Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Στενός, Ποιήματα

ΣΠΗΛΑΙΟ

Όλη νύχτα καθάριζα ψάρια κατάμαυρα
οι φλεγμονές μεγάλωσαν
η λοίμωξη πολλαπλασιάστηκε
από τα μάτια κατρακυλούσαν τα κίτρινα δάκρυα.
Γυμνά πόδια νεκρών στον αιθέρα
τα μάτια τους σε πικρή αφασία οι εσοχές μαύρισαν.
Περιστρεφόμενες ταινίες πλαστικές σπαρταρούσαν σε
συνάρτηση χρόνου γεμάτες έσχατες απολήξεις προς τα
πίσω.
Με κομμένους αντίχειρες ανακάτευε τα αρνητικά
το άσπρο μαύρο.
Στιλπνός μαύρος ιμάντας γυαλίζει στο στόμα.
Πλέοντας στο ατέλειωτο σκοτάδι
λυμένος σε υποβρύχια στάση
σμήγματα, εκφυλισμένες κύστες στο θόλο του φερέτρου.
Αφήνω πίσω τα νωπά ίχνη
Η οστεοθήκη χωρίς τα κόκκαλα του επάρχου
Έγιναν όζος που διέρχεται μεταστατικός στο βραχίονα.
Βουτάω στο παχύ αίμα που λάμνει στον εφιάλτη.
Βαθιά στο σπήλαιο του τέρατος υστερία οσμής.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Φώφη Κανελλοπούλου, Ποιήματα

Η σκέψη είναι πάγος

Πάντα στέκομαι σκεφτικός μπροστά στο Θάνατο
από φόβο ίσως και από περιέργεια.
Αλλόκοτο να περιμένω ένα σώμα άκαμπτο
για να αναλογιστώ της ζωής τις καθαρές αξίες.
Και τότε σαν σπασμένοι σταλακτίτες οι μνήμες
με τεμαχίζουν σαν κοφτερό γυαλί.
Τα αόρατα επίπεδα του ουρανού κατεβαίνουν και με τυλίγουν
παγωμένα κομφετί τα θρύψαλα της αγωνίας μου, που
πάνω μου στίγματα θα αφήσουνε.

Ζωγραφιά με μισοτελειωμένο δείλι, οι αναμνήσεις πορτοκαλί
ξυλομπογιές, τον χρόνο δεν μπορούν να φυλακίσουν.
Κάθε ώρα εκκινεί μια νέα ιστορία.
Κι εγώ απλός ακολουθητής του ρου της σκέψης είμαι.
Τον ύπνο της ύπαρξής μου θα πρέπει να διακόψω
και με αγωνία αρχέγονη ν΄ αναλογιστώ
αν όσα ζω είναι αληθινά, αν είναι déjà vu, ή
μήπως φαντασία. Τέτοιες στιγμές χάνω τον εαυτό μου
τρελαίνομαι θαρρώ, μπορεί και σε έκσταση να ζω.
Αναζητώ το «εκείνο», το «εγώ» και το «υπερεγώ» μου.

Μηχανικά την νεκρική πομπή ακολουθώ
γυρεύοντας κάποιους οιωνούς.
Για την ατέλεια της θνητότητας
για τα μηνύματα της αιώνιας ζωής
για το φως μέσα στο σκοτάδι.
Λουσιφερίνη στην κοιλιά μιας κανιβαλίζουσας πυγολαμπίδας
που με το φως της προσελκύει το επόμενο υποψήφιο θύμα της.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κωστούλα Μάκη, «Πρασινάδες»

 

Βλάστηση πυκνή
γρίφος νεοτερικός σκαλώνει
στ’ ανθισμένο το κλαδί
βροχή κι αν τον σαρώσει
πάλι νόημα δε θα βγει.

 

Άμβρα Ι

Η άμβρα ίσως να ΄τανε νησί
σπάνιο είδος νυχτερίδας
μα οι άνθρωποι
πλωτό χρυσό την είπαν
απ’ τα σκατά αρώματα παράγουν.

