Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Εμμανουήλ Ροΐδης, «Kυνομυομαχία» (από τα Άπαντα, E΄, Eρμής 1978)

Εξ όλων των πόλεων της Δύσεως και της Ανατολής, όπου έτυχε να κατοικήσω, η καθαρωτάτη είναι ή τουλάχιστον ήτο προ ημίσεος αιώνος, προ της ιταλικής δηλ. ενότητος και της εφαρμογής του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η Γένοβα, πρωτεύουσα της Λιγουρίας. Η ιστορία της πόλεως ταύτης συνδέεται στενώς μετά της ημετέρας μεσαιωνικής. Οι Γενοβέζοι υπήρξαν πιστοί σύμμαχοι του αυτοκράτορος Μιχαήλ του Παλαιολόγου κατά των Ενετών, και επί μακρόν χρόνον δυνάσται της Χίου, όπου, αν υπάγης, αναγνώστα, δύνασαι να συναντήσης επιζώντας τινας απογόνους του Ιουστινιάνη και του Γριμάλδη διατηρούντας ακόμη τα οικόσημα, τα γενεαλογικά δένδρα και την πίστιν εις τον πάπαν, κατ’ ουδέν όμως άλλο διακρινομένους από των γειτόνων αυτών, των οποίων η περιουσία περιορίζεται εις κτήμα, ουχί πολύ μεγαλείτερον της αιθούσης χορού των ανακτόρων του βασιλέως Γεωργίου, αποδίδον κατ’ έτος εκατοντάδας τινάς πορτοκαλίων και σακκίδιον αμυγδάλων.
Δια την μοναδικήν εν τούτοις και απαστράπτουσαν της Γενούης καθαριότητα ελάχιστα δαπανώσι το κράτος και η δημαρχία, χάρις εις την πρακτικωτάτην και αξίαν μιμήσεως ιδέαν ν’ αναθέσωσι την φροντίδα ταύτην εις τους καταδίκους εις ισόβια ή πρόσκαιρα δεσμά. Τρις της ημέρας αντηχεί εις τας οδούς βαρύς κρότος αλύσεων και τροχών και μετ’ ολίγον εμφανίζεται μέγα κάρρον συρόμενον υπό ευρώστων ημιόνων, τούτο δε παρακολουθούσιν υπό την επιτήρησιν δύο αστυνομικών κλητήρων περί τους είκοσιν αλυσίδετοι ανά ζεύγος δεσμώται, οι μεν εν ερυθρά οι δε ισόβιοι εν κιτρίνη στολή, ωπλισμένοι δια μακρών σαρώθρων, τα οποία δεν διαφεύγει ίxνος βορβόρου ή σκιά κονιορτού, ούτε κόπρισμα ίππου, ούτε απόρριμμα σιγάρου, ούτε τεμάχιον χαρτίου, ουδέ καστάνου φλοιός, ώστε μετά την διέλευσιν του κάρρου δύναται η επιφάνεια των ασπίλων πλακών να χρησιμεύση ως κάτοπτρον εις τας φιλαρέσκους διαβατρίας. Προς πλήρη εκτίμησιν της μοναδικής ταύτης καθαριότητος έν μόνον δύναμαι να προσθέσω, ότι εις επισήμους τινάς λιτανείας επικρατεί η συνήθεια να ραίνωνται οι ιερείς εκ των παραθύρων δια βροχής ρόδων, κρίνων, υακίνθων και γαρυφάλων, αλλά μετά το τέλος της τελετής σαρώνονται αμέσως και ταύτα θεωρούμενα ως ευώδεις ακαθαρσίαι. Πολλάκις συνέβη να επιφοιτήση εις τον νουν μου ως όνειρον και οπτασία των νεανικών μου χρόνων η μαρμαρυγή των γενουηνσιακών πλακών, ενώ επιπόνως αναρριχώμαι εις τον ανήφορον της οδού Νικοδήμου, προσκόπτων ανά παν βήμα εις ζωντανάς ή νεκράς όρνιθας, εις λόφους κονιορτού, εις πυραμίδας σκουπιδίων, εις απόμαχα υποδήματα, εις φλοιούς καρπουζίων, εις μαύρους ρύακας παρά το πεζοδρόμιον ή ερυθρούς προ των μακελλείων. Αλλά και πολλάκις διερχόμενος την οδόν Αδριανού και βλέπων χάσκοντας εις τον εξώστην του Παλαιού Στρατώνος πλήθος ευρώστων δεσμωτών, αναλογίζομαι πόσον χρησιμωτέρα θα ήτο η καταδίκη αυτών ως εν Γενούη εις καθαρισμόν των πεζοδρομίων. Ου μόνον δε εις απολύμανσιν της πόλεως, αλλά και εις σπουδαίαν ελάττωσιν του αριθμού των εγκλημάτων θα συνετέλει πιθανώς το θέαμα της καθημερινής παρελάσεως ανά τας οδούς των Αθηνών των εμπρηστών της οικίας Μελά, των ληστών του ταμείου της Λαμίας, των απίστων ταμιών και άλλων μεγαλοσχήμων ομοτέχνων των αλυσιδέτων, μετ’ ερυθρού ή κιτρίνου σκούφου επί της κεφαλής και μεγάλης εις τας χείρας σκούπας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Πέτρος Γλέζος, «Θεοφάνια σ’ ένα νησάκι»

Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975

`

Δυο μέρες πριν από τα Φώτα, ο ξάδελφός μας ο Αντώνης μάς έκανε ξαφνικά την πρόταση:
– Ξαδέλφια, τι λέτε; Έρχεστε να πάμε στο Νησί, που θα βαφτίσω ένα παιδί;
– Και δεν πάμε, ξάδελφε, συμφωνήσαμε πρόθυμα και λίγο απερίσκεπτα η σύζυγός μου κι εγώ.
Το Νησί είναι ένα μικρό μακρόστενο νησάκι, που γειτονεύει με το δικό μας. Ένα πολύ μικρό νησάκι –άλλο ένα δίπλα του είναι ακατοίκητο που ολόκληρο το σώμα του το πιάνει το μάτι σου, μόλις ανεβείς σε κάποια κορφή των Φαναριών, να αναδύεται μέσα από τη θάλασσα, σαν ένα κήτος ή σαν ένα καράβι χωρίς κατάρτια. Ίσως γι’ αυτό, επειδή είναι έτσι μικρό μπροστά στο δικό μας το νησί, που είναι μεγάλο και με βουνά ψηλά, το λένε «Νησί».
Το Νησί θα ’ναι δε θα ’ναι δυο τρία μίλια μακριά από τις ανατολικές μας ακτές, τις όμορφες, τις γεμάτες μικρούς χαριτωμένους κόλπους, θαλασσινές σπηλιές και χαμηλές βουνοπλαγιές κατάφορτες από λιόδεντρα και σκίνους και φίδες. Όλοι όλοι οι κάτοικοι του Νησιού λογαριάζονται καμιά διακοσαριά ψυχές, τριάντα σαράντα οικογένειες. Και φυσικά είναι όλοι τους ψαράδες. Όταν είναι μπονάτσες, ανοίγονται οι βαρκούλες τους γύρω γύρω στο πέλαγος, σαν μέλισσες, για να τρυγήσουν τον ανθό της θάλασσας. Όταν είναι βαρυχειμωνιές, οι άνθρωποι ξεμοναχιάζονται στο Νησί, αποκλεισμένοι από τον άλλον κόσμο· μπορεί να κάμουν και δέκα και δεκαπέντε μέρες να ξεμυτίσουν οι βαρκούλες τους. Τότες οι ψαράδες κάθονται στο χαμηλό ακροθαλάσσι, αγναντεύουν την αγριεμένη θάλασσα, πάνε κι έρχονται βαριεστημένοι στις δυο τρεις ταβερνούλες του νησιού και πίνουν ρακή και καπνίζουν. Και οι γυναίκες φροντίζουν τότε ακόμη πιο πολύ τα λίγα κατσικάκια τους και τις κοτούλες τους, τα μόνα ζωντανά του Θεού που ζουν και τρέφονται πάνω στο γυμνό νησάκι, και ζουν και τρέφουν με το γαλατάκι τους και με τ’ αυγά τους τα παιδιά του τόπου. Πάλι μπορεί να κάνω και λάθος, μπορεί εκτός από τα κατσίκια και τις κότες να κυλάει άπραγος τις μέρες του πάνω στο Νησί και κανένας γαϊδουράκος.
Σ’ αυτό λοιπόν το μικρό γειτονικό νησί, περάσαμε τη χρονιά εκείνη τη μεγάλη, τη φωτεινή γιορτή της Χριστιανοσύνης, τη γιορτή των Θεοφανίων.

