Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Francis Bacon, «Δοκίμια» (μετφρ. Σπύρος Φέγγος), εκδ. Ζήτρος, 2005

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

Οι σπουδές προσφέρουν ευχαρίστηση, χάρη και ικανότητες. Η ευχαρίστηση γίνεται αισθητή κυρίως στη μοναξιά και την απομόνωση· η χάρη, στη συζήτηση με τους άλλους· και οι ικανότητες, στην κρίση και την διεκπεραίωση των υποθέσεων.

Διότι άνθρωποι που οι γνώσεις τους προέρχονται μόνον από την πείρα, μπορούν να είναι καλά εκτελεστικά όργανα, και ίσως ικανοί να κρίνουν τα επιμέρους, ένα ένα· αλλά η συνολική καθοδήγηση, και τα σχέδια και ο συντονισμός των υποθέσεων είναι καλύτερα να αναλαμβάνονται από εκείνους που είναι μορφωμένοι.

Να ξοδεύεις πάρα πολύ χρόνο στις σπουδές είναι νωθρότητα· να τις χρησιμοποιείς επιδεικτικά είναι επιτήδευση· να κρίνεις καθ’ολοκληρία με βάση τους κανόνες τους είναι σχολαστικότητα. Οι σπουδές τελειοποιούν τη φύση, και τελειοποιούνται από την εμπειρία, διότι τα φυσικά ταλέντα είναι όπως τα φυτά, και χρειάζονται την περιποίηση της μελέτης· και οι ίδιες οι σπουδές προσφέρουν πάρα πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις, αν δεν περιορίζονται από την εμπειρία.

Οι πρακτικοί και πανούργοι άνθρωποι περιφρονούν τις σπουδές, οι απλοί άνθρωποι τις θαυμάζουν, και οι σοφοί τις χρησιμοποιούν· διότι οι ίδιες δεν διδάσκουν τη χρήση τους· αυτή είναι μια σοφία έξω και πάνω από αυτές, που αποκτάται με την παρατήρηση. Μην διαβάζετε για να διαφωνείτε και να αντικρούετε· ούτε να πιστεύετε και να αποδέχεστε τυφλά· ούτε για να βρίσκετε υλικό για ομιλίες και συζητήσεις· αλλά για να μαθαίνετε, να σκέπτεστε και να κρίνετε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Larry Cool, «Με χίλια μάτια θα σε δω, με χίλια στόματα θα σε καταβροχθίσω» (απόσπασμα)

…Χῶρος Εἶμαι· εντός μου λαμβάνει χώρα το φαινόμενο τής ζωής· τα ανθρώπινα σώματα εκκρίνουν διαρκώς απ’ το στόμα τους μια στιλπνή, γλοιώδη ουσία –τη γλώσσα– με την οποία πλέκουν γύρω τους το κουκούλι τού κόσμου όπου μέσα του αυτοπαγιδεύονται· Χῶρος Εἶμαι· ο κροταλίας τής γλώσσης κλωθογυρίζει στα σπλάγχνα μου· αφουγκραστείτε· το κροτάλισμά του αφηγείται τον κόσμο:

…ξυπνώ τρομαγμένος με τρομερό πονοκέφαλο· έχει νυχτώσει· «τί ώρα είναι;» αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα· έχει ησυχία, το μαγαζί είναι κλειστό, το σπίτι σκοτεινό· σηκώνομαι· «πού είναι; κοιμούνται;» ανεβαίνω στη σοφίτα, η Laila κοιμάται στο κρεβάτι της· ανοίγω την πόρτα τού Larry, είναι σκοτεινά, τον βλέπω γερμένο έξω απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κρατώντας στ’ αυτί ένα μεγάλο χωνί παλιού γραμμοφώνου στραμμένο προς τον έναστρο ουρανό, ενώ με τ’ άλλο χέρι σημειώνει κάτι παράξενα σύμβολα σ’ ένα τετράδιο πάνω στο τραπέζι· «Larry?» «σστ..!» έχει το γνωστό αλλοπαρμένο του ύφος· μου κάνει νόημα να πλησιάσω και μου βάζει το χωνί στ’ αυτί ψιθυρίζοντας: «αφουγκράσου·» «τί;» «τον απόηχο του big bang·» μένω άφωνος· με πιάνει απ’ τους ώμους, με κοιτάζει κατάματα και σε εμπιστευτικό ύφος: «Soma, φίλε μου· αυτή τη στιγμή που σου μιλώ, το big bang βρίσκεται εν πλήρη εξελίξει·

