Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Βασίλης Αλεξάκης (1943- 2020), «Η μητρική γλώσσα», εκδ. Εξάντας, 1995

[…] Χαζεύω τις καρτποστάλ σ’ ένα περίπτερο. Είναι ο μόνος τρόπος, με τέτοιον καιρό, να δω την πόλη. Βλέπω ένα τζαμί με το μιναρέ του πάνω σ’ ένα βραχώδες ύψωμα προστατευμένο από ένα ημιερειπωμένο τείχος. Σε ορισμένες φωτογραφίες το τζαμί αντανακλάται στα νερά της λίμνης. Βλέπω ένα καλντερίμι με παράγκες σιδεράδων. Δεν αποκλείεται να είναι το δρομάκι απ’ όπου πέρασα πριν από λίγο με τον Κώστα. Υπάρχει ένα νησάκι στη λίμνη. Δεν θ’ αργήσω να το επισκεφθώ, το κοιτάζω όμως κι αυτό προσεκτικά. Είμαι βέβαιος ότι θα το βρω τυλιγμένο στην ομίχλη. Ο Αλή Πασάς καπνίζει ένα τσιμπούκι. Ξέρω ότι υπέφερε από τα μάτια του κι ότι φορούσε μπλε γυαλιά. Ξανά ο Αλή Πασάς σε μια βάρκα. Ο Αλή Πασάς και η γυναίκα του, η Κυρά Βασιλική. Την παντρεύτηκε αφού ξεπάστρεψε τη Φροσύνη. Ήταν κι η Βασιλική πολύ όμορφη. Τα μαλλιά της έφταναν μέχρι τα γόνατά της. Ο σημαντικότερος ηγέτης που γνώρισε η πόλη ήταν λοιπόν Αλβανός. Τα τουριστικά φυλλάδια που διάβασα τον εξυμνούν και τον αποδοκιμάζουν ταυτοχρόνως. Τον χαρακτηρίζουν δόλιο, αιμοβόρο, αναγνωρίζουν όμως ότι έδωσε πρωτοφανή ισχύ στην Ήπειρο κι ότι η ρήξη του με το σουλτάνο ευνόησε τα σχέδια των επαναστατημένων Ελλήνων. Τον αποκαλούν «το λιοντάρι της Ηπείρου». Κατά τους Έλληνες σχολιαστές, μία από τις πιο εύστοχες αποφάσεις του Αλή ήταν να παντρευτεί Ελληνίδα. Ξέρω ότι η Βασιλική έγινε αλκοολική μετά το θάνατό του.

Τα νερά της λίμνης είναι ήσυχα. Καθρεφτίζουν την ομίχλη που, λίγο πιο πέρα, ακουμπά επάνω τους σαν να θέλει να δροσιστεί. Η ορατότητά μου σταματά στα δύο μέτρα. Από το σημείο που κάθομαι, στο πίσω μέρος της βενζίνας, ίσα-ίσα διακρίνω τους επιβάτες που στέκονται στην πλώρη. Μου φέρνουν στο νου τις σκιές που μεταφέρει ο Χάρων με τη βάρκα του από τη μια όχθη του Αχέροντα στην άλλη. Φαντάζομαι ότι τα νερά του ποταμού θα έχουν το ίδιο γκρίζο χρώμα με τα νερά της λίμνης και ότι θα είναι μονίμως σκεπασμένα από ομίχλη. «Υπάρχει σίγουρα κάποιο εμπόδιο ανάμεσα στις δύο όχθες, που δεν σου επιτρέπει να δεις απέναντι». Καλαμιές ξεφυτρώνουν μέσα από τα νερά, ολόισιες σαν ακόντια ενός καταποντισμένου στρατού. Μια αγριόπαπια αφήνει τα κυματάκια που δημιουργεί η βενζίνα να την πηγαίνουν πέρα-δώθε. Όλο νομίζω ότι κάπου φτάνουμε, ότι ξεχωρίζω τον όγκο του νησιού, αλλά κάνω λάθος. Λέγεται ότι ο θησαυρός του Αλή Πασά είναι θαμμένος στο βυθό της λίμνης, μέσα σε σιδερένια κιβώτια. Τον πέταξε εκεί για να μην πέσει στα χέρια των στρατιωτών του σουλτάνου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μποστ, «Το επάγγελμα της μητρός μου» («Πεζά κείμενα 1960-1965», εκδ. Eρμής, 1998)

