Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

“Η αγάπη για την πατρίδα στα στήθια του ποιητή” (ανθολογεί ο Δημήτριος Μουζάκης)

Η προς την πατρίδα αγάπη μου

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα
σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,
ούτε κισσός, π’ αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει
ούτ’ αστραπή, που σβήνεται χωρίς αστροπελέκι,
δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό,
νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Τι είναι η πατρίδα μας;

Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν’ οι κάμποι;
Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ’ άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που ‘χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!

Ιωάννης Πολέμης

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Φερντάντο Πεσσόα, «Η ώρα του διαβόλου» (μετφρ. Μαρία Παπαδήμα), εκδ. Εξάντας, 2000

[…] «Η ανθρωπότητα είναι παγανιστική. Ποτέ καμιά θρησκεία δεν την άγγιξε βαθιά. Ούτε και μπορεί η ψυχή του κοινού ανθρώπου να πιστέψει στην αθανασία αυτής της ίδιας της ψυχής. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που ξυπνά χωρίς να ξέρει ούτε πού ούτε γιατί. »Όταν λατρεύει τους Θεούς, τους λατρεύει σαν να επρόκειτο για φετίχ. Η θρησκεία του μοιάζει με μαγεία. Έτσι ήταν ανέκαθεν, έτσι είναι κι έτσι θα είναι. Οι θρησκείες δεν είναι παρά αυτό που ξεφεύγει από τη σφαίρα των μυστηρίων και εισέρχεται στο χώρο του εγκόσμιου, το οποίο όμως ο άνθρωπος δεν το εννοεί, καθότι, από τη φύση του, δεν μπορεί να το εννοήσει. »Οι θρησκείες είναι σύμβολα, και οι άνθρωποι εκλαμβάνουν τα σύμβολα όχι ως ζωές (όπως πράγματι είναι), αλλά ως πράγματα (το οποίο δεν είναι δυνατόν να είναι). Προσπαθούν να εξευμενίσουν τον Δία σαν να υπήρχε, αλλά ποτέ σαν να ζούσε (σαν να ζούσε αλλά ποτέ σαν να υπήρχε).

Όταν χύνεται αλάτι, ρίχνουν μια χούφτα απ’ αυτό με το δεξί χέρι πάνω από τον αριστερό ώμο. Όταν υβρίζουν τον Θεό, λένε κάμποσα Πάτερ ημών. Η ψυχή εξακολουθεί να είναι ειδωλολατρική και δεν τους απομένει παρά να ξεθάψουν τον Θεό. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που φύτεψαν μια ακακία (το αθάνατο φυτό) πάνω από τον τάφο του, για να τον αναστήσουν όταν θα έρθει η ώρα. Αλλά αυτοί είναι οι εκλεκτοί που αξιώθηκαν να τον βρουν γιατί τον ζήτησαν. »Το μόνο στο οποίο διαφέρει ο άνθρωπος από το ζώο είναι ότι ξέρει πως δεν είναι ζώο. Είναι το πρώτο φως που δεν είναι τίποτε άλλο από ορατό σκότος. Είναι η αρχή, γιατί το να βλέπεις τα σκότη σημαίνει ότι δέχεσαι το φως τους. Είναι το τέλος, γιατί σημαίνει ότι μαθαίνεις, μέσω της όρασης, ότι γεννήθηκες τυφλός. Έτσι το ζώο γίνεται άνθρωπος μέσω της άγνοιας που γεννιέται μέσα του. »Εποχές συσσωρεύονται επί εποχών και χρόνοι επί χρόνων, και το μόνο που κάνεις είναι να βαδίζεις στην περιφέρεια ενός κύκλου που στο κέντρο του βρίσκεται η αλήθεια. »Η αρχή της επιστήμης είναι να γνωρίζουμε την άγνοιά μας. Ο κόσμος που είναι όπου βρισκόμαστε, η σάρκα που είναι αυτό που είμαστε, ο Διάβολος που είναι αυτό που επιθυμούμε, τα τρία αυτά, τη Μεγάλη Ώρα, σκότωσαν μέσα μας τον Δάσκαλο που είχαμε προορισμό να γίνουμε. Και το μυστικό που κατείχε και θα μας επέτρεπε να γίνουμε σαν αυτόν, το μυστικό αυτό χάθηκε».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Pierre Bayard, «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει» (μετφρ. Ελπίδα Λουπάκη), εκδ. Πατάκη, 2008

