα και τις προσωπικές του αναμνήσεις από την έγνοια της δικής του μάνας, όταν μεγάλο αγόρι πια, την άκουγε να του λέει: «Είσαι καλά; Έφαγες ή ξεχάστηκες με τη δουλειά; Μην αργήσεις το βράδυ, θα ανησυχώ». Η μάνα μπορεί να έφυγε από τον μάταιο κόσμο, αλλά η αγάπη της θα ηχεί πάντα στ’ αυτιά του παιδιού, που όσο κι αν μεγαλώνει για τη μάνα είναι το παιδί της.

Το χιούμορ στον γραπτό λόγο θεωρείται «το άλας» που δίνει νοστιμιά, αρκεί ο συγγραφέας να το διαθέτει και να μπορεί να το μεταγγίσει και στα γραπτά του.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου, «Ο αϊνάς»

Ζήτησε να με πάρει μαζί της. Το περίμενα. Από μικρούλα, σε μένα όλες οι ματιές της. Να μάκρυναν, άραγε, τα κατάξανθα, σγουρά μαλλιά της; Και το καινούριο φόρεμα, να τόνιζε όσο έπρεπε την ασπράδα του προσώπου της και τα τσακίρικα μάτια, στο χρώμα της άγουρης ελιάς; Τα δάκρυα της χθεσινής νυχτιάς τα είχαν κάνει λόγγο άγριο τα μάτια της; Κι οι πρώτοι ίμεροι, έπαιζαν σίγουρο κρυφτό πίσω από τα χαμηλωμένα βλέφαρά της, όταν πρωτάρχισαν να την κορτεζάρουν κι έτρεμε μη και το καταλάβει ο πατέρας της;

Όλα σε μένα τα πρωτορωτούσε. Η αρχόντισσά μου, η Ξανθούλα μου η λατρεμένη… Που για χατίρι μιας θαλασσινής αγκάλης, βαθιάς, πλατιάς, που την ταξίδευε σε ωκεανούς, μα και της έταζε λιμάνι υπήνεμο, έφυγε απ’ της μάνας της την αγκαλιά κι από της Σμύρνης την αβάσταχτη ωραιότητα, για ένα μικρό, μα ολόγλυκο νησί του Αιγαίου.

«Ετούτον, μάνα μου, μαζί μου τον εθέλω. Δεν με χρειάζεται τίποτα άλλο απ’ το σπιτικό μας, ο άντρας μου θα με τα φτιάξει όλα στο νησί, ξέρει αυτός. Τάξιμο με έκαμε κι όρκο βαρύ, πως θα με κάμει ευτυχισμένη. Αμά εσύ, μη με χαλάσεις τώρα την καρδιά και μη με σεκλετίσεις. Θα τόνε πάρω στο νησί τον αϊνά μου αυτόν, μαζί με τα προικιά μου. Να σας θωρώ, κάθε που θα αϊναλίζομαι, τη μακρυνάρα μας να βλέπω, τον κήπο μας, στο πίσω μέρος του σπιτιού, κι όλα μας τα καλά. Ποιος να το ξέρει πότε θα ξανάρθω, πότε θα ξαναϊδωθούμε, μάνα μου…»

«Γιαβρί μου, εσύ… Πότε σε χάλασα εγώ χατίρι;» είπε η μάνα, και την έκλεισε στην αγκαλιά της. Το νυφικό του κοριτσιού, δαντέλα κάτασπρη, ολοκέντητη στο χέρι, έλαμπε. κρεμασμένο απέναντί μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάριος Αθανασόπουλος, «Τα χειρόγραφα της Μονής Μαρδακίου – Συμβολή στην πολιτική και εκκλησιαστική Ιστορία της Μεσσηνίας», εκδ. ηδυέπεια, 2026 (γράφει η Αντωνία Παυλάκου)

Από τον μοναστικό βίο της Ι. Μονής Μαρδακίου-Γαρδικίου

στην πολιτική και εκκλησιαστική Ιστορία της Μεσσηνίας.