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Τόλιας, «Ποίηση και διαδίκτυο»

Θα ξεκινήσω με μια γνώση που μοιραζόμαστε όλοι και που συμπυκνώνεται στο ότι η Ποίηση διατρέχει όλο το χρόνο της ανθρωπότητας. Προϋπάρχει των δημιουργών της και συνεχίζει να υπάρχει μετά το θάνατό τους, περνώντας από γενιά σε γενιά, από τη μια ιστορική εποχή στην επόμενη. Η συνέχεια αυτή εξασφαλίζεται πάντα με τη διαμεσολάβηση κάποιου μέσου.

Στη χαραυγή της ανθρωπότητας, στους προφορικούς πολιτισμούς, πριν την επινόηση της γραφής αυτό γινόταν μέσω της ανθρώπινης φωνής, του αέρα. Αργότερα με τη γραφή, και ειδικά μετά τον Γουτεμβέργιο, το ρόλο του ενδιάμεσου ανέλαβε το βιβλίο, διαφοροποιώντας σταδιακά τον τρόπο γραφής δημιουργίας , τη μορφή και το περιεχόμενο των ποιημάτων, την ίδια τη ποίηση.
Στην εποχή μας η ποίηση κοινολογείται με τα βιβλία και το διαδίκτυο : Sites, blogs ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά, face book, twitter και δεν γνωρίζουμε στο μέλλον τι άλλο σχετικό θα προκύψει.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτριος Μουζάκης, Προδημοσίευση από το υπό έκδοση έργο “Συστηματική Βιομυθολογία”

Halobates zephyrus

O Ζέφυρος ζούσε με την οικογένειά του, τους σεβάσμιους υδροβάτες που διαβιούν στην επιφάνεια της ανοιχτής θάλασσας, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τον ήλιο και το νερό και προσπαθώντας να αποφύγει τις χελώνες και τα πουλιά που τον κυνηγούσαν. Ήταν χαρούμενος και ριψοκίνδυνος και η μαμά του πάντοτε φοβόταν μήπως μέσα στον ενθουσιασμό του κάνει κάποια ανοησία που θα του στοιχίσει ακριβά. «Όποιος δε φοβάται το Θεό, το πληρώνει ακριβά!» του έλεγε συχνά κουνώντας δηκτικά το μεγάλο της πόδι μπροστά στο κεφάλι του. Ο Ζέφυρος στιγμιαία ένιωθε άσχημα, όχι τόσο γιατί πίστευε ότι κινδύνευε, μα κυρίως γιατί προκαλούσε σύγχυση στη μαμά του, την οποία και υπεραγαπούσε. Ένα χάραμα γλυκό που ξεκίνησε κόκκινο όπως έλαμψε αποβραδίς και η πανσέληνος, ο Ζέφυρος έπαιζε το γνωστό παιχνίδι με τους θηρευτές του, φωνάζοντάς τους «εδώ είμαι, ελάτε να με πιάσετε!» και αποφεύγοντας τις επιθέσεις τους με εντυπωσιακά άλματα πάνω στο νερό. Μέσα σε λίγες στιγμές, όμως, τα πουλιά και οι χελώνες χάθηκαν και, λίγο μετά, λάμψεις συγκλόνισαν το τοπίο. Οι λάμψεις ακολουθήθηκαν από βροντές, οι βροντές από ισχυρή βροχή και η βροχή από ανέμους που έμοιαζαν να πνέουν από πνευμόνια οργισμένου Θεού. Ο Ζέφυρος παρασύρθηκε από τον αέρα, χτύπησε δυνατά σε κάποιον ύφαλο και στη συνέχεια έχασε τις αισθήσεις του. Όταν ξύπνησε, δε βρισκόταν πια ανοιχτά στη θάλασσα, μα πάνω στο σακίδιο ενός μπόμπιρα που μάζευε κοχύλια στην παραλία. Μετά τη συλλογή, ο μπόμπιρας πήγε στην εκκλησία κι ο Ζέφυρος, που ήταν ακόμη ζαλισμένος από την περιπέτειά του, άκουσε τον ιερέα να λέει ότι μόνον ο Υιός του Θεού μπορεί να περπατήσει στο νερό. Ανήκουστο! Αν, πράγματι, τούτος εδώ ο ιερέας είχε δίκιο, τότε ο Ζέφυρος ήταν ο Υιός του Θεού, κι όχι μόνον αυτός, αλλά και όλη του η οικογένεια που ζούσε ανοιχτά στη θάλασσα, βαδίζοντας κάθε μέρα πάνω στο νερό. Η σκέψη αυτή τον συντάραξε τόσο πολύ ώστε ο πανικός που είχε στο μεταξύ αρχίσει να κυριεύει το ταλαιπωρημένο σώμα του αντικαταστάθηκε από μια βαθιά παρηγορία. Ο Ζέφυρος έπρεπε να επιστρέψει πάση θυσία στον ωκεανό και να πει τα νέα σε όλη του την οικογένεια, πως σύμφωνα, δηλαδή, με τους ιερείς των ανθρώπων, όλοι οι θαλάσσιοι υδροβάτες είναι του Θεού Υιοί αφού μπορούν και βαδίζουν στο νερό. Με την ελπίδα του αυτή τινάχτηκε πάνω από το σακίδιο του μπόμπιρα στο πάτωμα, κι από κει με χάρη και αυτοπεποίθηση κατάφερε να φθάσει στην όμορφη παραλία. Δεν πήδησε, όμως, αμέσως πάνω στο νερό, ανέβηκε νωχελικά και αυτάρεσκα επάνω του, παρακολουθώντας τις απολήξεις των ποδιών του να το βαθουλώνουν, δημιουργώντας από κάτω σα μικρά μαγνητικά μαξιλάρια που το δίχως άλλο χαρακτηρίζουν το βάδισμα των θείων πλασμάτων. Και ξεχύθηκε στο νερό να προφτάσει να πει τα νέα στους δικούς του.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αnnie Εrnaux, «Μια γυναίκα», εκδ. Μεταίχμιο, 2021

