Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Μανώλης Γλέζος (1922- 2020), «Νέκυιαι ωδαί», εκδ. Σοφία, 2013

Πρόκειται για ποιήματα εμπνευσμένα και αφιερωμένα στους νεκρούς συναγωνιστές του Μανώλη Γλέζου, από την Κατοχή έως σήμερα. Ζωές που η κάθε μία έγινε ένα σκαλοπάτι προς την Ελευθερία. Άνθρωποι που στο σύντομο πέρασμά τους από αυτό τον κόσμο συμπύκνωσαν στην ύπαρξή τους αρετές, αξίες και ιδεώδη, λόγους για τους οποίους αξίζει κανείς να ζει, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από αυτά τα ποιήματα. Ξετυλίγονται προσωπικές ιστορίες, ζωντανεύουν στιγμές οδυνηρές αλλά και σπουδαίες καθώς το προσωπικό ταυτίζεται με το ιστορικό και το συλλογικό, με τρόπο που όλα γίνονται μια αδιαχώριστη πραγματικότητα. Μια ποιητική συλλογή – φόρος τιμής στους αγωνιστές που χάθηκαν και παρακαταθήκη σε αυτούς που έρχονται.

“Αποτελείται από ποιήματα αφιερωμένα σε συγκεκριμένους συναγωνιστές, φίλους και συντρόφους,  που τα έγραψα γι’ αυτούς και από γενικά ποιήματα τα οποία αναφέρονται στις έννοιες της θυσίας και του θανάτου, όλων των αγωνιστών που θυσιάστηκαν για την πίστη τους. Το βιβλίο αυτό εμπεριέχει επίσης και ορισμένα έπεα λυρικής μορφής τα οποία έχουν γραφτεί κατά καιρούς, αλλά θεωρώ ότι είναι απαραίτητη η δημοσίευσή τους. Μερικά από τα ποιήματα, είναι ήδη δημοσιευμένα, άλλα, θα δουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας.” 

Μ. Γλέζος

`

 

ΠΡΟΙΜΙΟ

`

Ο θάνατος αποτελεί μοναδικό κι ανεπανάληπτο γεγονός για κάθε άνθρωπο.

 Διαχωρίζει οριστικά το φυσικό σώμα, που ενταφιάζεται στη γη, απ’ όπου προήλθε, κατ’ άλλους από το έργο του θα-νόντος, εν ζωή κι ό,τι απομείνει ως μνήμη και κατ’ άλλους ως ψυχή, η οποία μεταβαίνει στον άλλον κόσμο.

Η θνητότητα, ο θάνατος όλων των εμβίων όντων και του ανθρώπου, συνειδητοποιήθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο, στην πορεία της ανθρωποποίησής του κι όχι εξ αρχής της ύπαρξής του.

 Ακόμα και στην ατομική ζωή του ένας άνθρωπος, συνειδητοποιεί ότι είναι θνητός, ότι θα πεθάνει, όχι μόλις γεννηθεί, αλλά αργότερα και πρώτα για τους άλλους κι ύστερα για τον εαυτό του.

Λέγεται μάλιστα, αλόγιστα, πως τα νειάτα δεν τον υπολογίζουν και τον περιφρονούν. Απλά δεν έχουν συνειδητοποιήσει πως θάρθει κι η δική τους ώρα. Όταν όμως οι νέες και οι νέοι, έχουν αποκτήσει την αυτογνωσία της θνητότητάς τους και τον αψηφούν, τι συμβαίνει;

Η προσφορά της ζωής τους, αποτελεί θυσία του εαυτού τους για το σύνολο. Αι νέκυιαι ωδαί είναι αφιερωμένες σ’ αυτή την αυτογνωσία. Σ’ αυτούς που δεν παρακάλεσαν, ούτε αναζήτησαν το θάνατο, γιατί ήξεραν πως η ζωή είναι γλυκιά. Αλλά τον αντιμετώπισαν.

Δεν τον απέφυγαν. Τον κάλεσαν να παλαίψουν μαζί του στα μαρμαρένια αλώνια….και ο θάνατος έκοψε το νήμα της βιολογικής ζωής τους.

Σε μερικές περιπτώσεις έγινε η κηδεία τους, η εξόδιος ακολουθία, το ξόδι τους. Σ’ άλλες υπάρχουν συμμαχητές που χάθηκαν κι ούτε ύμνοι, ούτε αποχαιρετιστήριοι και επικήδειοι λόγοι.

Τούτη η ποιητική προσφορά δεν επιχειρεί να υποκαταστήσει αυτό που δεν έγινε. Όχι. Το αντίθετο. Δε θρηνούμε, δεν πενθούμε, δε μοιρολογούμε, δεν κλαίμε. Το κάθε ποίημα, η κάθε ωδή αποσκοπεί να επαναφέρει τον νεκρό μπροστά μας και να συζητήσουμε, τα παρόντα και τα μελλούμενα. Να γιατί και η μορφολογική και η νοηματική τιτλοφόρηση: Νέκυιαι Ωδαί.

                                   * * *

Στ’ Απεράθου της Νάξου, όταν πεθαίνει ένας χωριανός, όλοι οι συγχωριανοί τον αποχαιρετούμε με μοιρολόγια, τα οποία δεν είναι τυποποιημένα.

 Φτιάχνονται  στην τελετή της θανής του, στο πρωτόγνωρο για όλο τον άλλο κόσμο «σύγκλαμμα» και στις τρεις φάσεις.