Όταν η μητέρα μου, την ώρα που τρώγαμε, ανάγγειλε στον πατέρα μου ότι θα γίνη πόρνη, εκείνος, που ήταν παλαιών αρχών, θέλησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψη. Δεν το εύρισκε σωστό ν’ ακολουθήση αυτό το επάγγελμα.
― Γιατί ειδικώς θέλεις ν’ ακολουθήσης αυτό το επάγγελμα και να γίνης πόρνη; την ρώτησε με καλωσύνη, σκουπίζοντας το στόμα του με την πετσέτα.
― Για να κερδίσω χρήματα και να είμαι αυτάρκης. Δεν θέλω συνεχώς να σου ζητώ χρήματα, είπε, βάζοντας λίγη σούπα στα πιάτα μας.
O πατέρας μου έμεινε για λίγο σκεπτικός. Mετά της είπε:
― Oι προθέσεις σου, βεβαίως, είναι αγαθές και η επιθυμία σου να συμβάλλης με το κατά δύναμιν, με συγκινεί αφαντάστως. Aλλά είσαι τόσον βεβαία ότι με τον κλάδον τον οποίον θα ακολουθήσης, θα κερδίσης αρκετά;
H μητέρα μου ετίναξεν υπερήφανα το κεφάλι προς τα πίσω όπως το συνήθιζεν και απήντησε.
― Nαι, το πιστεύω. Eίμαι υπερβεβαία ότι θα κερδίσω.
Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στην άκρη των χειλιών του. Ήξερα ότι ήταν ρεαλιστής και δεν επείθετο εύκολα.
― Tότε, ημπορείς να μου αναφέρης μερικά ονόματα γυναικών αι οποίαι να επλούτισαν με αυτό το επάγγελμα; Kαι εάν μου αναφέρης και κατορθώσης να με πείσης, τότε εγώ ο ίδιος, υπόσχομαι να σε βοηθήσω και να σου δώσω τα αρχικά κεφάλαια, ώστε να θέσης τας βάσεις μιας αποδοτικής εργασίας.
Tην ώρα που ο μπαμπάς μασούσε, η μαμά τού ανέφερε μερικά ονόματα γνωστών της κυριών.
― Oρίστε, συμπλήρωσε. Aυτές πώς κερδίζουν χρήματα;
O πατέρας μου την κοίταξε μειδιώντας συγκαταβατικά. Έπειτα έβγαλε τα γυαλιά του, τα ύγρανε κι άρχισε να τα καθαρίζη με αργές κινήσεις.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν 2020: Οι 4+1 κινηματογραφικές ταινίες (γράφει ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης)

Σε μια χρονιά που όλα έγιναν πιο δύσκολα και οι επισκέψεις στο σινεμά τείνουν να μοιάζουν με μακρινή ανάμνηση, επιλέγουμε όσες προλάβαμε να δούμε στις αίθουσες και κάποιες (θέλοντας και μη) από τις online streaming πλατφόρμες

 

1. 1917

Εξαιρετική αφήγηση της ιστορίας δύο νεαρών άγγλων στρατιωτών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που αναλαμβάνουν μια αποστολή που μοιάζει με καταδίκη σε θάνατο: να παραδώσουν ένα γράμμα περνώντας μέσα από τις γραμμές του εχθρού. Ο παραλογισμός του πολέμου μέσα από μια εκπληκτική κινηματογράφηση που σε κρατάει σε αγωνία από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή.

Σκηνοθεσία:  Σαμ Μέντες

Πρωταγωνιστές: Τζορτζ ΜακΚέι, Ντιν – Τσαρλς Τσάπμαν, Μαρκ Στρονγκ, Κόλιν Φερθ, Μπένεντικτ Κάμπερμπατς

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Κάποια Χριστούγεννα»

Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1925

 

