Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Λάζαρος Λαζάρου, «Η ανθεκτικότητα που λείπει: Ο Καμύ, το παράλογο και τα φώτα της δημοσιότητας»

«Ο καλύτερος τρόπος να δίνεις κουράγιο στον εαυτό σου είναι να δίνεις κουράγιο στους άλλους» Μαρκ Τουαίην

 

 

Υπάρχει μια στιγμή, κι αυτό το ξέρει όποιος έχει σταθεί, έστω μια φορά, στο κέντρο ενός δωματίου γεμάτου βλέμματα, όπου η προσοχή των άλλων παύει να μοιάζει με αγάπη και αρχίζει να μοιάζει με βάρος. Σε αυτή τη στιγμή γεννιέται το ερώτημα που με απασχολεί σε τούτο εδώ το κείμενο: γιατί κάποιοι αντέχουν αυτό το βάρος μια ζωή ολόκληρη, ενώ άλλοι λυγίζουν κάτω από αυτό. Και τελικά τι σημαίνει «αντέχω»;

Η δημοφιλής ψυχολογία μάς έχει συνηθίσει σε μια λέξη-ασπίδα: ανθεκτικότητα. Την ακούμε σαν συνταγή, σαν ικανότητα που μπορεί κανείς να καλλιεργήσει: να πέσεις και να σηκωθείς, να απορροφήσεις το πλήγμα και να συνεχίσεις. Είναι μια θεωρία αισιόδοξη, σχεδόν παιδαγωγική: η ζωή πονάει, αλλά ο ανθρώπινος ψυχισμός διαθέτει, ή μπορεί να αποκτήσει, τα εργαλεία για να μην καταρρεύσει.«Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει» αποφαίνεται ο Καζαντζάκης.

Κάτω από αυτή την υπόσχεση όμως κρύβεται μια σιωπηρή παραδοχή: πως όσοι δεν τα καταφέρνουν, όσοι λυγίζουν, έχουν απλώς αποτύχει σε μια εσωτερική άσκηση. Λες και η αντοχή είναι ζήτημα προπόνησης, όπως ο μυς που δυναμώνει με την επανάληψη. Είναι εδώ που η θεωρία της ανθεκτικότητας συναντά, και συγκρούεται, με τη σκέψη του Αλμπέρ Καμύ.

Ο Καμύ δεν μιλά ποτέ για «ανθεκτικότητα» με τη σημερινή, κλινική της έννοια. Στον «Μύθο του Σισύφου» περιγράφει έναν άνθρωπο καταδικασμένο σε μια ατέρμονη, χωρίς νόημα εργασία, να σπρώχνει τον βράχο, να τον βλέπει να κυλά ξανά κάτω, να ξαναρχίζει. Ο Σίσυφος δεν αντέχει τον βράχο, επειδή διαθέτει ψυχικά αποθέματα. Τον αντέχει επειδή έχει αναγνωρίσει την απουσία νοήματος και δεν παύει, παρ’ όλα αυτά, να ζει και να εξεγείρεται απέναντί της. Η ευτυχία του, όπως τη φαντάζεται ο Καμύ στην περίφημη τελευταία γραμμή του δοκιμίου («Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο»), γεννιέται από τη συνειδητή εξέγερση απέναντι στο παράλογο: αποδέχεται το χωρίς νόημα, χωρίς να το εσωτερικεύει ως προσωπική ενοχή. «Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα μέσα μου ένα καλοκαίρι» γράφει ο Καμύ στο Καλοκαίρι, τονίζονταςπως μόνο όταν βρεθείς στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής σου, συνειδητοποιείς πόσο δυνατός είσαι πραγματικά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Για ποιους χτυπάν οι καμπάνες»

SALVADOR DALI, Paranoiac Village

 

Σ’ ένα χωριό στην άκρη της Μεσογείου οι κάτοικοι, παραδοσιακά, δεν
πρέπει να ‘ναι καλά στα μυαλά τους. Πριν χρόνια μαζεύτηκαν και, ενώ
είχαν ήδη εκκλησία, μάλιστα μεταβυζαντινών χρόνων, αποφάσισαν να
χτίσουν καινούρια, και γκρέμισαν έναν παλιό βενετσιάνικο πύργο, για
να χρησιμοποιήσουν την πέτρα του ως οικοδομικό υλικό. Εδώ που τα
λέμε, καθόλου δεν χρειαζόταν ο νέος ναός, έτσι τεράστιος όπως έγινε.

