Φόβος ή σεβασμός;
Η πρώτη φορά που έμαθα να σέβομαι τη θάλασσα ήταν όταν η μικροσκοπική βάρκα πλεύρισε τα πλαϊνά του «Αιγεύς», για να παραλάβει, ζωντανό και μη, φορτίο – ατάκτως ειρημένα πόδια, χέρια, ώμους και βαλίτσες, γδαρμένες και τσαλακωμένες επιφάνειες από φθηνή δερματίνη ή ύφασμα.
Όποιος δεν έχει ακούσει το απόκοσμο βουητό των κυμάτων την ώρα που παντρεύεται αφύσικα με τον βρυχηθμό ντιζελοκίνητων μηχανών, σίγουρα κοιμάται ηρεμότερο ύπνο απ’ τον δικό μου.
Κάτι τεράστια χέρια- κουπιά, με έπιασαν από την μέση και με τοποθέτησαν σαν κούκλα στην κοιλιά της βάρκας, δίπλα σε στοιβαγμένες τσάντες με χρωματιστά καρό, δεμένες ολόγυρα με σπάγκο και βαλίτσες ασήκωτες, έτοιμες να σκάσουν. Χόρευε το ξύλινο σκαρί, αγκομαχώντας, στο ρυθμό που του βάραγε το κύμα και εγώ έγλυφα ιώδιο κι αλάτι που έσκαγαν στο πρόσωπο.
Κοιτούσα με γουρλωμένα μάτια, το βουνό των κυμάτων, να υψώνεται γύρω, κύματα που τα ονοματίζανε ως βουβά, αλλά το σκούρο, βαθύ μπλε τους, πρόσταζε σε σεβασμό κι ας ήταν αμίλητα, ο φόβος κι ο σεβασμός, δεν χρειάζονται λέξεις. Νομίζω δεν ανάσαινα. Αν ανάσαινα ίσως και να έσκαγε η θάλασσα, η μάνα-Θάλασσα, η κυρά η Θάλασσα, αλύπητα, πάνω στο καρυδότσουφλο που γέμιζε ακόμη με γυναίκες, παιδιά και αποσκευές. Κι άλλα σώματα – πόσα ακόμα – μα δεν βλέπουν; δεν χωράει άλλους!
– Ένας ακόμη! Άϊντεεεεε….
– Γιώργη, φουλάραμε. Κάνε πέρα, να φύγουμε!
Μετά κατάλαβα ότι ο ψαράς, και ιδιοκτήτης του πλεούμενου, έπαιρνε 50 δραχμές το κεφάλι…
Την πρώτη φορά που έμαθα να φοβάμαι την θάλασσα, ήμουν έξι ή επτά χρονών. Ο δρόμος που πέρναγε μπροστά από το σπίτι της κυρά-Λένης ήταν αλλιώτικος εκείνη τη μέρα. Σούσουρο κι ένας οδυρμός και μια παγωμάρα, όλα ανακατεμένα στη μουντή μέρα του Φλεβάρη. Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς έφτασαν τα νέα στα αυτιά μου – ή στα μάτια μου. Έφτασαν όμως. Το πλοίο του κυρ – Αντώνη, του ναυτικού, ήταν αυτό που έλεγαν στις ειδήσεις. Έμπασε νερά, δυο-τρεις μόνο, οι νεότεροι, τη γλίτωσαν. Πτώματα δεν βρέθηκαν, ακόμη. Αγνοείται η τύχη τους, αγνοούνται, αγνοούμενοι… Νέες λέξεις. Αγνοούμενος ο κυρ – Αντώνης, ο μπαμπάς του Μιχάλη, του Τάκη και της Σούλας. «Τι σημαίνει αγνοούμενος ;» ρώτησα τη δασκάλα μόλις βρήκα το θάρρος. Μου χαμογέλασε εκείνη, ευτυχώς ήταν όμορφη και ένιωσα μια ανακούφιση μέσα μου κι απάλυνε η απάντηση.
Όταν βρέθηκε το πτώμα, ξεβρασμένο και παραμορφωμένο, στις ακτές της Νότιας Πελοποννήσου, ο κυρ – Αντώνης δεν ήταν πια αγνοούμενος. Η βέρα στο δάχτυλο – εκείνο που δεν είχαν προλάβει να φάνε τα ψάρια – το επιβεβαίωνε. Μείναμε με το στόμα ανοιχτό και τα αυτιά απροφύλαχτα.
Κατάλαβα τότε ότι η θάλασσα είναι μια μυστήρια άγνωστη, μια μανιασμένη που δεν μπορείς να την εμπιστευτείς, που καμιά σχέση δεν είχε με την γλυκιά, γυαλιστερή και παιχνιδιάρα φίλη, που έπαιζα τα καλοκαίρια.
Γι’ αυτό λένε Πυρ, Γυνή και Θάλασσα; αναρωτιόμουν κάμποσα χρόνια μετά, στην εφηβεία. Κι άλλα αναρωτιόμουν… Ποτέ δεν τα ρώτησα.
Διαβάστε περισσότερα