Ώσπου να φτάσουμε από το χωριό μας στο Βόλακα, στο ακροθαλάσσι απ’ όπου «θα ρίχναμε πέρα στο Νησί», χρειάστηκε να οδοιπορήσουμε τρεις τέσσερεις ώρες. Οι γυναίκες πήγαιναν μπροστά, καβάλα σε δυο γαϊδουράκια, ο ξάδελφός μου κι εγώ ακολουθούσαμε πεζοπορώντας και κουβεντιάζοντας. Το πόσους ωραίους τόπους είδαμε, το πόσον ωραία βουνολάγκαδα περάσαμε, θα χρειαζόνταν πολλή ώρα να το διηγηθώ. Τώρα ξαναζώ και θυμούμαι μόνο την ώρα λίγο πριν από το δειλινό που, φτάνοντας στο ακρογιάλι, βρήκαμε τη βάρκα του μελλούμενου κουμπάρου από το Νησί να μας περιμένει στον ήσυχο κολπίσκο του Βόλακα. Πήδησε στη στεριά και μας υποδέχτηκε με πολλή ευγένεια, αλλά και με κάποια αδιόρατη σχεδόν στενοχώρια και δε δέχτηκε ούτε να ξαποστάσουμε λίγο στο πετροκάλυβό μας –είχαμε εκεί κάτω ένα χτήμα– ούτε να πιει μια ρακή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Οδυσσέας Ιωάννου, «Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος / Μια αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις», εκδ. Πατάκης, 2011

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

`

Γεννήθηκα στις 13 Απριλίου 1947 στην Πάτρα, σε ένα νεοκλασικό, Αράτου 33 και Κορίνθου. Παλιά, αστική
οικογένεια, που ήρθε στην Πάτρα από τους Δελφούς στις αρχές του 19ου αιώνα. Ένας πρόγονός μου που λεγόταν
Γιάννης Μικρούτσικος –γνωστός και ως Γοργόγιαννος– είχε ένα καΐκι και έκανε εμπόριο, Πάτρα – Γαλαξίδι – Ιτέα. Γύρω στο 1830 εγκαθίσταται στην Πάτρα. Έκανε τρία παιδιά, ένας ήταν ο Αριστείδης. Αυτή είναι η πρώτη γενιά των Μικρούτσικων στην Πάτρα.  Ο Αριστείδης έκανε γιους και κόρες, ένα από τα παιδιά του ήταν ο παππούς μου ο Στέργιος. Ο παππούς πέθανε όταν η γιαγιά μου ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος στον πατέρα μου, γι’ αυτό και ο πατέρας μου πήρε το ίδιο όνομα, Στέργιος. Στα χρόνια τους έφτιαξαν ένα εργαστήριο, που αργότερα εξελίχτηκε σε εργοστάσιο ζυμαρικών. Το εργοστάσιο χρεοκόπησε το 1937.
Ήταν μία αστική, συντηρητική οικογένεια. Ήταν σκάνδαλο που ο πατέρας μου, ως φοιτητής μαθηματικών την περίοδο 1932-36, επέστρεψε στην Πάτρα ως κομμουνιστής. Ήταν  ένας από τους λίγους δακτυλοδεικτούμενους κομμουνιστές στην Πάτρα εκείνη την εποχή, ένας ‘δικός τους’ που αλλαξοπίστησε. Γιατί, ναι μεν η Πάτρα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα είχε ένα σημαντικό κίνημα αναρχικών –εννοώ θεωρητικών του αναρχισμού, οπαδών του Προυντόν–, αλλά μην ξεχνάμε πως ήταν μια πόλη που έβγαζε πρωθυπουργούς.  Ο πατέρας μου επέστρεψε έναν χρόνο πριν χρεοκοπήσει το εργοστάσιο. Όλη η οικογένεια έμενε σε μία σειρά νεοκλασικών – μάλιστα, όταν πρωτολειτούργησαν οι αστικές συγκοινωνίες, υπήρχε Στάση Μικρούτσικου. Το σπίτι ήταν μεγάλο, ψηλοτάβανο, με ζωγραφιές και μαιάνδρους στο ταβάνι (έγραψε ο Καρυωτάκης: «μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε») και παρατηρώντας καθημερινά αυτά τα σχήματα μου έγιναν οικεία.

`
Ο πατέρας μου, λίγο πριν γεννηθώ, ήταν καθηγητής μαθηματικών στο Αγρίνιο. Τον έδιωξαν από το σχολείο, λόγω
πολιτικών φρονημάτων, και έκανε φροντιστήρια. Ήταν πολύ αγαπητός στους μαθητές του, κάτι που αποδεικνύεται από το εξής γεγονός. Η Αιτωλοακαρνανία ήταν μία περιοχή στην οποία κυριαρχούσαν οι οπαδοί του ΕΔΕΣ και του Ζέρβα. Οι μαθητές του –στην πλειοψηφία τους από οικογένειες ‘Ζερβικών’– έκριναν σκόπιμο να τον συνοδέψουν μετά την απόλυσή του με τα πόδια μέχρι τον Γαλατά, φοβούμενοι ότι ο ΕΔΕΣ θα επιχειρούσε να τον σκοτώσει, πράγμα σύνηθες εκείνη την περίοδο. Θυμάμαι έντονα εικόνες από τα δύο-τρία πρώτα χρόνια της ζωής μου. Ο αδερφός του πατέρα μου –ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το εργοστάσιο– ήταν ένας πολύ μορφωμένος άνθρωπος, γλωσσομαθής, αλλά έζησε μια μποέμικη ζωή, με πολλά ταξίδια στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα τη χρεοκοπία του εργοστασίου.