Τα χρόνια περνούσαν σαν τα χελιδόνια που φωλιάζουν κάθε
άνοιξη στα κεραμίδια του ναού. Πολλοί παπάδες άφησαν τον τελευταίο
τους ψαλμό μπροστά απ’ την Αγία Τράπεζα. Μάλιστα ένας δεν πρόλαβε
καν, γιατί είχε πέσει σε κώμα γι’ αρκετό καιρό. Όταν μια μέρα συνήλθε,
ζήτησε ένα τσιγάρο, το ρούφηξε μονομιάς και… άντε γειά! Ήταν
μανιώδης καπνιστής, κάπνιζε ακόμη και στη διάρκεια της λειτουργίας.
Έτσι τουλάχιστον διηγούνται οι ντόπιοι.

Στη συνέχεια, σειρά είχε ένας βοσκός-ιερέας με τεράστια κοιλιά
και χέρια που την ώρα του κατηχητικού τα χρησιμοποιούσε κατάλληλα.
Οι σφαλιάρες του είχαν κουφάνει αρκετά σχολιαρόπαιδα. Είχε ακόμη
εκατό πρόβατα και κάμποσα πιτσιρίκια. Αλλά αποδήμησε σε μικρή
ηλικία, απ’ την πολλή χοληστερίνη, καθώς λένε. Τη θέση του πήρε ένας
νεαρός κομψευόμενος που έβλεπε γυναίκα, και τα γένια του στάζανε
σάλια. Κατόπιν, ήρθε κάποιος που τους ξεπέρασε όλους. Παντρεύτηκε,
τεκνοποίησε άπαξ, η παπαδιά τον έστεψε αρχικερατά – μιλάμε για τα
κέρατα του Ρούντολφ – ύστερα τον χώρισε. Ως γνωστό, οι καιροί ου
μενετοί, έτσι κάποια στιγμή στην εκκλησία φύτρωσαν λαμπιόνια, με
αποτέλεσμα τη νύχτα να δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για ούφο ή
υπαίθρια ντισκοτέκ αλλοτινών χρόνων. Το χειρότερο όμως αποδείχτηκε
πως είναι οι καμπάνες της, με πραγματικά ανυπόφορα ντεσιμπέλ,
ρυθμισμένες να χτυπάν κάθε μια ώρα, ενώ Κυριακές και γιορτές γίνεται
κακός χαμός, θυμίζοντας τα κωδωνοστάσια της Notre-Dame. Και Ουγκό
να μην έχεις διαβάσει, δε μπορεί, θα εντυπωσιαστείς ή θα εκνευριστείς
μέχρι απελπισίας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ανδρέας Λασκαράτος, «Ιδού ο άνθρωπος», [1886] (εκδ. Ερμής, 1993)

O κακός μαθητής

 

Εξαιρώ τον μαθητήν του Πανεπιστημίου. Τούτος υποθέτεται ενήλικος, και θαν έχει ακολούθως άλλη γνώση, άλλη διαγωγή. Εννοώ δε τον μαθητήν των κατωτέρων εχπαιδευτηρίων.

Τούτος, ως επί το πλείστον, δεν εννοεί και δεν εχτιμά την αξίαν της μαθήσεως. Πηγαίνει στο σχολείον, επειδή εσυνήθισε έως από νήπιο να πηγαίνει· επειδή οι γονείς του τόνε θέλουνε να εξακολουθεί να πηγαίνει, και επειδή βλέπει που και τ’ άλλα παιδιά πηγαίνουνε· αλλά στο σχολείον του γυρεύει κάθε άλλο, παρά να μάθει.

Η κλάση δι’ αυτόν είναι ένα είδος συνεταιρισμού, όπου εντός ολίγου και αυτός συνεταιρίζεται. Και επειδή σ’ εκείνην την ηλικία τα αισθήματα και τα φρονήματα λίγο διαφέρουν μεταξύ των συμμαθητών, δεν θ’ αργήσουνε συμφωνούντες να εύρουνε πως οι εορτές, και κάθε άλλο που ελευθερώνει από την αηδία του μαθήματος, είναι ευτύχημα, και να συνομόνονται, διά να υποχρεώνουνε τους καθηγητάς να εορτάζουνε.

Δεν φθάνει. Εντός του σχολαστικού χρόνου τα εχπαιδευτήρια έχουνε διακοπές, κάποτε από πολλές ημέρες, και το καλοκαίρι μίαν από μήνες. O δε τοιούτος μαθητής, σ’ όλες όσες διακοπές, δεν ανοίγει ποτέ βιβλίο.