[…]

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι το γνωρίζουν, ενώ οι ακαλλιέργητοι, για κακή τους τύχη, το αγνοούν, η κουλτούρα είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα προσανατολισμού. Καλλιεργημένος δεν είναι αυτός που έχει διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο αλλά εκείνος που μπορεί να βρει τον δρόμο του μέσα στο σύνολό τους και, άρα, γνωρίζει ότι συνθέτουν ένα σύνολο και είναι σε θέση να τοποθετήσει το κάθε στοιχείο σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα. Το εσωτερικό του βιβλίου προσλαμβάνει εδώ μικρότερη σημασία από το εξωτερικό του ή, για να το πούμε διαφορετικά, το εσωτερικό του γίνεται το εξωτερικό του, καθώς αυτό που μετράει σε κάθε βιβλίο είναι τα βιβλία που βρίσκονται δίπλα του. Ως εκ τούτου, το να μην έχει διαβάσει κανείς κά- ποια βιβλία δεν είναι τόσο σημαντικό για τον καλλιεργημένο άνθρωπο, διότι μπορεί να μη γνωρίζει με ακρίβεια το περιεχόμενό τους, αλλά συνήθως είναι σε θέση να γνωρίζει την περίστασή τους, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο τα συγκεκριμένα βιβλία τοποθετούνται σε σχέση με τα υπόλοιπα. Η συγκεκριμένη διάκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο ενός βιβλίου και στην περίσταση μέσα στην οποία εντάσσεται είναι θεμελιώδης, καθώς αυτή είναι που επιτρέπει σ’ εκείνους που ο πολιτισμός δεν τους τρομάζει να μιλούν για οποιοδήποτε θέμα χωρίς δυσκολία.

Δεν «διάβασα», λοιπόν, ποτέ τον Οδυσσέα του Τζόυς και, απ’ όσο όλα δείχνουν, δεν πρόκειται να τον διαβάσω ποτέ και άρα το «περιεχόμενο» του βιβλίου μού είναι κατά πολύ άγνωστο. Το περιεχόμενο ναι, αλλά η περίσταση όχι. Μήπως, όμως, το περιεχόμενο ενός βιβλίου δεν είναι κατά πολύ η περίστασή του; Μ’ αυτό θέλω να πω ότι σε μια συζήτηση δεν αισθάνομαι σε καμία περίπτωση ότι δεν διαθέτω τα εφόδια να μιλήσω για τον Οδυσσέα, καθώς είμαι σε θέση να τοποθετήσω το βιβλίο με αρκετή ακρίβεια σε σχέση με τα υπόλοιπα. Ξέρω, λοιπόν, ότι πρόκειται για μια σύγχρονη εκδοχή του ομηρικού έπους,8 ότι ανήκει στο λογοτεχνικό ρεύμα της ροής της συνείδησης, ότι εκτυλίσσεται στο Δουβλίνο, μέσα σε μία ημέρα, κτλ. Γι’ αυτό άλλωστε συχνά στα μαθήματά μου αναφέρομαι στον Τζόυς χωρίς να τα χάνω καθόλου. Και μάλιστα μπορώ να επικαλεστώ χωρίς ντροπή τη δική μου μη ανάγνωση του Τζόυς διότι, όπως θα δούμε στη συνέχεια αναλυτικά, οι αναφορές των βιβλίων που έχουμε διαβάσει στηρίζονται πάνω σ’ έναν συσχετισμό δυνάμεων. Πράγματι, η βιβλιοθήκη μου, όπως η βιβλιοθήκη κάθε πνευματικού ανθρώπου, είναι φτιαγμένη από κενά και τρύπες, γεγονός που στην πραγματικότητα δεν έχει μεγάλη σημασία, διότι είναι αρκετά πλούσια ώστε τα συγκεκριμένα κενά να μη γίνονται αντιληπτά τις λίγες μόνο στιγμές που χρειάζεται η συζήτηση για να γλιστρήσει από το ένα βιβλίο στο άλλο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ανδρέας Γ. Ανδρέου, «Ποίηση και Εκδόσεις» (2020)