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

`

Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Για μένα, η μητέρα μου δεν έχει ιστορία. Ήταν ανέκαθεν εκεί. Όταν μιλάω γι’ αυτήν, η πρώτη μου παρόρμηση είναι να την «παγώσω» σε μια σειρά εικόνων άσχετων με τον χρόνο: «είχε βίαιο ταμπεραμέντο», «ήταν μια γυναίκα που τα έδινε όλα», και να φέρνω στη μνήμη μου ανάκατες σκηνές, όπου εκείνη ήταν παρούσα. Ξαναβρίσκω έτσι μονάχα τη γυναίκα του φαντασιακού μου, την ίδια που, τελευταία, εμφανίζεται στα όνειρά μου, ζωντανή και πάλι, ανέγγιχτη απ’ τον χρόνο, μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντασης που θυμίζει ταινία θρίλερ. Θα ήθελα επίσης να αποδώσω την πραγματική γυναίκα, αυτήν που υπήρχε ανεξάρτητα από μένα, που γεννήθηκε στις παρυφές μιας νορμανδικής κωμόπολης και πέθανε στη γηριατρική πτέρυγα ενός νοσοκομείου στα περίχωρα του Παρισιού. Ό,τι πιο σωστό ελπίζω να γράψω έγκειται αναμφίβολα στη συναρμογή του οικογενειακού και του κοινωνικού, του μύθου και της ιστορίας. Το πόνημά μου μπορεί να θεωρηθεί ως ένα λογοτεχνικό τόλμημα εφόσον σκοπός του είναι να βρει την αλήθεια για τη μητέρα μου, μια αλήθεια που προσεγγίζεται μόνο με λέξεις. (Με άλλα λόγια, μήτε οι φωτογραφίες, μήτε οι αναμνήσεις, μήτε οι οικογενειακές μαρτυρίες μπορούν να μου προσφέρουν αυτή την αλήθεια.) Και, συνάμα, θα ήθελα να κρατήσω μια κάποια απόσταση από τη λογοτεχνία.

Διαβάστε περισσότερα