 

Με τον τίτλο Τα χειρόγραφα της Μονής Μαρδακίου – Συμβολή στην πολιτική και εκκλησιαστική Ιστορία της Μεσσηνίας κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2026 το νέο βιβλίο του Δρα του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήματα Ιστορίας-Αρχαιολογίας και Φιλoσοφίας) και πανεπιστημιακού καθηγητή (μέλος Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (ΕΔΙΠ) στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου), Μάριου Αθανασόπουλου.       

Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο ιστορικό έργο επιστημονικού χαρακτήρα, το οποίο μόνο ένας επιστήμων ιστορικός των γνώσεων και των ικανοτήτων  του παραπάνω συγγραφέα θα μπορούσε να φέρει εις πέρας. Το βιβλίο περιέχει πρωτότυπο και αδημοσίευτο αρχειακό υλικό και, μαζί με την ιστορική αφήγηση, αφορμώμενη  από τις πηγές, ρίχνει φως στη συνολική  Νεότερη Tοπική Ιστορία της Μεσσηνίας

Στον πρόλογό του ο Δήμαρχος Καλαμάτας Αθανάσιος Βασιλόπουλος επισημαίνει ως ανωτέρω την αξία του βιβλίου  αιτιολογώντας έτσι και την ευαισθησία του για τη χρηματοδότηση της έκδοσης και τονίζοντας ότι η μελέτη του βίου των μοναχών και της δράσης της Μονής Μαρδακίου (ταυτόχρονα και της Μονής Γαρδικίου), που εδράζονται στα όρια του Δήμου Καλαμάτας,προβάλλει και πτυχές του βίου της μεσσηνιακής και νεοελληνικής  κοινωνίας στα προεπαναστατικά χρόνια και μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Στο δικό του ευλογητικό σημείωμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστομος Σαββάτος υποδεικνύει ότι ο ιστορικός ερευνητής και πανεπιστημιακός Μάριος Αθανασόπουλος διερευνά, αναλύει και παρουσιάζει την πορεία, την οποία κατέγραψε στην Ιστορία της τοπικής Εκκλησίας της Μεσσηνίας η Μονή Μαρδακίου-Γαρδικίου. Εστιάζει δε στο ότι το βιβλίο αποτελεί  την πρώτη συστηματική έρευνα για τη Μονή, όπως αυτό φαίνεται από τις βιβλιογραφικές πηγές.

Ακολουθεί το εξαιρετικά κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα του ίδιου του συγγραφέα, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρονται οι ευχαριστίες προς τον Δήμο Καλαμάτας για την οικονομική αρωγή του, προς εκείνους που τον συνέδραμαν στην πορεία της έρευνάς του (τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστομο Σαββάτο, την επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κα Σοφία Καπετανάκη, τον Δρα Νεότερης Ιστορίας κ. Ιωάννη Μπουγά) αλλά και προς τον εκδότηκ. Γ. Τσουρέα (Ηδυέπεια) για  την πραγματοποίηση της έκδοσης του βιβλίου με μορφή προσιτή στο αναγνωστικό κοινό.

Κυρίως όμως στο σημείωμα αυτό σκιαγραφείται το συνολικό περιεχόμενο του βιβλίου. Αναφέρονται εν περιλήψει στοιχεία σχετικά με την ίδρυση,την ιστορική διαδρομή της Μονής και τη δράση της ταπεινής μοναστικής της κοινότητας υπό τη σκιά σημαντικών μορφών της Εκκλησίας, μέσω των οποίων αναδεικνύεται ο ισχυρός δεσμός των Ελλήνων με την ορθόδοξη πίστη τους, ενώ δίνεται  η αληθινή και όχι η ωραιοποιημένη εικόνα του μοναχισμού του παρελθόντος στην περιοχή. Επισημαίνεται εξάλλου ο τρόπος συγγραφής του βιβλίου μέσα από τη μελέτη των πρωτότυπων πηγών και χειρογράφων αλλά και μέσω της μεταγραφής των τελευταίων, αποτέλεσμα του πολύχρονου μόχθου του συγγραφέα, που φωτίζει ή επιβεβαιώνει  με διασταυρώσεις στοιχείων άγνωστες πλευρές της εκκλησιαστικής και της πολιτικής Ιστορίας τόσο της Μεσσηνίας όσο και της Ελλάδας των προεπαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων από τον 17οπερίπου αιώνα ως τις αρχές του προηγούμενου -ακροθιγώς  σχεδόν μέχρι και σήμερα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Αλέξης Μινωτής, Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει», εκδ. Μετρονόμος, 2026 [Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης]