Εντός τού 2021 πρόκειται να λήξει η ισχύς των πνευματικών δικαιωμάτων τού έργου τού Άγγελου Σικελιανού. Οποιοσδήποτε θα μπορεί να εκδίδει και να εμπορεύεται το εν λόγω έργο κατά το δοκούν. Θα εμφανιστούν καινούργιες εκδόσεις, νέα «Άπαντα», «χρηστικές» εκδόσεις, μονοτονικές εκδόσεις, με εκσυγχρονισμένη ορθογραφία κ.λπ. Ποια θα είναι όμως η πιο «έγκυρη» έκδοση; Εκείνη τού Ίκαρου, η οποία ξεκίνησε πριν από έξι δεκαετίες και περατώθηκε πριν από τέσσερεις; Αν ισχύει και για τα βιβλία ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος (όπως διατείνονται οι τελευταίοι επιμελητές τού Σαίξπηρ, G. Taylor και T. Bourous), τότε το σύστημα που ονομάζεται «Άπαντα συγγραφέως» καθίσταται με το πέρας τού χρόνου όλο και λιγότερο αξιόπιστο και αποδοτικό.

Θα επιχειρήσω, με τρόπο περιεκτικό, να μιλήσω για τις σύγχρονες εκδόσεις «κλασικής» ελληνικής ποίησης. Θα αναφερθώ σε εκείνους που θεωρούνται μείζονες ποιητές, είτε επειδή συμφωνούν ως προς αυτό η φιλολογία και (ενίοτε) το κοινό αίσθημα, είτε επειδή τα βιβλία τους αγοράζονται. Με μια ματιά στην Ανεμόσκαλα, την ιστοσελίδα, η οποία συγκεντρώνει σώματα κειμένων ή/και πίνακες λέξεων για «μείζονες Νεοέλληνες ποιητές», αλλά και μια αναφορά στα εκατό πρώτα ευπώλητα ελληνικής ποίησης τού Βιβλιοπωλείου Πολιτεία, σημειώνω τα παρακάτω ονόματα:

Αναγνωστάκης, Βαλαωρίτης, Βάρναλης, Εγγονόπουλος, Ελύτης, Εμπειρίκος, Καβάφης, Κάλβος, Καρυωτάκης, Παλαμάς, Ρίτσος, Σαχτούρης, Σεφέρης, Σικελιανός, Σινόπουλος, Σολωμός. Επίσης: Αγγελάκη-Ρουκ, Ασλάνογλου, Γκανάς, Γκάτσος, Γκόρπας, Γώγου, Δημουλά, Ελευθερίου, Καββαδίας, Καρούζος, Κατσαρός, Λειβαδίτης, Λεοντάρης, Παυλόπουλος, Πατρίκιος, Σιδηρόπουλος, Χατζηλαζάρου, Χιώνης, Χριστιανόπουλος κ.ά.

Ας δούμε πρώτα τι συμβαίνει με τους ποιητές των οποίων το έργο δεν καλύπτεται από πνευματικά δικαιώματα. Σημειώνω ότι λαμβάνω υπ’ όψιν τις όσο το δυνατόν εγκυρότερες, φροντισμένες από φιλολόγους εκδόσεις, στις οποίες και βασίζονται συνήθως όλες οι υπόλοιπες. Αλφαβητικά, λοιπόν:

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάνος Ελευθερίου, «Άνδρες του αίματος», εκδ. Μεταίχμιο, 2019 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Ο Μάνος Ελευθερίου  γεννήθηκε στην Ερμούπολη, στις 12 Μαρτίου του 1938 