Παρομοίως όταν ξημερώνει εορτή, δεν πιάνει μήτε τότε βιβλίο. Και πραγματικώς, τι νόημα ήθελ’ έχει η σπουδή του εκείνην την βραδιά, αφού σκοπός της σπουδής του δεν είναι η προκοπή του, αλλά το να μπορέσει να πει το μάθημα, και μάθημα την ακόλουθην ημέρα δεν είναι;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κυριάκος Στυλιανού, «Η παράβαση», εκδ. Αρμίδα 2026 (γράφει ο Λάζαρος Λαζάρου)

 «Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ» της συνείδησής μας

«Όσο πληθαίνουν οι νόμοι, πολλαπλασιάζονται οι παράνομοι»

Λάο Τσε

 

Το πιο πάνω ρητό στροβίλιζε στο μυαλό μου, διαβάζοντας την πολύ υποσχόμενη νουβέλα του αξιόλογου κύπριου πεζογράφου Κυριάκου Στυλιανού, ο οποίος μας έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής με τη διηγηματική του συλλογή «Κλεμμένα παιχνίδια» (Αρμίδα, 2022) και τη νουβέλα «Ανάπηρος Ορίζοντας» (Αρμίδα, 2024).

Η ιστορία της εν λόγω νουβέλας αναφέρεται στον Ελευθέριο Ελευθερίου,έναν τριανταπεντάχρονο περίεργο και ατημέλητο τύπο, ο οποίος, αποφασίζει μια μέρα να κάνει κάτι το οποίο θεωρείται, από πολλούς, αδιανόητο: να καταγγείλει τον εαυτό του για μια τροχαία παράβαση σε έναν αστυνομικό σταθμό! Μαζί του κουβαλά μια μυστηριώδη μαύρη τσάντα, το περιεχόμενο της οποίας κρατείται από τον συγγραφέα, μυστικό. Φτάνοντας στο αστυνομικό τμήμα, θα περάσει από τα αδιάκριτα βλέμματα του φρουρού Κώστα και της καθαρίστριας Χρυστάλλας. Τα δύο αυτά πρόσωπα, ας σημειωθεί, είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, βιοπαλαιστές, άτομα που συναντάς εύκολα στη σημερινή σύγχρονη κοινωνία, τα οποία προσθέτουν αυθεντικότητα στην αφήγηση του Στυλιανού.

Φτάνοντας, λοιπόν, στο αστυνομικό τμήμα, ο Ελευθερίου θα συναντήσει το αδυσώπητο πρόσωπο του συστήματος εξουσίας στα πρόσωπα του Προϊστάμενου αστυνομικού, Παναγιώτη Οικονόμου, των Υφιστάμενων αστυνομικών Αντωνίου, Γεωργίου, Ιωάννου αλλά και του αστυνομικού Αντρέα, ο οποίος στο τέλος θα τον πετάξει έξω από το γραφείο, μετά από υποδείξεις του Προϊσταμένου του. Όταν, θα βρεθεί μόνος του ξανά ο Ελευθερίου, μέσα από τον μονόλογό του, που υφαίνει έντεχνα ο Στυλιανού, θα αποκαλυφθεί πως ο Ελευθερίου δεν είναι τόσο αθώος τελικά, διότι, ενώ δήλωσε πως παραβίασε το όριο ταχύτητας στον δρόμο κατά 20 χιλιόμετρα, στην πραγματικότητα είχε χτυπήσει, πριν μερικές μέρες με το αυτοκίνητό του, έναν άλλο οδηγό που προσπαθούσε στην άκρη του δρόμου, να αλλάξει το ελαστικό του αυτοκινήτου του που είχε σκάσει. Άρα, στην πραγματικότητα, το σύστημα εξουσίας που ο ίδιος ο Ελευθερίου είχε πρόθεση  να διακωμωδήσει και να εξευτελίσει, αυτό το ίδιο νοσηρό σύστημα χρησιμοποίησε και ο ίδιος για να μην του καταλογιστούν ευθύνες για την πράξη του.Με άλλα λόγια εφάρμοσε αυτό που τόσο διαδεδομένα λέγεται πια: «Μάθε τους κανόνες σαν επαγγελματίας, για να μπορείς να τους παραβιάσεις σαν καλλιτέχνης».