(Πρόλογος: Κώστας Γεωργουσόπουλος & Γιώργος Κιμούλης

Επιλογή κειμένων – Επιμέλεια: Θανάσης Θ. Νιάρχος)

 

 

Η άγνοια της τραγωδίας: 

ο Μινωτής και το θέατρο ως έσχατη υπερβολή του πραγματικού

 

 

Υπάρχουν βιβλία που δεν γράφονται· συγκεντρώνονται. Σαν να τα έχει ήδη πει κάποιος άλλος, κάπου ανάμεσα στη σκηνή και στο παρασκήνιο, εκεί όπου ο λόγος του ηθοποιού δεν ανήκει πια στον ίδιο αλλά σε μια παλαιότερη, σχεδόν τελετουργική οικονομία της φωνής. Το βιβλίο του Αλέξη Μινωτή, Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει, ανήκει ακριβώς σε αυτή τη ζώνη: δεν είναι μια θεωρία για την τραγωδία, αλλά ένα υπόλειμμα της τραγικής της δυνατότητας.

Ο τίτλος λειτουργεί ήδη ως ρωγμή. Δεν διαπιστώνει απλώς κάτι για την εποχή· την τοποθετεί μέσα σε μια άγνοια. Όχι την άγνοια της πληροφορίας, αλλά εκείνη τη βαθύτερη, σχεδόν υπαρξιακή τύφλωση όπου το τραγικό δεν αναγνωρίζεται ως τέτοιο επειδή έχει απορροφηθεί από την κανονικότητα. Η τραγωδία δεν έχει εξαφανιστεί· έχει αφομοιωθεί.

Οι πρόλογοι των Κώστα Γεωργουσόπουλου και Γιώργου Κιμούλη —δύο φωνές που ανήκουν ήδη σε διαφορετικές γενιές θεατρικής συνείδησης— δεν λειτουργούν απλώς ως εισαγωγές, αλλά ως μορφές μνήμης. Εκεί ο Μινωτής δεν εμφανίζεται ως «συγγραφέας» με τη σύγχρονη έννοια, αλλά ως σώμα λόγου: ένας ηθοποιός που δεν ερμηνεύει την τραγωδία, αλλά την ενσαρκώνει ως τρόπο ύπαρξης. Η τραγωδία εδώ δεν είναι είδος· είναι ένταση φωνής, ρυθμός αναπνοής, τρόπος να στέκεσαι απέναντι στον χρόνο.

Αυτό που καθιστά το βιβλίο δύσκολο να ενταχθεί σε μια απλή κριτική είναι ότι δεν προσφέρει θέση. Δεν λέει «η εποχή είναι τραγική» ως διάγνωση. Λέει κάτι πιο ανησυχητικό: ότι η εποχή είναι ήδη μέσα στην τραγικότητά της, αλλά χωρίς το πλαίσιο που θα της επέτρεπε να το γνωρίζει. Η τραγωδία, αποσπασμένη από το τελετουργικό της υπόστρωμα, δεν παράγει πλέον κάθαρση, αλλά μια ψυχική διασπορά.

Και εδώ αναδύεται κάτι σχεδόν άβολο: η υποψία ότι η τραγωδία δεν είναι ιστορικό κατάλοιπο αλλά τρόπος ύπαρξης που απαιτεί αναγνώριση. Χωρίς αυτή την αναγνώριση, δεν παύει να υπάρχει· απλώς παύει να γίνεται αντιληπτή ως τέτοια. Γίνεται καθημερινότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, «Η θεά του τραίνου»

Υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος,

αλλά είναι μέσα σ’ αυτόν εδώ.

