Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Λεωνίδας Καζάσης, «Εις την βιβλιοθήκην»

 

«Μα έχω γιό δεκατεσσάρων χρόνων που τυγχάνει του ενδιαφέροντος και της αφοσιώσεώς μου». Αποκρίθηκε η τριαντατετράχρονη βιβλιοθηκονόμος στις ερωτικές νύξεις του Μιχαήλ, ένα πρωινό του χειμώνα, που ο Μιχαήλ ξεφύλλιζε βιβλία λογοτεχνών στα ράφια μιας δημοτικής βιβλιοθήκης.

Ο Μιχαήλ εγνώριζε από καιρό την βιβλιοθηκονόμο, αφού δανειζόταν βιβλία από την βιβλιοθήκη, αλλά και έδινε σε αυτήν τις κατά καιρούς εκδιδόμενες συλλογές των ποιητικών κειμένων του. Είχε εκφράσει από την αρχή την συμπάθειάν του διά την παρουσίαν της βιβλιοθηκονόμου, και περίμενε τον χρόνο που ωριμάζει τις συνθήκες, για να διατρανώσει την επιθυμίαν του.

«Ο γιός σου λοιπόν νέμεται τα γαλάζια μάτια σου;» Ανταπήντησε με ερώτηση ο Μιχαήλ, στην διαμαρτυρίας δήλωση της βιβλιοθηκονόμου. «Άφησε την ειρωνεία και σοβαρέψου. Είμαι χωρισμένη, έχω γιό κοτζάμ άνδρα, και δεν επιτρέπεται στην θέση μου να δέχομαι τέτοιες προτάσεις. Κατάλαβες;» Είπε αγριεμένη.

Ο Μιχαήλ έφυγε, αλλά αναρωτιόταν: «Αφού είναι χωρισμένη, δεν έχει ανάγκη από ερωτική συντροφιά; Και γιατί προτάσσει την ύπαρξη του υιού; Δηλαδή, όταν γεννήσεις, κλείνεις ερωτικά; Η μητρότητα αντικαθιστά την ερωτική συνεύρεση και την κορύφωσή της, τον οργασμό; Είναι δυνατόν η μητρότητα με το μεγάλωμα των παιδιών και τα μαρτύρια που αυτό συνοδεύουν, να είναι γλυκύτερη, ζωτικότερη από το ερωτεύεσθαι και το συνευρίσκεσθαι; Άρα η μητρότητα αντιστρατεύεται την προέλευσή της, που είναι πόθος ερωτικός και ενσάρκωση του πόθου τούτου.»

Αυτά εσκέπτετο ο Μιχαήλ, κατά την διάρκειαν της ημέρας εκείνης, μετά την άκομψη συμπεριφορά της βιβλιοθηκονόμου. Την επόμενη μέρα, ο Μιχαήλ έδωσε στην βιβλιοθηκονόμο ένα φύλλο χαρτί, εις το οποίον είχε εξωτερικεύσει οργανωμένα τους προβληματισμούς του, που χρόνια τώρα, η γυναικεία άρνηση δημιουργούσε, και οι οποίοι σε συμπεράσματα μετετράπησαν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Samuel Beckett , «Περιμένοντας τον Γκοντό» (1953)

μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Κρυσταλλο και εκδ. Ύψιλον

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τούτη τη στιγμή, όμως, σε τούτη εδώ την άκρη, η ανθρωπότητα ολόκληρη είμαστε εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ας σπεύσουμε να επωφεληθούμε, λοιπόν, πριν είναι πολύ αργά! Ας εκπροσωπήσουμε επάξια κι εμείς για μια φορά τη σιχαμένη φάρα είς την οποίαν μάς έριξε η μαύρη μας μοίρα! Τι λες και συ; (Ο Εστραγκόν δε λέει τίποτα.) Είναι βέβαια αλήθεια ότι καθήμενοι εδώ με τα χέρια σταυρωμένα και σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά τιμάμε εξ ίσου το είδος μας. Η τίγρη δεν κάθεται ποτέ να το σκεφτεί, ή τρέχει να βοηθήσει τους ομοίους της, ή χώνεται στην πλησιέστερη λόχμη. Αλλά το θέμα δεν είν’ αυτό. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς εδώ, μάλιστα, ιδού ή απορία. Και έχουμε την ευτυχία να ξέρουμε την απάντηση. Ναι, μέσα σ’ αυτή την απέραντη σύγχυση, ένα είναι ξεκάθαρο: Περιμένουμε να έρθει ο Γκοντό….
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ά, ναι.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ή το σκοτάδι. Το βέβαιο είναι πως οι ώρες είναι ατελείωτες, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, και είμαστε αναγκασμένοι να τις σκοτώνουμε με διάφορα καμώματα που, πώς να το πω, που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν λογικά, μέχρι που μάς γίνονται συνήθεια. Θα μου πεις, βέβαια, πως το κάνουμε για να μη χάσουμε τα λογικά μας. Αναμφισβήτητα. Μήπως όμως δεν έχουμε κιόλας χαθεί στα αέναα κι ανήλιαγα αβυσσαλέα βάθη; Αυτό λέω καμιά φορά με το νου μου . Παρακολουθείς το συλλογισμό μου ;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όλοι μας γεννιόμαστε τρελοί. Και μερικοί παραμένουν διά βίου.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ανέβασε τα βρακιά σου.
EΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ά ναι.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Λοιπόν, φεύγουμε;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάμε.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Είπε κατά τις τρεις. (κοιτάζουνε στο δέντρο). Βλέπεις κανένα άλλο;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι είναι;
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν ξέρω. Ιτιά.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Που ΄ναι τα φύλλα;
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα μαραθήκανε.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν κλαίει πια.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ή ίσως δεν είναι η εποχή.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μου φαίνεται περισσότερο σα θάμνος.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Χαμόδεντρο.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σα θάμνος.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Α! Τι υπαινίσσεσαι; Πως ήρθαμε σε λάθος μέρος;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θα ‘πρεπε να βρίσκεται εδώ.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν είπε στα σίγουρα πως θα ‘ρχότανε.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κι αν δεν έρθει;
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα ξανάρθουμε αύριο.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Και ύστερα μεθαύριο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης, «Μονόλογος εὐαισθήτου ἀνδρός» (εφημ. “Εμπρός”,11.11.1896)