`

«Ήταν άρρωστος πια και μεγάλης ηλικίας. Και όσα έγραψε ήταν όσα μπόρεσε. Ας βρεθούν άλλοι να τα γράψουν καλύτερα. Κι όμως τα ‘γραψα με αίμα, σκεφτόταν, δεν ξέρω αν αξίζουν και αν με πιστέψουν, έκανα το χρέος μου», αναφέρει στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ο ήρωας του έργου δικαιολογώντας ενδοκειμενικά τον τίτλο «κύκνειο άσμα» για αυτό, το τελευταίο έργο, για το οποίο χτυπώντας δυνατά το χέρι του πάνω στο πακέτο με τα χειρόγραφα ο Μάνος Ελευθερίου έδωσε τη συγκατάθεσή του στην αδελφή του ζωγράφο Λιλή Ελευθερίου να επιμεληθεί τη διαδικασία έκδοσής του σε περίπτωση που ο ίδιος δεν προλάβει, μπαίνοντας στο νοσοκομείο. Όπως και έγινε.
Από την αρχή, όμως, το μυθιστόρημα διαγράφει μια πορεία που αισθάνεσαι πως γίνεται εν είδει απολογισμού: «Θυμάμαι καμιά φορά και κλαίω» είναι τα πρώτα λόγια του ήρωα περιγράφοντας ένα σκηνικό ελιοτικής έρημης χώρας με τη διαφορά ότι πρόκειται για μια «μακρινή, σαν εξόριστη, ξεχασμένη επαρχία».

Η εξέλιξή του περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να το χαρακτηρίσουν ως ένα σύγχρονο καφκικό μυθιστόρημα. Μέσα από την παραδοξότητα και το συνειδητό παραλογισμό περιεχομένου και μορφής –ο τρόπος που δομεί τις παραγράφους, τις περιόδους λόγου, τη στίξη, έχει το δικό του λειτουργικό νόημα– ο Ελευθερίου επιτυγχάνει να μιλήσει για την αγωνία, τις ενοχές, τα πάθη και την αλλοτρίωση, τη διάψευση και το φόβο, τον εφιάλτη, το «τέρας», δηλαδή, μιας ολόκληρης εποχής με εργαλειακά του βοηθήματα μια αξιοθαύμαστη διακειμενικότητα συμβόλων και συμβολισμών από την εκκλησιαστική, ιστορική, κοινωνικοπολιτική και λογοτεχνική ιστορία. Θεοί και σατανάδες, ήρωες και καθάρματα, μύθοι και άνθρωποι της διπλανής πόρτας συνυπάρχουν και συνθέτουν όλοι μαζί τη μαρτυρία του «μοναχικού ανώνυμου ανθρώπου, τον τελευταίο που θα μπορούσε να εμπιστευτεί η επίσημη ιστορία για τη διάσωση και τη διαιώνισή της», που όμως «γίνεται τελικά ο αψευδέστερος μάρτυρας αυτής της εποχής – της εποχής μας», όπως γράφει εύστοχα στο επίμετρο του βιβλίου ο Θανάσης Νιάρχος.

Οι «Άντρες του αίματος», όπως αντίστοιχα σημείωνε ο Κάρλος Φουέντες για το εμβληματικό «Κουτσό» του Κορτάζαρ, «δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά το κουτί της Πανδώρας». Ο αναγνώστης του δεν είναι ο παθητικός αποδέκτης μηνυμάτων, αλλά αυτός που είτε θα γνωρίσει είτε θα αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε αυτό, σε αυτήν την ιστορία όπου οι πρωταγωνιστές και οι κομπάρσοι, οι θύτες και τα θύματα, οι ένοχοι και οι αθώοι αποτυπώνονται δι’ ελέου και φόβου. Αυτοί, δηλαδή, οι ξένοι και ταυτόχρονα τόσο οικείοι χαρακτήρες των ανθρώπων που προσωπογραφεί χωρίς να κατονομάζει ο Ελευθερίου, καθώς ο στόχος του πάντα ήταν να αναζητά μέσω επαγωγικών συλλογισμών, τις αιτίες της ανθρώπινης έκ-πτωσης και όχι τη χυδαιότητα της σημερινής στοχευμένης ανθρωποφαγίας.

Διαβάστε περισσότερα