Η νουβέλα «Η παράβαση» χωρίζεται σε 7 επεισόδια και θα μπορούσαν άνετα να είναι οι σκηνές θεατρικής παράστασης:«Στο προαύλιο», «1η και 2η σκηνή», «Στο γραφείο του Προϊσταμένου», «Δύο διαφορετικές συζητήσεις», «Επιστροφή στο Γραφείο», «Ανεμοστρόβιλος» και «Επίλογος».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Η στιγμή που το σώμα χάνει το όνομά του: Για τη Δάφνη Πατακιά» (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Για να καταλάβει κανείς την υποκριτική δεινότητα της Δάφνης Πατακιά, θα πρέπει πρωτίστως να κατανοήσει τη δυνατότητά της να κατοικεί σ’ ένα διαρκές όριο ανάμεσα στο εγώ και το εσύ. Τι εννοώ μ’ αυτό; τη δυνατότητα να μπορεί αλλάζει ταυτότητες διατηρώντας ένα προσωπικό στίγμα σ’ αυτές. Στο πρόσωπό της υπάρχει κάτι που αντιστέκεται στην ταυτότητα. Δεν είναι ακριβώς μυστήριο· είναι η αδυναμία του προσώπου να κλείσει. Το βλέμμα της δεν ολοκληρώνει τον χαρακτήρα. Τον αφήνει ανοιχτό, σαν πληγή. Το σώμα δεν κατοικεί ποτέ εντελώς μέσα στο όνομα που του δόθηκε. Δεν υπάρχει ταυτότητα Γι’ αυτό και οι ηρωίδες της μοιάζουν να βρίσκονται πάντοτε σε κίνηση. Δεν μετακινούνται απλώς μέσα στον χώρο. Μετακινούνται έξω από τον εαυτό τους.

 

Ιδιαίτερα στη Benedetta του Paul Verhoeven, η Δάφνη Πατακιά δεν υποδύεται απλώς την Bartolomea. Εισέρχεται σ’ έναν χώρο όπου το σώμα, προτού ακόμη μιλήσει, έχει ήδη καταδικαστεί. Το μοναστήρι είναι ο τόπος της πειθαρχίας, της σιωπής, της απαγόρευσης· ένα σώμα που επιθυμεί βρίσκεται εκεί πάντοτε κατηγορούμενο για κάτι που μπορεί να κάνει. Κι όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή την απαγόρευση, το σώμα αρχίζει να αποκτά τη μεγαλύτερη έντασή του. Η Bartolomea είναι, από την πρώτη της παρουσία, ένα σώμα που δεν έχει ακόμη βρει τη θέση του μέσα στον κόσμο. Η Πατακιά δεν την παρουσιάζει ως μια γυναίκα που αποφασίζει να επαναστατήσει. Η εξέγερση συμβαίνει βαθύτερα, σχεδόν ακούσια. Στο βλέμμα, στην κίνηση, στον τρόπο με τον οποίο πλησιάζει ένα άλλο σώμα. Δεν υπάρχει πρόγραμμα. Υπάρχει έλξη.

Και η έλξη είναι ήδη μια μορφή παραβίασης.

Στον κόσμο της Benedetta, το σώμα πρέπει να είναι καθαρό επειδή πρέπει να ανήκει στον Θεό. Όμως η σάρκα δεν γνωρίζει σε ποιον ανήκει. Η επιθυμία εμφανίζεται χωρίς άδεια. Δεν ζητά ερμηνεία ούτε συγκατάθεση από τον νόμο. Απλώς συμβαίνει. Αυτό είναι που κάνει την Bartolomea τόσο επικίνδυνη.Δεν είναι η γυναίκα που αρνείται συνειδητά το ιερό. Είναι η γυναίκα μέσα από την οποία το ιερό και το βέβηλο παύουν να μπορούν να διαχωριστούν. Η Πατακιά παίζει αυτή την αστάθεια με μια αξιοσημείωτη οικονομία. Δεν χρειάζεται να καταστήσει την Bartolomea προκλητική. Το αντίθετο: η δύναμή της βρίσκεται στην απλότητα. Στο βλέμμα που παραμένει λίγο περισσότερο απ’ όσο επιτρέπεται. Στο σώμα που πλησιάζει. Στην αμηχανία πριν από το άγγιγμα. Στη σιωπή που γίνεται πιο ερωτική από οποιαδήποτε δήλωση. Το ερωτικό, έτσι, δεν βρίσκεται μόνο στη σκηνή της σωματικής επαφής. Έχει ήδη αρχίσει πολύ νωρίτερα. Βρίσκεται στην αναμονή της επαφής. Και η αναμονή είναι ίσως η πιο καθαρή μορφή επιθυμίας: το σώμα βρίσκεται ακόμη απέναντι από το αντικείμενό του, αλλά έχει ήδη χάσει την αυτάρκειά του. Το ερωτικό δεν είναι απλώς η απόλαυση του άλλου· είναι η στιγμή κατά την οποία το κλειστό άτομο πλησιάζει την απώλεια των ορίων του. Ο άνθρωπος επιθυμεί τον άλλον επειδή, μέσα από τον άλλον, επιθυμεί να πάψει να είναι απολύτως ξεχωριστός. Αυτό συμβαίνει στην Bartolomea. Το σώμα της δεν ζητά απλώς ένα άλλο σώμα. Ζητά, χωρίς να το γνωρίζει, τη διάρρηξη της μοναχικότητάς του.

Διαβάστε περισσότερα