Και στο σπίτι και στην εκκλησία και στο νεκροταφείο.

Εκφράζει τον κοινό θρήνο, το θρήνο του συνόλου, για το θάνατο του όποιου μέλους, της απεραθίτικης κοινότητας.

Ο συγκλαμμός, ο καθολικός οδυρμός, όπου όλοι από κοινού κλαίουν,  συγκλαίουν για το χαμό της Απεραθίτισσας ή του Απεραθίτη, διατηρήθηκε από την αρχαιότητα.

Την καταγράφει ο Λουκιανός ως ρήμα συγκλαίω (Όνος 22), κλαίω από κοινού, κλαίω μαζί με άλλους.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Νικόλαος Κατσαμάκας, Ποιήματα

Κόμη της Βερενίκης

Αυτή την παγωνιά δεν τη μπορώ.

Και τα πεδία αυτά των αραιών αστερισμών
των σκόρπιων αμυδρών γαλαξιών
και της απόλυτης σιγής
θυμίζουν θάνατο.

Μιλούν; Μπορεί. Θα λένε
εδώ είναι η ζωή κι εσύ κοιτάς.
Παρατηρείς, μετράς
μεταβλητούς αστέρες, υπολογίζεις
τις τροχιές των κομητών.
Φτιάξε τους καταλόγους σου.
Το πεφταστέρι που σημάδεψε τον Αύγουστο
δεν το ‘δες.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτριος Μουζάκης, Ποιήματα

Ο ιός του Ανθρώπου

Σαράντα χρόνια έφευρα στο νου μου
το Χριστό στο Σταυρό, όταν το χαύνο πλήθος
συγχωρούσε που ‘μπηγε
στη σάρκα του τις λόγχες
στο κεφάλι του άκανθες που
τύφλωναν τα μάτια του
με αίμα. Τι μεγαλείο, έλεγα
να μην κρατάς κακία σ’ όσους
για διασκέδαση και
ηδονή σε θανατώνουν, όμως ελάνθανα βαρέως.
Καθώς συνωστισμένοι απολαμβάνετε
την ηλιόλουστή σας μέρα
μ’ ένα ξυράφι στον αυχένα σας
έτοιμο να σας αποκεφαλίσει
καταλαβαίνω πως δεν είχατε ποτέ
καμιά ελπίδα-
κι έτσι, ημιάγριους και καθυστερημένους
σας συμπαθώ και μαζί σας περπατώ
στον ήλιο της πανδημίας που ζεσταίνει
τα φορτηγά του στρατού.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Κουλιανός, Δύο ποιήματα

Οχυρώσεις

 

Είχα γερά προσεκτικά οχυρωμένη

Ζώνη αγνή αδιαπέραστη

μέσα στο ποίημα

Πασκίζοντας να σώσω ό, τι σώζεται

εν μέσω διασταυρούμενων πυρών

 

Αγάπες ανεκτίμητες που μ’ έκτισαν

της νιότης αμετάλλακτα και τιμημένα μίση

Λόγια που ειπώθηκαν βαριά

Που μάτωσαν μα δεν συνθηκολόγησαν

 

Πυρά που δεν εγκαταλείφτηκαν

Στις τόσες καταπαύσεις

Κι άλλα πολλά κυρίως και όχι των παλιών ερώτων

Στις εμπύρετες πορείες τους προς τα μέτωπα

 

‘Είχα προσεκτικά οχυρώσει’

καθώς νόμιζα

 

Μα ξέχασα ο ανόητος

Πως ο εχθρός βρίσκεται εδώ

Μέσα σε κάθε στίχο

 

Κάθε στίχο που προσμένει

Τεντωμένος στις επάλξεις

Έτοιμος για να γραφτεί.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Μονόλογος πίσω από τις μάσκες»

 

 

Θρησκείες και τέχνη, όρια ανύπαρκτα επιμένω,

όχι δυσδιάκριτα,

με την ωριμότητα της γυναίκας,

που δεν καταπίνει λόγια χαλίκια

στο τριμμένο πουκάμισο έχω κεντήσει περιστέρια,

με την αθωότητα και

τη μελαγχολία του παιδιού, με την αφόρητη απόγνωση

μπροστά στην βαριά κλειδωμένη πόρτα

μ’ ένα τριαντάφυλλο να ματώνει στα χείλη

ίδιο παραμένει το ερώτημα αιώνες.

 

Λοξές απαγορευμένες ματιές, εσωτερικές παρηχήσεις

το φως, πρώτα στο βλέμμα, μετά στο νερό,

πριν γλιστρήσει απ’ τα χέρια στη λευκή σελίδα

η ποίηση ζωντανός παλμός,

στο αργαστήρι μιας τόσο φιλήσυχης ενασχόλησης,

κι εσύ φοβάσαι, εσύ, μην τυχόν και σε βλάψω,

μα, εσύ πιστεύεις σε ιδρωμένες φωνές,

εσύ έχεις ωραία φανταχτερή στολή για να αρέσεις,

ίσως να φοράς χρυσά γαλόνια και στον ύπνο σου…

για να αρέσεις, ή να εξουσιάζεις…

Ας γελάσω, ποια όνειρα…

Ποια όνειρα έχουν μέλλον χωρίς τα παιδιά

αυτά που σκοτώνονται στο βωμό σου,

που πνίγονται στα λασπωμένα ποτάμια

που πεθαίνουν από πείνα και δίψα

που κρέμονται έρημα κορμάκια σε συρματοπλέγματα.

Διαβάστε περισσότερα