 

Μεγάλη δυστυχία εἶναι νὰ ἔχει κανεὶς πολὺ καλὴν καρδίαν. Τὸ ἠξεύρω ἐκ πείρας, διότι μ᾿ ἔκαμεν ὁ Θεὸς πάρα πολὺ εὐαίσθητον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ ἄνθρωπον νὰ πάσχῃ καὶ νὰ κλαίει, χωρὶς νὰ γίνουν τὰ νεῦρα μου ἄνω κάτω, οὔτε νὰ ἐννοήσω πὼς κατορθώνουν ἄλλοι νὰ παρευρίσκωνται εἰς λυπηρὰ θεάματα. Ἂν τύχη ν᾿ ἀποθάνη γνώριμός των, τρέχουν εἰς τὴν κηδείαν, ἀκόμη καὶ ἂν χιονίζῃ. Ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἰδῶ ἀποθαμένον ἄνθρωπον ὅπου ἐγνώρισα ζωντανόν, χωρὶς νὰ μὲ ταράξη ἡ σκέψις ὅτι κι ἐγὼ θ᾿ ἀποθάνω. Ἔπειτα ἂν οἱ συγγενεῖς του ἐφαίνοντο φρόνιμοι καὶ παρηγορημένοι, τοῦτο θὰ μ᾿ ἐπείραζε, διότι δὲν ἀγαπῶ τοὺς ἐγωιστάς. Ἂν πάλιν ἔκλαιαν καὶ ἐθρήνουν, τὸ θέαμα θὰ μοῦ ἔκοπτε τὴν ὄρεξιν ἢ θὰ χαλοῦσε τὴν χώνεψίν μου. Τὸ στομάχι μου εἶναι κι ἐκεῖνο εὐαίσθητο καὶ δυὸ πράγματα δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωνέψη, τὸν ἀστακὸν καὶ τὰς συγκινήσεις. Τᾶς συγκινήσεις εὔκολον εἶναι νὰ τὰς ἀποφύγω, νὰ μὴν τρώγω ὅμως ἀστακὸν θὰ ἦτο θυσία τόσόν μεγάλη, ὥστε μου συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ ξεχάσω πὼς εἶμαι βαρυστόμαχος καὶ νὰ θυμηθῶ ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ συγχωρᾷ εἰς ὅσους ἀγαπᾷ τὰ ἐλαττώματά των.

Ἄλλο πρᾶγμα ὅπου δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω εἶναι νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ὥστε νὰ δέχωνται νὰ παρασταθοῦν φίλοι τῶν εἰς μονομαχίαν. Ἀλλ᾿ ἐγὼ εἶμαι εὐαίσθητος, καὶ μόνη ἡ ἰδέα ὅτι ἠμπορεῖ ὁ φίλος μου ἢ ὁ ἀντίπαλός του νὰ πάθη, μὲ κάμει νὰ ἀνατριχιάζω. Πρὸ πάντων ὅταν συλλογίζομαι, ὅτι τὴν ἡμέραν τῆς μονομαχίας πρέπει νὰ σηκωθῶ εἰς τὰς ἑπτά, ἂς εἶναι καιρὸς ἄσχημος, νὰ χασομερέψω εἰς τρεχάματα, συνεντεύξεις καὶ συντάξεις πρωτοκόλλων, καὶ ἴσως νὰ πληρώσω καὶ ἁμαξιάτικα μὲ κίνδυνο νὰ τὰ χάσω, ἂν τύχῃ, Θεὸς φυλάξοι, ὁ φίλος μου νὰ σκοτωθῇ.

Μεγάλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀναισθησία καὶ ἐκείνων ὅπου δανείζουν εἰς τοὺς φίλους των χρήματα, χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ δυνηθῆ νὰ τὰ ἀποδώση εἰς τὴν προθεσμίαν, νὰ τοὺς ἐντρέπεται καὶ νὰ τοὺς ἀποφεύγῃ. Τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ φανῇ μικρὸν κακὸν εἰς ὅσους δὲν ἔχουν καρδιάν, ἀλλ᾿ ἡ ἰδική μου θὰ ἐῤῥαγίζετο, ἂν παλαιός μου φίλος, μ᾿ ἀπαντοῦσεν εἰς τὸν δρόμον καὶ ἐκαμώνετο πὼς δὲν μὲ εἶδεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ μ᾿ ἔκανε νὰ πάρω τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ δανείσω ποτὲ εἰς φίλον μου ἑκατὸ δραχμᾶς, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ σωθῆ μὲ αὐτὰς ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωή του. Παρὰ νὰ τῶν ἰδῶ ἀχάριστον, καλύτερα νὰ τὸν κλάψω ἀποθαμένον, ἀφοῦ μάλιστα θὰ μ᾿ ἐμπόδιζεν ἡ εὐαισθησία μου νὰ ὑπάγω εἰς τὴν κηδείαν του (…)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Φώτης Κόντογλου, «Τα Φώτα στο Αϊβαλί» (περιοδικόν «Φωτεινὴ Γραμμή» τεῦχος 42)

Στα θαλασσινά τα μέρη ρίχνουμε τον Σταυρό ύστερ’ από τη Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχναν και στην πατρίδα μου κι ήταν ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.

Εκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια κι ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον Δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμανδρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γρήγορα τη λειτουργία και πηγαίνανε οι παπάδες στη Μητρόπολη για να γίνει η γιορτή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε κι εκείνοι κάμποσοι κι οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελληνικά. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.

Σαν φτάνανε στ’ Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο Δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή εξέδρα εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό.

Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου έβρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια που ήτανε γύρο, γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια.

Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκόταν ο Δεσπότης. Έτσι που ήτανε παρατεταγμένα τα καΐκια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο κι εκείνα. Άλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό κι ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προπάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Paul Arène (1843-1896), «Η Πρωτοχρονιά του Νέγρου» (Μετάφραση: Καίτη Κάστρο)

Ευχόμαστε σε όλους/ες ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!

 

Περιλαμβάνεται στη συλλογή με τίτλο «Διηγήματα ξένων συγγραφέων για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά» (1989), εκδ. Gutenberg, με την επιμέλεια των Δ. Αρμάου και Ξ. Μπρουτζάκη.

 

 

Ο ήλιος δεν είχε φανεί τούτο το πρωινό, ούτε το προηγούμενο, ούτε και κανένα άλλο πρωινό, όλες τις μελαγχολικές τούτες μέρες, ενός ακόμη πιο μελαγχολικού τέλους του χρόνου. Ένας ήλιος γκρίζος σ΄ έναν πιο γκρίζο και πιο μουντό ουρανό. Από τον φουσκωμένο Σηκουάνα που τα κιτρινισμένα νερά του παράσερναν θάμνους και πλημμύριζαν υδατοφράκτες και αποβάθρες, αναδύονταν μια ομίχλη που τον έκανε να φαντάζει ακόμη πιο πλατύς, μια πυκνή ομίχλη –σκιά και φάντασμα του ποταμού- που υπερπηδώντας το περίφραγμα, πότιζε τα σπίτια με τ΄ απαλά της κύματα και γιόμιζε με μελαγχολία τις χαρούμενες μικρές προθήκες.

Η προκυμαία ήταν έρημη∙ μονάχα κάποιος νέγρος στεκόταν ακίνητος μπροστά σε μια βιτρίνα και κοίταζε κάτι μικροσκοπικές σέρες με κάτι ακόμη πιο μικροσκοπικά φυτά, που με τις αιχμηρές τους άκρες και τους ελικοειδείς κορμούς τους φάνταζαν μικρογραφία τροπικού τοπίου. Με τα παιδιάστικα μάτια του, όπου η ξενιτιά είχε σταλάξει τόση θλίψη, ο κακόμοιρος γέρο-νέγρος, τουρτουρίζοντας από το κρύο, φανταζόταν πως έβλεπε, ανάμεσα από τα φύλλα του καχεκτικού κάκτου και της ραχιτικής αλόης, τους ανάλαφρους λόφους κάποιας όασης της πατρίδας του να αχνοφαίνονται σε κάποιον μακρινό αντικατοπτρισμό και την απέραντη κοιλάδα να τελειώνει ΄κει κάτω στον ορίζοντα σε μια λευκή γραμμή, που ΄ρχονταν σε τέλεια αντίθεση με το βαθύ γαλάζιο ουρανό.

Έμεινε ΄κει ώρα πολλή, σαν σε έκσταση, ο κακόμοιρος ο νέγρος∙ ύστερα απομακρύνθηκε λιγάκι, για να σταθεί και πάλι σε κάποιαν άλλη βιτρίνα, όπου πίσω από το γυαλιστερό πλέγμα των μεγάλων κλουβιών πετούσαν και ξεφώνιζαν χαρούμενα κάθε είδους πολύχρωμα πουλιά, που πάνω στις φτερούγες τους ήταν χαραγμένη η χαρά κάποιας ηλιόλουστης χώρας.

Διαβάστε περισσότερα