William Butler Yeats

 

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΟΜΟΝΟΙΑ – ΗΡΑΚΛΕΙΟ με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο είναι πιο βαρετή κι απ’ την ίδια την βαρεμάρα: τα γαλάζια πλακάκια –σαν παλιομοδίτικο WC– του σταθμού Βικτώριας· τα κίτρινα –σαν κουτσουλισμένα απ’ τα πουλιά– του σταθμού Αττικής· Άγιος Νικόλαος, Κάτω Πατήσια, Άγιος Ελευθέριος, Άνω Πατήσια, σαν τσίχλα που τραβάς έξω απ’ το στόμα με τα δάχτυλα· Περισσός, σαν τσιχλόφουσκα που σπάζει, καθώς κοιτάς το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Columbia: ναό αρχαίας πίστης ξεχασμένης, με πύλη καγκελόφραχτη για τους θνητούς, μιας κι από δω πέρναγαν οι θεοί· Πευκάκια, μια πεζογέφυρα που κάποτε «ώρα μεσάνυχτα» σκέφτηκα ν’ αυτοκτονήσω· φτωχομάνα Νέα Ιωνία· κι επιτέλους Ηράκλειο.

     Εκεί με περίμενε ο φίλος μου ο ποιητής, για να διαπιστώσουμε «πόσο αληθινό» είναι «το δάκρυ πάνω στο μάγουλο μιας διαψευσμένης ελπίδας». Ήμασταν είκοσι δύο χρονών και είχαμε αναμνήσεις «από… τον καιρό των ερώτων».

Με τους στίχους του Κυριαζή στις ράγες του νου μου, έφτασε το τραίνο στον σταθμό της Ομονοίας. Το περίμενα καθισμένος σ’ ένα παγκάκι – «σ’ ένα παγάκι» προς το ορθότερον, με την ψύχρα που έκανε, αλλά «καθισμένος» και «ορθότερον» είναι ήδη αντίφαση.

Άφησα όλα τα βαγόνια να διαβούν και μπήκα στο τελευταίο. Εδώ, στο τέρμα των τερμάτων, «στο τέρμα… που δεν έχει παρακάτω», του Λάσκου. Δεν είμαι μόνος. «Ένας άνθρωπος παράξενος αντίκρυ μου / μού εξάπτει το ενδιαφέρον σε σημείον μέγα. / Κι ενόσω του ’χα δώσει σημασίαν “άλφα” στην αρχή, / τώρα, δεν ξέρω πώς, λαμβάνει σημασίαν “ωμέγα”».

Σκεφτόμουν συχνά με ποιήματα και γύρευα ανταποκρίσεις των στίχων στην πραγματικότητα. Φυσικά δεν υπάρχει πραγματικότητα. Για φανταστικά πράγματα έχω χτυπηθεί στα πατώματα και για πραγματικά γεγονότα δεν τρέχει κάστανο.

Όταν ερωτεύτηκα στο δημοτικό την δασκάλα μου, την έσωζα κάθε βράδυ απ’ τους Γερμανούς στην Κατοχή – κι ας ήταν η Κατοχή πριν την γέννησή μου. Σιγά μην ακολουθούσαν χρονολογική σειρά τα όνειρά μου. Συνήθισα, λοιπόν, τα όνειρα να τα  μπερδεύω με την ζωή μου.

Κι ένας Κινέζος φίλος μου, που έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Τσουάνγκ Τζου, είχε παρόμοια θέματα:

 

Ονειρεύτηκα ότι ήμουν μια πεταλούδα.

Τώρα που ξύπνησα δεν ξέρω πια

αν είμαι ένας άνθρωπος που ονειρεύτηκε

ότι ήταν πεταλούδα

ή είμαι μια πεταλούδα

που ονειρεύεται ότι είναι άνθρωπος.

Διαβάστε περισσότερα