Γνώρισε τη γυναίκα του αμαξά της οικογένειας, την ανάγκασε να χωρίσει από τον άντρα της, την παντρεύτηκε, έκαναν παιδιά, αλλά κατά τη διάρκεια της Κατοχής εξαφανίστηκε. Η οικογένειά του έμεινε στον αέρα. Μετά την Κατοχή, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, πήρε ο πατέρας μου τη γυναίκα του αδερφού του και τα τρία παιδιά και τους έφερε σπίτι να ζήσουμε όλοι μαζί. Απέναντι από το σπίτι, υπήρχε  ένα ιδιωτικό σχολείο –του Σωτηρχόπουλου– που το χρησιμοποίησε η Γκεστάπο στην Κατοχή για φυλακές. Όταν έκαναν πρόβες τα παιδιά –το 1949– για τους σχολικούς εορτασμούς των εθνικών επετείων, άκουγα από το μπαλκόνι μου τους σαλπιγκτές και τους τυμπανιστές και ‘ξεσήκωνα’ όλους τους ρυθμούς τους με απόλυτη ακρίβεια σε ένα μικρό τυμπανάκι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν 2019: Τα 3+1 ποιητικά βιβλία του 2019 (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Αποτέλεσμα εικόνας για η ουτοπία των τριζονιών

 

Νίκος Σκούτας, Η Ουτοπία των Τριζονιών, εκδόσεις Κέδρος

Ο Σκούτας, με την «Ουτοπία των τριζονιών», επιμένει στην επιτυχημένη πορεία του επί της αξιοποίησης καθημερινών παραστάσεων, της ρωμαλέας ενδοσκόπησης και της νοσταλγικής αναπόλησης, με τρόπο λακωνικό, ευθύ και ανεπιτήδευτο. Πηγαίος γραφιάς μεν, φαίνεται ότι εκφράζεται αβίαστα, ωστόσο διακρίνεται και η ωρίμανση στην οποία υποβάλλει το υλικό του, δρόμος ασφαλής για μια ώριμη διαλογή. Τα ποιήματά του αποπνέουν θαλπωρή και βουλιμία διύλισης μιας ολόκληρης ζωής, από το φυλάκιο ενός στρατοπέδου έως τη διδαχή του πατέρα, από το αιφνίδιο φιλί ως το μετάνιωμα που μετάνιωμα έπαψε να ’ναι. Η στήλη αυτή τον έχει επαινέσει επανειλημμένως˙ και μόνον αυτή. Αόρατος είναι ο Σκούτας για το υπεριπτάμενο και αδέκαστο σύγνεφο των λογίων που απαθανατίζει γραφές. Καλύτερα, σίγουρα, για εμάς, αφού εμείς γευόμαστε μονάχοι τη δόξα της επισήμανσης πως πρόκειται για μια από τις ουσιωδέστερες, σύγχρονες φωνές.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν 2019: Οι 4+1 κινηματογραφικές ταινίες (γράφει ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης)

 

 

Πόνος και Δόξα/ Dolor Y Gloria

Μια μεγάλη ταινία από τον Αλμοδόβαρ. Το «Πόνος και δόξα» είναι το δικό του «Οκτώμισι» αρκεί φυσικά να θυμόμαστε ότι οι εποχές έχουν αλλάξει. Εκείνο που δεν αλλάζει είναι ο τρόπος που έχει ένας αληθινός δημιουργός να βλέπει με τη δική του ξεχωριστή ματιά τον κόσμο, τη ζωή του, το ίδιο το σινεμά. Η ταινία εκτυλίσσεται από την παιδική ηλικία του πρωταγωνιστή (προφανώς η καλύτερη ερμηνεία που έκανε ποτέ ο Αντόνιο Μπαντέρας) μέχρι τη σύγχρονη εποχή με μικρά χαρακτηριστικά επεισόδια που σημάδεψαν την πορεία του. Δεν ακολουθεί μια συγκεκριμένη χρονική πορεία μοιάζει να φέρνει στην οθόνη τα κομμάτια της ζωής του Αλμοδόβαρ όπως έρχονται σε ένα όνειρο ή σαν ένα ξαφνικό κύμα αναμνήσεων.

Σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδόβαρ

Πρωταγωνιστουν: Αντόνιο Μπαντέρας, Πενέλοπε Κρουζ, Λεονάρντο Σμπαράλια, Ασιέρ Ετσεαντία

Διάρκεια: 113′

Διαβάστε περισσότερα