 

Άμβρα ΙΙ

Καπούτ η φάλαινα
η άμβρα
μάζα πηχτή
τής έφαγε τα σωθικά.
Οι έμποροι χαρήκανε πολύ.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Άσωτες υποσχέσεις»

Άσωτες υποσχέσεις, σινική μελάνη, Ειρήνη Πέννα

 

 

Οκτώ το βράδυ, λόγια μπερδεμένα στο ραδιόφωνο,

ο άνεμος συνέχιζε να σκορπίζει

μαζί με τα κίτρινα φύλλα,

απατηλούς οιωνούς και άσωτες υποσχέσεις.

Λυγίζει τα κλαδιά της η τσιντόνια

σε μόνιμο διάλογο με τα κάγκελα του φράχτη,

«ανθοκυδωνιά μου όμορφη» κάποτε η γιαγιά

την παίνευε, πάει καιρός από τότε

που άφηνε τη φαντασία της να φτιάχνει

επεισόδια ζωής,

τότε που το κορμί της

χωρίς καταφρόνια γινόταν μοίρα με κόκκινα μαλλιά.

Άλλη μια φορά, η εξώπορτα

μόλις είχε κλείσει με θόρυβο,

απαράδεκτη συνήθεια, «δε βαριέσαι,

μια παραπάνω ματαίωση», από μέσα της,

το όνειρο ξεδιψά με δάκρυα.

Προσπάθησε να ζεστάνει με την ανάσα τα χέρια της,

πολλά ζητούσε

όσο ένας ακόμη περιττός ήχος χάνονταν στη βροχή

στις οκτώ, ώρα που είχε χωρίσει πια

η μέρα από τη νύχτα

κι εκείνος από εκείνη,

ώρα που η ελπίδα λοιδορούμενη

μονογράφει απώλειες.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στέργιος Ντέρτσας, «94»

ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΝΗ,   ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ,  ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΠΡΩΤΟΕΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΗΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΗΛΙΑΣ Κ., ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1994, ΟΡΚΙΣΤΗΚΕ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΓΡΑΨΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ.

 

Αν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα

[Β. Λεοντάρης]

 

 

Ο ΕΝΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΟΥ, ΜΗΤΕΡΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΟΧΑΝ ΚΡΟΪΦ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΟΣ- ΟΥΤΕ ΚΑΝ  ΟΛΛΑΝΔΟΣ- ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΜΙΑ  ΜΙΚΡΗ ΟΥΤΡΕΧΤΗ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΤΟΥ. ΚΑΙ  ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΟΥΛΗ ΑΠΟ ΜΑΧΑΙΡΙ, ΕΠΙΣΗΣ …

 

Έχω δει…

Έχω δει τραπεζικούς υπαλλήλους να φυτεύουν νάρκες στους δρόμους

και ύστερα -σαν να μη συμβαίνει τίποτα-

να ανταλλάσουν ερωτόλογα με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου.

Έχω δει σαύρες να ροκανίζουν θεμέλια καθεδρικών ναών

και η ρυπαρή  ουρά τους να ξερνάει  κάλπικο λευκόχρυσο

365 ημέρες τον χρόνο.

Έχω δει.

Παλιά  αυτά.

Τώρα μια  φυλακισμένη καρδερίνα

ψάχνει στα μάτια μου

τρόπο και τόπο

ν’ αγαπήσει το κλουβί της.

Το φάντασμα του γείτονα, απέναντι,  μου λέει

πως θα βρέξει, θα βρέξει πολύ, αλλά είναι κοινό μυστικό

πως εδώ δεν βρέχει ποτέ- ο γείτονας ήταν ένας εθισμένος

της αισιοδοξίας, έζησε και πέθανε έτσι.

Έχει από καιρό επιβληθεί ένα

κάμα  που σακατεύει καρδιές.

Εδώ όλοι πεθαίνουν από νωρίς- και το καταλαβαίνουν

όταν είναι αργά.

Κι όμως αυτούς τους δρόμους τους διασχίζαμε παιδιά και γελούσαμε

μέχρι να γίνει το γκρι  τους εφτά χιλιάδες αποχρώσεις-και καμιά ταινία.

Μέχρι να γίνει η σειρήνα του 100, τζουκ μποξ από όπου έβγαινε

ο Έλβις ολοζώντανος και ζητούσε να παίξει μαζί μας.

 

Take my hand/Take my whole life, too

Διαβάστε περισσότερα