Αγαπητοί μου,
Έναν καιρό στη ζωή μου, τα Χριστούγεννα τα γιόρταζα… την Πρωτοχρονιά. Πώς; Ακολουθούσα κανένα δικό μου καλαντάρι, ή είχα προσηλυτισθεί σε καμιά αίρεση;… Τίποτ’ απ’ αυτά. Μόνο που τον καιρό εκείνο, νιόφερτος στην Αθήνα, φοιτητούδι, σχεδόν παιδί, δεν μπορούσα να καταλάβω Χριστούγεννα χωρίς…  κουλούρα.
Στη Ζάκυθο, βλέπετε, όπου είχα μεγαλώσει, την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, κόβουν με πομπή κάποια κουλούρα. Αντιστοιχεί με τη βασιλόπιτα που κόβουν εδώ την Πρωτοχρονιά -κομμάτι ονομαστικό για τον καθένα, φλουρί για τον τυχερό, και καθεξής, -αλλά δε μοιάζει και καθόλου. Άλλη πάστα, άλλη ζύμη, άλλη όψη, άλλη γεύση, άλλη μυρωδιά. Φανταστείτε ένα ωραίο ψωμί σιμιγδαλένιο, πιασμένο με λάδι, βαμμένο κίτρινο με ζαφουράνα σπαρμένο μέσα με σταφίδες άσπρες και μαύρες, με κουκουνάρια, πορτοκαλόφλουδες κι ένα σωρό μπαχαρικά, και με μια κρούστα όλο σουσάμι και πυκνά φυτεμένα καρύδια, κάποτε μάλιστα και πασπαλισμένη με ψιλή ζάχαρη χρωματιστή. Αυτή είναι η ζακυθινή κουλούρα. Πώς να καταλάβαινα Χριστούγεννα χωρίς το «κομμάτι μου» απ’ αυτήν; Και πού να ‘βρισκα τέτοιο πράμα εδώ, στο βραδινό τραπέζι της παραμονής;
– Χριστούγεννα αύριο, μου ‘λεγαν. Και του χρόνου!
– Πού είναι τα; Απαντούσα. Δεν τα βλέπω!…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Η ‘’ανθρωπογραφία’’ και η ‘’ζωογραφία’’ στο “Equus” του Peter Shaffer» (γράφει η Κωνσταντίνα-Αϊσέ Γιλμάζ)

 

 

Το έργο του Π. Σάφερ, Έκβους (1973),[1] από τη λατινική λέξη «equus» που σημαίνει «άλογο», αποτελεί μια προσπάθεια να ενώσει «την υπαρξιακή και σεξουαλική αναζήτηση ταυτότητας με μια τελετουργική αναπαράσταση της πνευματικής ελευθερίας»,[2] μιλώντας για τη ψυχωτική σχέση ενός έφηβου με τα άλογα, με θεολογικό και σεξουαλικό τρόπο, που ως αποτέλεσμα έχει τη βίαιη τύφλωση έξι αλόγων. Οι ηθοποιοί, οι οποίοι με βάση τις σκηνικές οδηγίες του Σάφερ, δεν αποχωρούν από τη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασης, φορούν σε κάποιες σκηνές μάσκες, οπλές και βελούδινες φόρμες, ώστε να θυμίζουν άλογα, αφού αυτοί οι ίδιοι τα υποκρίνονται στην παράσταση. Όμως, όπως σαφώς διευκρινίζει ο συγγραφέας, οι ηθοποιοί δεν πρέπει να πέφτουν ή να σκύβουν, αλλά «η αναπαράσταση του ζώου πρέπει να γίνεται εντελώς μιμητικά, μέσω της χρήσης ποδιών, γονάτων, λαιμού και προσώπου»,[3] ώστε να αποδοθεί ο αλληγορικός χαρακτήρας του έργου και του ζώου, και να αποφευχθεί μία εύκολη κυριιολεκτική ερμηνεία.

Αναφορικά με τους χαρακτήρες του έργου, η κύρια αντίθεση που διαμορφώνεται ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές, αποτελεί τον κύριο άξονα του έργου. Από τη μία η –αμφιταλαντευόμενη, αλλά επικρατούσα στο τέλος– επαγγελματική ιδιότητα του ψυχιάτρου Ντάισαρτ έρχεται σε αντιπαράθεση με την παθιασμένη λατρεία του Άλαν Στρανγκ. Ο έφηβος Άλαν, σε όλο το έργο αναζητά την προσωπική του ταυτότητα, χωρίς να ενδιαφέρεται για τις κοινωνικές και προσωπικές συνέπειες που έχουν οι πράξεις του, με κατάληξη το τραγικό γεγονός του ψυχωτικού επεισοδίου και της τύφλωσης των αλόγων. Αναθρεμμένος από μία μικροαστικής οικογένειας, η οποία δεν του έδωσε καμία χαρά ή έμπνευση, τον μπλοκάρει σεξουαλικά, και τον παροδηγεί αναφορικά με τη θρησκεία. Τα πρωτόγονα αυτά ένστικτά του παιδιού, το οποίο δημιουργεί ένα ψευδαισθητικό πάνθεο αλόγων, θυμίζουν avant-garde αισθητική, η οποία λειτουργεί ως «αντίδραση στις προσδοκίες της μπουρζουαζίας»,[4] όπως αυτές εκφέρονται από τη μητέρα του.

Διαβάστε περισσότερα